Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Μιχάλης Γρηγορίου | Τάσος Λειβαδίτης • Σκοτεινή Πράξη [1997]




Στίχοι:  
Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική:  
Αμελοποίητα


Aπο μια παλιά φυλή που χάθηκε, είμαστε, βάρβαρες εισβολές
μας σκόρπισαν,
αλλά τα βράδια θα μας αναγνώριζε κανείς, λιγοστούς, καθισμένους
πάντα παράμερα,
με φτωχά λόγια για τη συμπόνια ή τη διαδοχή,
κι όταν, καμιά φορά, μπαίναμε στις πολιτείες, ένα φλάουτο
ακουγόταν στη στοά
που είχαν καταφύγει οι επικηρυγμένοι, ενώ οι τυφλοί πήγαιναν
τώρα βιαστικοί
ακουμπώντας στη σκόνη που άφησε πίσω το περασμά μας.



Παρουσιάζουμε σήμερα στο Ποιείν, την εισαγωγή από το Πρώτο μέρος του μουσικού έργου του Μιχάλη ΓρηγορίουΣκοτεινή πράξη, βασισμένο στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη: πατήστε εδώ


Ευχαριστούμε θερμά τον συνθέτη για την άδεια δημοσίευσης του έργου του. (θα δημοσιευτεί ολόκληρο σε συνέχειες)

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ
Ορατόριο σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη
έργο 71 (1993)
Συμμετέχουν
Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ
Η ΧΟΡΩΔΙΑ “FONS MUCALIS”
διδασκαλια χορωδιας : Κωστης ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ
Σοπρανο: Σαβινα ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ
Τενορος : Μιχαλης ΧΡΙΣΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Βαρυτονος : Τασης ΧΡΙΣΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Αφήγηση : Τασης Χριστογιαννοπουλος, Μιχαλης Γρηγοριου
Keyboards : Bασιλης Τσαμπροπουλος, Μιχαλης Γρηγοριου

Διευθύνει ο Μιλτος Λογιαδης

Ηχογράφηση- Montage- Mastering : Βαγγέλης Κατσούλης
Μετάφραση : Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ” : Μετα εικοσι ετη…

Η ιδέα να γράψω ένα μουσικό έργο βασισμένο σε ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη χρονολογείται από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν διάβασα για πρώτη φορά τον “Νυχτερινό Επισκέπτη” και λίγο μετά την “Σκοτεινή Πράξη”. H πεποίθηση οτι είχα ανακαλύψει ένα πολύ σημαντικό ποιητή δεν με εγκατέλειψε από τότε, σήμερα μάλιστα θα έλεγα πως ο Λειβαδίτης δεν είναι μονό ένας μεγάλος Έλληνας ποιητής αλλά ίσως κι’ ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου αιώνα. Ήταν ωστόσο αυτός ο θαυμασμός που μου γεννούσε ανέκαθεν ο συγκλονιστικός και τόσο προσωπικός ποιητικός του λόγος που με έκανε να διστάζω τελικά να γράψω ένα τέτοιο μουσικό έργο. Πάντα με σταματούσε η αίσθηση οτι δεν έχω να προσθέσω τίποτα σε κάτι που είναι από μονό του ολοκληρωμένο. Υστέρα από 20 σχεδόν χρόνια, τόλμησα να κάνω αυτό που δεν είχα τολμήσει να κάνω τότε. Ο θαυμασμός μου για το έργο του ποιητή παραμένει ο ίδιος, όμως, καθώς πέρασαν τα χρόνιο θαυμασμός άρχισε να συνοδεύεται και από μια διαφορετική κατανόηση, αλλά κι’ από μια αγάπη. Το να θαυμάζεις κάτι μπορεί να συνεπάγεται και κάποιο δέος που σε κρατάει σε απόσταση, όταν όμως αγαπάς τότε δεν διστάζεις να αγγίξεις, κάμπια φορά ακόμα και με λάθος τρόπο.

Αντιμετώπισα την “Σκοτεινή Πράξη” σαν ένα ορατόριο με σχεδόν βιβλικό περιεχόμενο. Ο Λειβαδίτης μιλάει για μεγάλες μνήμες, θρηνεί μεγάλες απώλειες και οδηγείται σε μια αποδοχή της ανθρώπινης μοίρας που δεν είναι ωστόσο εντελώς στερημένη από ελπίδα. Υπάρχουν στιγμές που μέσα από τους στίχους του διαφαίνεται μια σχεδόν πρωτοχριστιανική πιστή, μια εγκαρτέρηση και μια βαθύτατη αγάπη και κατανόηση για τον άνθρωπο. Ξερώ βεβαία οτι στις μέρες μας δεν γράφονται πλέον “ορατόρια” μιάμιση ώρας γιατί έχουν χαθεί τα συλλογικά σύμβολα που θα μπορούσαν να τα στηρίξουν κι’ ακόμα, γιατί έχουν επιταχυνθεί οι ρυθμοί ζώνης και έχουν μειωθεί τα όρια ανοχής του ακροατή. Το έργο που έγραψα θα μπορούσε λοιπόν να θεωρηθεί υπό μια έννοια σαν κάτι το ξεπερασμένο και το ανεδαφικό. Δεν με πειράζει όμως αυτό. Σήμερα που εξαπλώνεται ραγδαία ο μικροαστισμός κι’ η απάθεια, και πολύ συχνά ο φασισμός κι’ η βαρβαρότητα, σήμερα που η τέχνη μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε υλικό επένδυσης του ελευθέρου χρόνου και χάνει την ικανότητα της να κινητοποιεί και να συγκλίνει, σήμερα που χάνεται κάθε μεταισθημα και κάθε απόηχος και μαζί τους κι’ η ικανότητα της αντίστασης απέναντι στον κυνισμό και στην βλακεία, ίσως η ανεδαφικότητα να αποτελεί την μοναδική στάση που μπορεί να προσφέρει μια αίσθηση ασφαλείας και ειρμού, στοιχειώδους αξιοπρεπείας αλλά και ελπίδας για το μέλλον.

Μιχαλης Γρηγοριου


ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ : Η πανουργια της σιωπης

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
(“Βασίλευε ο ήλιος πίσω απ’ τους στρατώνες…”)
Βαρύτονος (recitativo)
Βασίλευε ο ήλιος πίσω από τούς στρατώνες, οι ζητιάνοι ψάχνανε για λίγο νερό μα όλα τα λαγήνια ήσαν αναποδογυρισμένα στην πόλη Κανα, οι γυναίκες φεύγανε κλαίγοντας μέσα στο κίτρινο σούρουπο, εγώ, κυνηγημένος, μοίραζα πάνω στο λόφο το κρασί μου με ληστές και ψευδομάρτυρες, ενώ ο σταυρός δάγκωνε κιόλας την άκρη του παλτού μου
Ποιον ν’ αγαπήσω; Σε ποιον να εξομολογηθώ; Μονάχα ο Θεός μπορεί να καυχηθεί οτι μ’ άκουσε να παραπονιέμαι,
ήπια όλο τον βούρκο στον υπόνομο που μ’ έριξαν, τ’ άντερά μου έγιναν οι δρόμοι που κυλάνε αμάξια θριάμβου,
έβγαλα τα φτερά μου και τα κάρφωσα στην γριά, που την έθαβαν ολομόναχη,
μ’ ένα σπουργίτι στο γειτονικό δέντρο,
με μια παλιά κασετίνα γεμάτη στάχτη
– θυμηθείτε με όταν έρθει η ώρα

Χορωδία : Εργόχειρα φυλακισμένων στέγνωναν στο τζάκι
ήταν φθινόπωρο κι’ ειχαν ερημώσει τα χωράφια…
Βαρύτονος: άκουγα το βήμα των καραγωγέων καταβροχθί-ζοντας τον κλεμμένο σανό
Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα οπού έπρεπε ανεβώ,
άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς
ή θα κυλήσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)