Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

5 ώρ. 

·

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

Με αφορμή ακόμη μία γυναικοκτονία, η δημόσια συζήτηση γέμισε ξανά με τις γνωστές κυρίαρχες και απενοχοποιητικές στρεβλώσεις του εγκλήματος. Λέξεις όπως ζήλια, πάθος, ψυχολογικά προβλήματα, τοξική σχέση, έγκλημα εν βρασμώ. Και όλες αυτές οι ερμηνείες εμφανίζονται απλά για να μην τολμήσουμε να αγγίξουμε -κυρίως εμείς οι άντρες- το βαθύτερο πολιτισμικό ερώτημα: Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να πιστεύει ότι έχει δικαίωμα πάνω στη ζωή ενός άλλου;

Ίσως ένα μέρος της απάντησης να βρίσκεται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο μάθαμε να φανταζόμαστε τον έρωτα.

Για αιώνες ο δυτικός πολιτισμός ύμνησε τον έρωτα ως κατάκτηση. Η γλώσσα μας το μαρτυρά ακόμη: «την κέρδισε», «την έριξε», «την κατέκτησε», «την έκανε δική του» ή ακόμη χειρότερα «την πήδηξε». Ο άνδρας παρουσιάζεται ως κυνηγός και η γυναίκα ως έπαθλο. Η επιμονή, η διεκδίκηση και συχνά η άρνηση αποδοχής του «όχι» εμφανίζονται, μάλιστα, ως αποδείξεις πάθους και αφοσίωσης.

Η αντίληψη αυτή συνδέεται και με έναν ακόμη τρόπο με τον οποίο η κουλτούρα μας έμαθε να βλέπουμε τη γυναίκα. Για αιώνες το γυναικείο σώμα αντιμετωπίστηκε πρωτίστως ως αντικείμενο της ανδρικής επιθυμίας και πολύ λιγότερο ως φορέας μιας αυτόνομης υποκειμενικότητας. Η αξία του συχνά οριζόταν από το πόσο ποθητό, διαθέσιμο ή αποκλειστικό ήταν για τον άνδρα και όχι από το γεγονός ότι αποτελούσε την ενσώματη έκφραση μιας ελεύθερης ανθρώπινης ύπαρξης.

Ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία του γυναικείου σώματος να είναι ότι για αιώνες αντιμετωπίστηκε ως αντικείμενο της ανδρικής ηδονής πριν αναγνωριστεί ως υποκείμενο ζωής. Η γυναίκα ήταν εκεί -πρωτίστως- για να "ανακουφίζει" την ανδρική ορμή ως δοχείο εκτόνωσης.

Και βέβαια όταν το σώμα του άλλου γίνει πρωτίστως αντικείμενο ηδονής, είναι ευκολότερο να γίνει και αντικείμενο κατοχής.

Έτσι ο έρωτας παύει να είναι συνάντηση και μετατρέπεται σε μορφή συμβολικής ιδιοκτησίας. Ο άλλος δεν βιώνεται ως ένα ελεύθερο πρόσωπο που μπορεί να επιλέξει, αλλά ως κάτι που πρέπει να αποκτηθεί, να διατηρηθεί και να μην χαθεί. Κάτι σαν ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα όπου νικάει ο πιο ισχυρός.

Οπότε όταν η γυναίκα φύγει, δεν βιώνεται μόνο η απώλεια μιας σχέσης. Βιώνεται η απώλεια ενός κτήματος. Η κατάρρευση μιας αίσθησης κυριότητας. Και ταυτόχρονα η κατάρρευση της εικόνας του ισχυρού "αρσενικού" που είναι αρσενικό επειδή κυριαρχεί και "γαμάει".

Γι' αυτό και είναι σημαντικό να πούμε κάτι που συχνά ξεχνιέται. Η γυναικοκτονία δεν είναι η ακραία μορφή του έρωτα. Είναι η ακραία μορφή της λογικής της κατάκτησης που μεταμφιέστηκε σε έρωτα. Μια ακόμη μάσκα στα διάφορα προσωπεία ισχύος που διατίθενται στο κοινωνικό παζάρι.

Αλλά η κατάκτηση, η κυριαρχία, η ισχύς, δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με την αγάπη. Μάλλον είναι το ακριβές αντίθετο της.

Η κατάκτηση γεννιέται από την αδυναμία αποδοχής της ελευθερίας του άλλου. Από την αδυναμία αποδοχής ότι η γυναίκα δεν είναι προέκταση του εαυτού μας. Δεν είναι ιδιοκτησία μας.

Δεν είναι τρόπαιο μας. Δεν είναι η επιβεβαίωσή μας. Δεν μας ανήκει.

Γιατί ο έρωτας, στην πιο βαθιά και ανθρώπινη μορφή του, δεν λέει «Είσαι δική μου.» Λέει «Είσαι ελεύθερη, κι όμως επιλέγεις να είσαι μαζί μου.»

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγαλύτερες πολιτισμικές προκλήσεις της εποχής μας. Να μάθουμε να αγαπάμε χωρίς να κατέχουμε. Να επιθυμούμε χωρίς να κυριαρχούμε. Να σχετιζόμαστε χωρίς να μετατρέπουμε τον άλλον σε προέκταση του εαυτού μας. Να απαλλαγούμε επιτέλους από την θανατηφόρα κουλτούρα της Ισχύος, που μολύνει ολόκληρο το συλλογικό μας σώμα.

Γιατί η αγάπη αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η ιδιοκτησία.

Και η ελευθερία του άλλου δεν είναι η απειλή του έρωτα. Είναι η σημαντικότερη προϋπόθεσή του

ΕΣΕΝΑ ΑΝΘΡΩΠΕ ΖΗΤΩ. Σύνθεση Κώστας Τσιαντής

 


Ψηλά στα Άγραφα, στη διάφανη πηγή Πέταξε ο έρωτας αετός κι αντρειωμένος. Κι εγώ σκιά, στων ψευδαισθήσεων το κελί, ψεύτικο μπόι κι από φτερά ψαλιδισμένος. Έρωτας άγιος, αιώνες πολεμά να ανοίξει στο σφαγείο μας φεγγίτη. Όπου με κόψαν και με χώρισαν στα δυο, πάθη, εμπόροι, κι εσύ, εκπρόσωπε αγύρτη. Συντρίμμια αλήθεια και χαμένα ιδανικά, σπασμένη στάμνα, το λιόσταγμα χυμένο. Με ένα κερί στης αγοράς τη σκοτεινιά, εσένα, άνθρωπε, ζητώ και περιμένω. Απ’ του πελάγου το βυθό μια μουσική, καθώς παλεύει η ζωή να βρει σημαία. Κι από τις πόλεις τα ιερά παραγγελιά, των ξένων οίκων που μπήκαν στην παρέα. Αλλότριο φως και Βαβυλώνα σκοτεινή, τα άδεια στήθη κυβερνάς των κυβερνώντων. Που αμέλεια είπαν να ξεφύγουν την ποινή, τα εγκλήματα τα φανερά των συμφερόντων. Συντρίμμια αλήθεια και χαμένα ιδανικά, πέτρινα χρόνια κι όνειρο ακυρωμένο. Σ’ ένα χαρτόσπιτο στου δρόμου τη γωνιά, ψηλά τα μάρμαρα κοιτώ και σε προσμένω

Κέντρο Λεξικολογίας - γλώσσα, λέξεις, λεξικά

 

Κέντρο Λεξικολογίας - γλώσσα, λέξεις, λεξικά



Γ.ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 


Κ.Π. Καβάφης: ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ/ Ένας νέος, της Τέχνης του Λόγου - στο 24ον έτος του ( 1928)

 




Έρωτος άκουσμα 1911
Στου δυνατού έρωτος το άκουσμα τρέμε και συγκινήσου
σαν αισθητής. Όμως, ευτυχισμένος,
θυμήσου πόσα η φαντασία σου σ’ έπλασεν· αυτά
πρώτα· κι έπειτα τ’ άλλα — πιο μικρά — που στην ζωή σου
επέρασες κι απόλαυσες, τ’ αληθινότερα κι απτά.—
Από τους τέτοιους έρωτας δεν ήσουν στερημένος.
Κ. Π. Καβάφης Κρυμμένα 1882-1923
Onassis Cavafy Archive

ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ.pdf

ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ.pdf 

Έφυγε, σε ηλικία 94 ετών, ο σπουδαίος ηθοποιός ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

 




Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΝΟΗΜΑ

 



ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΝΟΗΜΑ

Την τελευταία περίοδο η Ελλάδα έχει γνωρίσει μια πληθώρα πολιτικών διακηρύξεων, προγραμμάτων, σχεδίων και εξαγγελιών. Κάθε παλαιός ή νέος πολιτικός φορέας εμφανίζεται με λίστες προτάσεων, μέτρων και μεταρρυθμίσεων. Άλλες φορές περισσότερο τεκμηριωμένων, άλλες φορές περισσότερο επικοινωνιακών.

Κι όμως, όσο περισσότερο διαβάζει κανείς αυτά τα κείμενα, τόσο συχνότερα μένει με μια παράξενη αίσθηση ανικανοποίητου.

Όχι επειδή λείπουν οι προτάσεις ή οι θέσεις και ασχέτως της εφικτότητας τους. Αλλά επειδή λείπει κάτι βαθύτερο. Λείπει το όραμα. Λείπει μια καθαρή εικόνα για το πού θέλουμε να πάμε ως κοινωνία.

Τι περιλαμβάνει όμως ένα πραγματικό όραμα; Ένα όραμα οφείλει να απαντά σε πέντε μεγάλα ερωτήματα.

1️⃣

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΛΗ ΖΩΗ ;

Η σημερινή πολιτική σχεδόν δεν απαντά σε αυτό. Αν ρωτήσεις τα περισσότερα κόμματα τι σημαίνει πρόοδος, θα σου μιλήσουν για ανάπτυξη. Αν όμως ρωτήσεις: «Πώς θα μοιάζει μια καλή ζωή στην Ελλάδα του 2050;» επικρατεί αμηχανία.

Ένα όραμα οφείλει να περιγράψει πόσο δουλεύουμε, πόσο χρόνο έχουμε, πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, πώς φροντίζουμε ηλικιωμένους, πώς σχετιζόμαστε, πώς κατοικούμε τις πόλεις. Με άλλα λόγια πώς ζούμε;

2️⃣

ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟ ΘΕΛΟΥΜΕ;

Κάθε κοινωνία "παράγει" έναν τύπο ανθρώπου. Στην Ελλάδα σήμερα παράγουμε εξαντλημένους, αγχωμένους, ατομικιστές,

ανταγωνιστικούς, φοβισμένους και συχνά κυνικούς ανθρώπους.

Ένα όραμα πρέπει να απαντά αν θέλουμε τον άνθρωπο αυτόνομο, συνεργατικό, δημιουργικό, φροντιστικό, με θάρρος, με αίσθηση κοινού-συλλογικού σκοπού;

3️⃣

ΤΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΘΕΛΟΥΜΕ;

Κοινωνία καταναλωτών; Κοινωνία πελατών; Κοινωνία ιδιωτών; Ή κοινωνία πολιτών; Θέλουμε γειτονιές; Κοινότητες; Συλλογικότητες; Τοπική ζωή; Ή απλώς περισσότερα εμπορικά κέντρα;

4️⃣

ΤΙ ΠΑΡΑΓΟΥΜΕ;

Το ερώτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά υπαρξιακό. Τι δημιουργεί αυτή η χώρα; Τι προσφέρει στον κόσμο; Ποιο είναι το ιδιαίτερο αποτύπωμά της; Ποια είναι η συμβολή της στον πολιτισμό, στην επιστήμη, στην παιδεία, στην ποιότητα ζωής;

5️⃣

ΠΟΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΦΗΓΟΥΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ;

Κάθε επιτυχημένη κοινωνία διαθέτει μια αφήγηση. Οι Αμερικανοί είχαν το American Dream. Οι Σκανδιναβοί το κοινωνικό κράτος. Οι Ιάπωνες την συλλογική πειθαρχία και αριστεία. Η Ελλάδα σήμερα; Δυσκολεύεται να απαντήσει.

ΓΙΑΤΙ ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΜΑΣΤΕ ΤΟΣΟ ΝΑ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΟΥΜΕ ;

Εδώ νομίζω ότι μπαίνει η ψυχολογική διάσταση με την οποία ασχολούμαι τα τελευταία χρόνια.

Οι τραυματισμένοι άνθρωποι δυσκολεύονται να φανταστούν το μέλλον. Και το ίδιο συμβαίνει με τις κοινωνίες. Όταν μια κοινωνία ζει επί δεκαετίες οικονομικές κρίσεις, χρεοκοπίες, μνημόνια, δημογραφική συρρίκνωση, πολιτική δυσπιστία, συλλογικές διαψεύσεις και ματαιώσεις , αρχίζει να περιορίζει τον ορίζοντά της.

Από το «Πού θέλουμε να πάμε;» περνά στο «Πώς θα τη βγάλουμε καθαρή;» Από το όραμα περνά στην επιβίωση. Από τη δημιουργία περνά στη διαχείριση. Από την ελπίδα περνά στον κυνισμό.

Γι' αυτό και η μεγάλη πρόκληση μιας νέας πολιτικής πρότασης δεν είναι να παρουσιάσει άλλα δέκα μέτρα ή άλλες είκοσι μεταρρυθμίσεις, αλλά να περιγράψει έναν κόσμο που αξίζει πραγματικά να υπάρξει.

Είναι να απαντήσει πειστικά σε μια σχεδόν ξεχασμένη ερώτηση:

Πώς μπορεί να μοιάζει μια αξιοβίωτη ζωή στην Ελλάδα;

Μέχρι να απαντηθεί αυτό, θα συνεχίσουμε να έχουμε στόχους χωρίς προορισμό, προγράμματα χωρίς αφήγηση, πολιτική χωρίς όραμα και πιτσιρικάδες σαν τον χθεσινό που θα εγκαταλείπουν τη χώρα και θα μας τρίβουν στην μούρη την ανεπάρκεια μας να φανταστούμε "έναν άλλο κόσμο που να είναι εφικτός".

Λιγότερα



Η Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΕΝΟΧΗ ΤΩΝ ΑΘΩΩΝ


 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

58 λ. 
Η ΕΝΟΧΗ ΤΩΝ ΑΘΩΩΝ
Πώς οι κοινωνικές αντιφάσεις μετατράπηκαν σε ατομικές αποτυχίες
Για δεκαετίες η κυρίαρχη αφήγηση μάς έμαθε να αντιμετωπίζουμε το άγχος, την κατάθλιψη, την εξουθένωση ή την αίσθηση ανεπάρκειας κυρίως ως ζητήματα προσωπικής διαχείρισης. Αν δυσκολεύεσαι, πρέπει να γίνεις πιο ανθεκτικός. Αν αγχώνεσαι, να μάθεις καλύτερες τεχνικές coping. Αν εξαντλείσαι, να οργανωθείς καλύτερα. Αν αποτυγχάνεις, να δουλέψεις περισσότερο με τον εαυτό σου.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η λογική συχνά μετατρέπει κοινωνικές αντιφάσεις σε ατομικές ενοχές.
Ένας άνθρωπος μπορεί να εργάζεται δέκα ώρες τη μέρα, να ζει μέσα στην εργασιακή ανασφάλεια, να δυσκολεύεται να πληρώσει ενοίκιο, να μην έχει χρόνο για σχέσεις, να μεγαλώνει σε μια κοινωνία ακραίου ανταγωνισμού και παρ’ όλα αυτά να καταλήγει να πιστεύει ότι το πρόβλημα είναι ότι «δεν προσπαθεί αρκετά».
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ύπουλη διάσταση του νεοφιλελευθερισμού. Δεν επιβάλλεται μόνο οικονομικά, αλλά εσωτερικεύεται ψυχολογικά. Ο άνθρωπος αρχίζει να αντιμετωπίζει τον εαυτό του σαν επιχείρηση. Σαν project. Σαν startup. Πρέπει διαρκώς να βελτιώνεται. Να αναβαθμίζεται. Να γίνεται πιο παραγωγικός. Πιο αποτελεσματικός. Πιο ανταγωνιστικός.
Ακόμη και η ξεκούραση συχνά παρουσιάζεται όχι ως δικαίωμα αλλά ως μέσο για να επιστρέψεις αποδοτικότερος στη δουλειά.
Ο Byung-Chul Han το περιγράφει εύστοχα όταν λέει ότι περάσαμε από την κοινωνία της πειθαρχίας στην κοινωνία της επίδοσης. Δεν χρειάζεται πια κάποιος να σε καταπιέζει απ’ έξω. Γίνεσαι μόνος σου ο επιτηρητής του εαυτού σου.
Και βέβαια αυτή η διαδικασία αλλάζει ακόμη και τον τρόπο που κατανοούμε την ψυχική υγεία. Αρχίζουμε να ψυχολογικοποιούμε όλο και περισσότερο αυτό που είναι κοινωνικό. Η μοναξιά γίνεται ατομική δυσκολία αντί κοινωνική αποσύνδεση. Η εξουθένωση γίνεται ατομική ανεπάρκεια αντί αποτέλεσμα εργασιακών συνθηκών. Η ανασφάλεια ή ακόμη και η φτώχεια γίνεται προσωπικό πρόβλημα αυτοπεποίθησης αντί έκφραση μιας επισφαλούς πραγματικότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ψυχοθεραπεία δεν έχει αξία. Το αντίθετο.
Αλλά ίσως μια ώριμη ψυχοθεραπεία χρειάζεται να βοηθά τον άνθρωπο όχι μόνο να κατανοήσει τον εσωτερικό του κόσμο αλλά και να αναγνωρίζει τις κοινωνικές δυνάμεις που τον διαμορφώνουν. Γιατί υπάρχει κάτι βαθιά άδικο στο να ζητάμε από τους ανθρώπους να θεραπευτούν ατομικά από πληγές που παράγονται συλλογικά.
Και ίσως γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μια αυξανόμενη ανάγκη να ξανασυνδεθεί η ψυχολογία με την πολιτική, την κοινότητα, την τάξη, τις κοινωνικές ανισότητες και την ιστορία.
Η βαθύτερη ερώτηση δεν είναι μόνο «Τι μου συνέβη;» αλλά και
«Μέσα σε τι κόσμο προσπαθώ να ζήσω;»
Γιατί πολύ συχνα το πρόβλημα δεν είναι ότι ο άνθρωπος δεν προσαρμόζεται αρκετά καλά. Το πρόβλημα είναι ότι καλείται να προσαρμοστεί σε κάτι βαθιά αρρωστημένο.
Λιγότερα

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)