Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Michael Andritsopoulos -ΤΟ ''ΚΑΤΙ''

Michael Andritsopoulos

Ας υποθέσουμε —όχι ως δόγμα, αλλά ως άσκηση σκέψης— ότι ο υλισμός έχει αποτύχει. Όχι επειδή έχει καταρριφθεί πειραματικά, αλλά επειδή αφήνει ένα υπόλειμμα ανεξήγητο: τη συνείδηση. Αυτό το “κάτι” που δεν αναλύεται πλήρως σε νευρωνικές διεργασίες, που δεν εξαντλείται σε υλικές περιγραφές, αλλά επιμένει ως εμπειρία, ως φως μέσα στο οποίο εμφανίζονται όλα.
Ας υποθέσουμε τότε ότι η συνείδηση δεν είναι προϊόν του κόσμου, αλλά η προϋπόθεσή του. Ότι αυτό που ονομάζουμε “πραγματικότητα” δεν είναι παρά μια εκδήλωση — ένα δυναμικό σύστημα, ένα είδος λογισμικού που τρέχει μέσα σε αυτή τη θεμελιώδη συνειδητότητα.
Το λογισμικό αυτό δεν είναι ξένο προς τη συνείδηση. Είναι ο ίδιος της ο Λόγος. Όχι απλώς ως γλώσσα ή νόημα, αλλά ως δημιουργική αρχή: ο Λόγος που μορφοποιεί, που οργανώνει, που γεννά δομές, σχέσεις, ταυτότητες. Ένας Λόγος που γίνεται κόσμος, και ένας κόσμος που λειτουργεί σαν λογισμικό — με κανόνες, με περιορισμούς, με δυνατότητες.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ενσάρκωση αποκτά μια εντελώς διαφορετική σημασία. Αν η συνείδηση είναι η πηγή του λογισμικού, τότε η ενσάρκωση δεν είναι απλώς μια θεϊκή εμφάνιση μέσα στον κόσμο. Είναι μια ριζική πράξη αυτοπεριορισμού: η συνείδηση που εισέρχεται στο ίδιο της το σύστημα, αποδεχόμενη τους κανόνες του, τη λήθη, την αβεβαιότητα, τον πόνο.
Δεν πρόκειται απλώς για “κάθοδο”. Πρόκειται για ρίσκο.
Γιατί αν η ενσάρκωση είναι πλήρης, τότε δεν υπάρχει εξωτερική εγγύηση. Η συνείδηση, ως άνθρωπος πλέον, δεν θυμάται τον εαυτό της ως απόλυτο. Ζει μέσα στο λογισμικό όπως όλοι οι άλλοι. Υποφέρει, αμφιβάλλει, φοβάται. Η έκβαση δεν είναι προδιαγεγραμμένη ως εμπειρία — μόνο ως δυνατότητα.
Εδώ εμφανίζεται το υπαρξιακό άλμα.
Η ταυτότητα —αυτό το περιορισμένο “εγώ” που συγκροτείται μέσα στο σύστημα— αρχίζει να ραγίζει. Όχι μέσω γνώσης μόνο, αλλά μέσω μιας βαθιάς υπαρξιακής μεταστροφής: μιας αγάπης που δεν περιορίζεται πια στο εγώ, αλλά ανοίγεται καθολικά. Μιας αγάπης που φτάνει μέχρι το σημείο να εγκαταλείψει την ίδια την αυτοσυντήρηση.
Αυτή η στιγμή δεν είναι απλώς ηθική. Είναι οντολογική.
Είναι η κατάρρευση της ταύτισης με τη μερικότητα.
Και μέσα σε αυτή την κατάρρευση, κάτι παράδοξο συμβαίνει: ο άνθρωπος δεν εξαφανίζεται, αλλά διαπερνάται. Η συνείδηση, που είχε περιοριστεί σε μια συγκεκριμένη μορφή, επανεμφανίζεται ως καθολικότητα. Ο Λόγος δεν είναι πια απλώς η δομή του κόσμου — γίνεται ενσώματος, ζωντανός, δραστικός μέσα στην ίδια την ύπαρξη.
Αν δούμε αυτή τη στιγμή μέσα από τη μεταφορά του λογισμικού, τότε η αυτοθυσία δεν είναι απλώς ένα τραγικό γεγονός. Είναι μια πράξη επαναπρογραμματισμού.
Μια “διαμέριση” μέσα στο ίδιο το σύστημα.
Ένα εσωτερικό άνοιγμα — ένας χώρος που δεν υπακούει πλέον πλήρως στους αρχικούς περιορισμούς του λογισμικού. Ένας τόπος μέσα στον κόσμο, αλλά όχι δεσμευμένος από αυτόν. Αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε, μεταφορικά, παράδεισο.
Όχι ως τόπο αλλού, αλλά ως κατάσταση ύπαρξης που καθίσταται προσβάσιμη.
Και η πρόσβαση δεν δίνεται μέσω πληροφορίας, αλλά μέσω μίμησης. Όχι ως εξωτερική αντιγραφή, αλλά ως εσωτερική επανάληψη της ίδιας πράξης: της αποδέσμευσης από την αποκλειστική ταύτιση με το εγώ, της διάνοιξης προς μια αγάπη που δεν έχει όριο την ατομικότητα.
Αυτό που προτείνεται, τότε, δεν είναι πίστη σε ένα γεγονός, αλλά συμμετοχή σε μια διαδικασία.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο.
Ακόμα κι αν όλα αυτά είναι απλώς μια σύλληψη — ένα φιλοσοφικό σενάριο, μια ποιητική μεταφορά — η ίδια η δυνατότητα να το σκεφτούμε είναι αποκαλυπτική. Δείχνει ότι η συνείδηση, ως φαινόμενο ή ως αρχή, εμπεριέχει την ιδέα μιας αγάπης που φτάνει μέχρι την αυτοθυσία. Ότι μπορεί να φανταστεί —και ίσως να επιδιώξει— την υπέρβαση του εαυτού της προς κάτι καθολικό.
Δεν χρειάζεται να το πιστέψει κανείς για να σταθεί απέναντί του.
Αρκεί να αναγνωρίσει ότι, αν ένα τέτοιο σενάριο είναι νοητό, τότε η ίδια η συνείδηση φέρει μέσα της το σπέρμα αυτής της δυνατότητας.
Και ίσως —μόνο ίσως— αυτό να είναι ήδη μια μορφή αλήθειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)