Από τη δήλωση Σεφέρη ως τα Δεκαοχτώ Κείμενα
Αθήνα 28 Μαρτίου 1969. Είναι Παρασκευή, κοντεύει να μεσημεριάσει και γύρω από το τραπέζι του «Ζόναρς» όπου κάθονται ο Γιώργος και η Μαρώ Σεφέρη, επικρατεί ασυνήθιστη κίνηση. Η κυρία Σεφέρη και κάποιοι έμπιστοι φίλοι του ζεύγους έχουν ήδη περάσει απ' όλες τις εφημερίδες εκτός της «Εστίας» και απ' τα γραφεία ξένων ανταποκριτών, κι έχουν αφήσει δαχτυλογραφημένα αντίγραφα της πολυαναμενόμενης δήλωσης του νομπελίστα εναντίον της χούντας. Της δήλωσης που λίγο αργότερα θα ακουστεί από την ελληνική υπηρεσία του BBC. Το νέο μεταδίδεται με ταχύτητα. Κι όταν ο Ρόμπερτ Κίλι δέχεται στην αμερικανική πρεσβεία το τηλεφώνημα του ποιητή με το οποίο του δίνεται πράσινο φως να ενημερώσει επίσημα και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο θόρυβος που φτάνει στ' αφτιά του τον κάνει να πιστέψει πως ο Σεφέρης έχει οργανώσει γιορτή!
«΄Ολοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους με βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. ΄Οσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό. Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να πω, μιλάω χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω».
Η δήλωση του Σεφέρη - το γνωστότερο γεγονός στη ζωή του πέρα από τη μελοποίηση των ποιημάτων του από τον Θεοδωράκη, σύμφωνα με τον βιογράφο του Ρόντρικ Μπίτον- μόνο αυθόρμητη δεν ήταν. ΄Οπως κι οι περισσότεροι επιφανείς ομότεχνοί του, έτσι κι ο ίδιος, από τον Απρίλιο του '67 είχε ματαιώσει κάθε εκδοτικό του σχέδιο στην Ελλάδα, αρνούμενος να υποβάλει τη δουλειά του στον έλεγχο των λογοκριτών. Οι προσδοκίες, ωστόσο, που είχαν εναποτεθεί στο πρόσωπό του, δεδομένης της αίγλης του βραβείου Νόμπελ, ήταν μεγαλύτερες. Κάτι που είχε νιώσει κι ο ίδιος κατά τη σύντομη παραμονή του στις ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του '68: η απροκάλυπτη δυσαρέσκεια του ακροατηρίου, σε δημόσια ανάγνωσή του στη Νέα Υόρκη, μπροστά στην επίμονη άρνησή του να τοποθετηθεί ανοιχτά στο θέμα της δικτατορίας, τον είχε ενοχλήσει πολύ...
Ανάλογη ήταν κι η ενόχληση του καθεστώτος από την διεθνή απήχηση της δήλωσης του ποιητή. Εξ ου και η φήμη που διέσπειραν ελεγχόμενες από αυτό πένες, πως η αντίδρασή του οφειλόταν στο ότι δεν εξελέγη ακαδημαϊκός. Ο Γιώργος Σεφέρης, όμως, ουδέποτε είχε υποβάλει τέτοιο αίτημα -οι βασικοί υποψήφιοι για την Ακαδημία το 1969 ήταν ο ΄Αγγελος Βλάχος και ο Πέτρος Χάρης, ο οποίος κι εξελέγη με εισήγηση του Ηλία Βενέζη... Ο ποιητής Γιάννης Κοντός, φαντάρος τότε, θ’ ανακαλούσε αργότερα τη ζωηρή ατμόσφαιρα που επικρατούσε σε σπίτια λογοτεχνών, του Τάκη Σινόπουλου, του Αλέξανδρου Κοτζιά, του Αλέξανδρου Αργυρίου ή του Κίμωνα Φράιερ, «όπου νέοι και παλιότεροι διαβάζαμε πεζά και ποιήματα, όπως περίπου γινόταν και στα χρόνια της Κατοχής». ΄Επρεπε να καταργηθεί η προληπτική λογοκρισία για να πάρει τέλος η εκδοτική τους σιωπή.
Λίγο μετά τη δήλωση Σεφέρη, οι αρχές ανακοινώνουν ότι μια «εθνική ανθολογία διηγημάτων» που είχε υιοθετήσει ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, αυτή τού Αποστολίδη, θα δημοσιευόταν υποχρεωτικά σε συνέχειες σ' όλες τις εφημερίδες. Η απάντηση είναι άμεση: δεκαοχτώ αθηναίοι συγγραφείς της μεταπολεμικής γενιάς -ανάμεσα στους οποίους οι Βαλτινός, Κουμανταρέας, Κάσδαγλης, Καλιότσος, Ρούφος, Ταχτσής, Τσιτσέλη και Φραγκόπουλος-υπογράφουν ένα ιστορικό κείμενο διαμαρτυρίας για την απόπειρα να δημιουργηθεί η εντύπωση πως η πνευματική ζωή στη χώρα είναι ελεύθερη.
«Το πόσο σημαντική είναι η ελευθερία για την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και των εθνών μάς το επιβεβαίωσαν πρόσφατα ακόμα, ο ηρωϊκός αγώνας του τσεχοσλαβακικού λαού για να την κατακτήσει, κι οι διαμαρτυρίες των φιλελεύθερων Ρώσων διανουμένων, που εξακολουθούν να διώκονται», τόνιζαν. Και κατέληγαν: «Τιμούμε τον Γιώργο Σεφέρη, γιατί πρώτος επεσήμανε τους κινδύνους που αυξάνουν όσο παρατείνεται η σημερινή κατάσταση». Ούτε ίχνος απ' τα παραπάνω δεν πέρασε στον τύπο. Μόνο απ' τα ερτζιανά μεταδόθηκε η διαμαρτυρία τους, απ' τους σταθμούς του Λονδίνου, του Βερολίνου και του Παρισιού, ενώ περίληψή της δημοσιεύτηκε στις σελίδες της «Μοντ».
Τον Νοέμβριο του '69, το καθεστώς αντικαθιστά την προληπτική λογοκρισία με τον «νόμο περί Τύπου», υποχρεώνοντας πλέον εκδότες, δημιοσιογράφους και συγγραφείς ν' αυτολογοκρίνονται. Οι μέχρι τότε «σιωπούντες» λογοτέχνες, ωστόσο, το τολμούν: συμμαχώντας με τη Νανά Καλλιανέση του «Κέδρου», αποφασίζουν την έκδοση ενός συλλογικού τόμου, του οποίου ο τίτλος ήταν απολύτως σύμφωνος με το γράμμα του νόμου, ενώ το περιεχόμενό του ήταν έμμεσα ή ευθέως αντιδικτατορικό. Τα «Δεκαοχτώ κείμενα» θα δουν το φως το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, σημειώνοντας πρωτοφανείς πωλήσεις για τα δεδομένα της εποχής (16.000 αντίτυπα). Διόλου τυχαία, το βιβλίο άνοιγε με το ποίημα του Σεφέρη «Οι γάτες του Αϊ Νικόλα», με στίχους που έθιγαν τις διαβρωτικές συνέπειες του κακού στο σώμα της πολιτικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου