Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Stavroula Papaspirou : Από τη δήλωση Σεφέρη ως τα Δεκαοχτώ Κείμενα

 

Από τη δήλωση Σεφέρη ως τα Δεκαοχτώ Κείμενα

Αθήνα 28 Μαρτίου 1969. Είναι Παρασκευή, κοντεύει να μεσημεριάσει και γύρω από το τραπέζι του «Ζόναρς» όπου κάθονται ο Γιώργος και η Μαρώ Σεφέρη, επικρατεί ασυνήθιστη κίνηση. Η κυρία Σεφέρη και κάποιοι έμπιστοι φίλοι του ζεύγους έχουν ήδη περάσει απ' όλες τις εφημερίδες εκτός της «Εστίας» και απ' τα γραφεία ξένων ανταποκριτών, κι έχουν αφήσει δαχτυλογραφημένα αντίγραφα της πολυαναμενόμενης δήλωσης του νομπελίστα εναντίον της χούντας. Της δήλωσης που λίγο αργότερα θα ακουστεί από την ελληνική υπηρεσία του BBC. Το νέο μεταδίδεται με ταχύτητα. Κι όταν ο Ρόμπερτ Κίλι δέχεται στην αμερικανική πρεσβεία το τηλεφώνημα του ποιητή με το οποίο του δίνεται πράσινο φως να ενημερώσει επίσημα και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο θόρυβος που φτάνει στ' αφτιά του τον κάνει να πιστέψει πως ο Σεφέρης έχει οργανώσει γιορτή!

«΄Ολοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους με βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. ΄Οσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό. Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να πω, μιλάω χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω».

Η δήλωση του Σεφέρη - το γνωστότερο γεγονός στη ζωή του πέρα από τη μελοποίηση των ποιημάτων του από τον Θεοδωράκη, σύμφωνα με τον βιογράφο του Ρόντρικ Μπίτον- μόνο αυθόρμητη δεν ήταν. ΄Οπως κι οι περισσότεροι επιφανείς ομότεχνοί του, έτσι κι ο ίδιος, από τον Απρίλιο του '67 είχε ματαιώσει κάθε εκδοτικό του σχέδιο στην Ελλάδα, αρνούμενος να υποβάλει τη δουλειά του στον έλεγχο των λογοκριτών. Οι προσδοκίες, ωστόσο, που είχαν εναποτεθεί στο πρόσωπό του, δεδομένης της αίγλης του βραβείου Νόμπελ, ήταν μεγαλύτερες. Κάτι που είχε νιώσει κι ο ίδιος κατά τη σύντομη παραμονή του στις ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του '68: η απροκάλυπτη δυσαρέσκεια του ακροατηρίου, σε δημόσια ανάγνωσή του στη Νέα Υόρκη, μπροστά στην επίμονη άρνησή του να τοποθετηθεί ανοιχτά στο θέμα της δικτατορίας, τον είχε ενοχλήσει πολύ...

Ανάλογη ήταν κι η ενόχληση του καθεστώτος από την διεθνή απήχηση της δήλωσης του ποιητή. Εξ ου και η φήμη που διέσπειραν ελεγχόμενες από αυτό πένες, πως η αντίδρασή του οφειλόταν στο ότι δεν εξελέγη ακαδημαϊκός. Ο Γιώργος Σεφέρης, όμως, ουδέποτε είχε υποβάλει τέτοιο αίτημα -οι βασικοί υποψήφιοι για την Ακαδημία το 1969 ήταν ο ΄Αγγελος Βλάχος και ο Πέτρος Χάρης, ο οποίος κι εξελέγη με εισήγηση του Ηλία Βενέζη... Ο ποιητής Γιάννης Κοντός, φαντάρος τότε, θ’ ανακαλούσε αργότερα τη ζωηρή ατμόσφαιρα που επικρατούσε σε σπίτια λογοτεχνών, του Τάκη Σινόπουλου, του Αλέξανδρου Κοτζιά, του Αλέξανδρου Αργυρίου ή του Κίμωνα Φράιερ, «όπου νέοι και παλιότεροι διαβάζαμε πεζά και ποιήματα, όπως περίπου γινόταν και στα χρόνια της Κατοχής». ΄Επρεπε να καταργηθεί η προληπτική λογοκρισία για να πάρει τέλος η εκδοτική τους σιωπή.

Λίγο μετά τη δήλωση Σεφέρη, οι αρχές ανακοινώνουν ότι μια «εθνική ανθολογία διηγημάτων» που είχε υιοθετήσει ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, αυτή τού Αποστολίδη, θα δημοσιευόταν υποχρεωτικά σε συνέχειες σ' όλες τις εφημερίδες. Η απάντηση είναι άμεση: δεκαοχτώ αθηναίοι συγγραφείς της μεταπολεμικής γενιάς -ανάμεσα στους οποίους οι Βαλτινός, Κουμανταρέας, Κάσδαγλης, Καλιότσος, Ρούφος, Ταχτσής, Τσιτσέλη και Φραγκόπουλος-υπογράφουν ένα ιστορικό κείμενο διαμαρτυρίας για την απόπειρα να δημιουργηθεί η εντύπωση πως η πνευματική ζωή στη χώρα είναι ελεύθερη.

«Το πόσο σημαντική είναι η ελευθερία για την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και των εθνών μάς το επιβεβαίωσαν πρόσφατα ακόμα, ο ηρωϊκός αγώνας του τσεχοσλαβακικού λαού για να την κατακτήσει, κι οι διαμαρτυρίες των φιλελεύθερων Ρώσων διανουμένων, που εξακολουθούν να διώκονται», τόνιζαν. Και κατέληγαν: «Τιμούμε τον Γιώργο Σεφέρη, γιατί πρώτος επεσήμανε τους κινδύνους που αυξάνουν όσο παρατείνεται η σημερινή κατάσταση». Ούτε ίχνος απ' τα παραπάνω δεν πέρασε στον τύπο. Μόνο απ' τα ερτζιανά μεταδόθηκε η διαμαρτυρία τους, απ' τους σταθμούς του Λονδίνου, του Βερολίνου και του Παρισιού, ενώ περίληψή της δημοσιεύτηκε στις σελίδες της «Μοντ».

Τον Νοέμβριο του '69, το καθεστώς αντικαθιστά την προληπτική λογοκρισία με τον «νόμο περί Τύπου», υποχρεώνοντας πλέον εκδότες, δημιοσιογράφους και συγγραφείς ν' αυτολογοκρίνονται. Οι μέχρι τότε «σιωπούντες» λογοτέχνες, ωστόσο, το τολμούν: συμμαχώντας με τη Νανά Καλλιανέση του «Κέδρου», αποφασίζουν την έκδοση ενός συλλογικού τόμου, του οποίου ο τίτλος ήταν απολύτως σύμφωνος με το γράμμα του νόμου, ενώ το περιεχόμενό του ήταν έμμεσα ή ευθέως αντιδικτατορικό. Τα «Δεκαοχτώ κείμενα» θα δουν το φως το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, σημειώνοντας πρωτοφανείς πωλήσεις για τα δεδομένα της εποχής (16.000 αντίτυπα). Διόλου τυχαία, το βιβλίο άνοιγε με το ποίημα του Σεφέρη «Οι γάτες του Αϊ Νικόλα», με στίχους που έθιγαν τις διαβρωτικές συνέπειες του κακού στο σώμα της πολιτικής.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)