Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης Η ΕΛΛΑΔΑ ΩΣ ΑΠΟΥΣΙΑ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

51 λ. 
Η ΕΛΛΑΔΑ ΩΣ ΑΠΟΥΣΙΑ
Η δικτατορία δεν υπήρξε μόνο ένα πολιτικό γεγονός. Υπήρξε μια βαθιά τομή στον τρόπο που οι Έλληνες σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας και τον τόπο μας . Μια ολόκληρη γενιά μπήκε σε αυτήν ως παιδί και βγήκε από αυτήν πρόωρα γερασμένη. Όχι από εμπειρία ζωής, αλλά από καχυποψία. Έμαθε να αναλύει αντί να ζει, να υποψιάζεται αντί να εμπιστεύεται, να περιμένει ένα «μετά» που δεν ήρθε ποτέ. Μπήκαμε στη δικατορία ανέμελοι πιτσιρικάδες και βγήκαμε κυνικοί κωλόγεροι που ψάχνουν τρόπο για να σκίσουν την μπάλα των παιδιών της αλάνας.
Μέσα σε αυτά τα χρόνια, η Ελλάδα έπαψε να βιώνεται ως παρόν και μετατράπηκε σε κάτι που είτε απορριπτόταν είτε παραχωρούνταν στους «άλλους». Την ίδια στιγμή, καλλιεργήθηκε η φαντασίωση ενός διαφορετικού, δυτικού κόσμου. Ενός τόπου ελευθερίας και έντασης που δεν τον ζήσαμε ποτέ πραγματικά, αλλά λειτούργησε ως μόνιμο σημείο αναφοράς. Σαν ο Μεγάλος Άλλος που στεκόμαστε μπροστά του γονατιστοί προσδοκώντας απεγνωσμένα μιαν έγκριση.
Έτσι, η σχέση με την πραγματικότητα υποχώρησε, και μαζί της υποχώρησε και ο ρυθμός της καθημερινής ζωής: εκείνος ο απλός, ιστορικός ρυθμός που συνέδεε τον άνθρωπο με τον τόπο και τον χρόνο του. Η ίδια η πραγματικότητα έγινε ένα ακόμη αντικείμενο χρήσης. Ο τόπος και ο χρόνος καταναλώνεται πια όπως καταναλώνεται το vitam στις διαφημίσεις των ψευτο-οικογενειακών πρωϊνών.
Τι κρίμα! Η μεταπολίτευση δεν αποκατέστησε αυτή τη ρήξη. Αντίθετα, την μετέφερε σε άλλα πεδία: ιδεολογίες, ταυτότητες, μορφές συλλογικότητας που συχνά λειτουργούσαν ως υποκατάστατα μιας χαμένης οικειότητας. Αδέξιες υπεραναπληρώσεις που καμώνονταν τις αριστερές.
Όμως η καχυποψία παρέμεινε και απλώς άλλαξε περιεχόμενο. Από πολιτική έγινε πλέον υπαρξιακή. Σαν να στέκεσαι μέσα στη ζωή σου και, αντί να την ζεις, την κοιτάς από απόσταση χωρίς να εμπιστεύεσαι ούτε αυτό που βλέπεις ούτε αυτό που νιώθεις.
Έτσι, η σύγχρονη ελληνική ταυτότητα φαίνεται να κινείται ανάμεσα σε δύο άκρα: από τη μία, την απόρριψη του συλλογικού μας εαυτού και από την άλλη, τη νοσταλγική του εξιδανίκευση. Ανάμεσα σε αυτά, χάθηκε η δυνατότητα απλής κατοίκησης του παρόντος. Μας κλέψαμε το έδαφος κάτω απ' τα πόδια μας.
Και γίναμε όλοι μας ξεφτέρια στην ανάλυση καθώς ξεχάσαμε να ζούμε.
Και τι κάνουμε τώρα;
Ίσως το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή σε κάτι χαμένο, αλλά η επανασύνδεση με μια στοιχειώδη εμπειρία: να μπορεί κανείς να ζει στον τόπο του χωρίς κυνισμός, ειρωνεία ή φαντασίωση. Να μην χρειάζεται να γίνει κάτι άλλο για να υπάρξει.
Να μπορέσει, επιτέλους, να σταθεί -απλώς- εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)