Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης: Ο ΡΑΓΙΑΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 

Ακολουθήστε

Ο ΡΑΓΙΑΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ
Ο «ραγιάς μέσα μας» δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Δεν είναι ιστορικό κατάλοιπο που αφορά μόνο το παρελθόν. Εμφανίζεται καθημερινά, στις πιο μικρές, σχεδόν αόρατες συμπεριφορές μας.
Εμφανίζεται όταν:
- αποφεύγουμε να εκφράσουμε άποψη μπροστά σε κάποιον που θεωρούμε ισχυρότερο
- προσαρμοζόμαστε αυτόματα σε κάθε εξουσία χωρίς εσωτερική επεξεργασία
- απαξιώνουμε οτιδήποτε «δικό μας» και εξιδανικεύουμε οτιδήποτε «ξένο»
- λειτουργούμε με το «κοίτα τη δουλειά σου» ως βασική αρχή επιβίωσης
- επιλέγουμε την ασφάλεια της συμμόρφωσης αντί για το ρίσκο της ευθύνης
- υιοθετούμε έναν διάχυτο κυνισμό («όλοι ίδιοι είναι», «τίποτα δεν αλλάζει») που μας απαλλάσσει από την ανάγκη συμμετοχής
- ειρωνευόμαστε κάθε συλλογική προσπάθεια ως αφελή ή μάταιη
- μετατρέπουμε την απογοήτευση σε μόνιμη στάση ζωής, για να μη χρειαστεί ποτέ να εκτεθούμε
- επιδεικνύουμε τον "τσαμπουκά" μας στον αδύναμο διπλανό μας.
Και εμφανίζεται και πολιτικά:
- όταν αποδεχόμαστε αποφάσεις που μας αφορούν χωρίς ουσιαστική συμμετοχή ή αντίδραση
- όταν ταυτίζουμε το «ρεαλιστικό» με το «υποτακτικό» και βαφτίζουμε την παραίτηση «σοβαρότητα»
- όταν αναθέτουμε διαρκώς σε «ισχυρούς άλλους» (ηγέτες, συμμαχίες, θεσμούς) την ευθύνη της ύπαρξής μας
- όταν η εξωτερική εξάρτηση παρουσιάζεται ως μονόδρομος και εσωτερικεύεται ως φυσική κατάσταση
- όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαχείριση φόβου και όχι σε παραγωγή νοήματος
- όταν η επίκληση των «συσχετισμών ισχύος» ακυρώνει κάθε δυνατότητα επιλογής
- όταν η κοινωνία παραιτείται από τη στρατηγική και περιορίζεται στην προσαρμογή
- όταν η δημόσια σφαίρα γεμίζει είτε με σιωπή είτε με θορυβώδη αλλά ανέξοδη ρητορική
Ο «ραγιάς», λοιπόν, δεν είναι απλώς υποτέλεια.
Είναι μια βαθιά εγγεγραμμένη στάση ύπαρξης.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα υποκείμενο μαθαίνει να επιβιώνει όταν δεν ελέγχει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει. Έτσι μας "εκπαίδευσαν" για δεκαετίες.
Με όρους ψυχολογίας, είναι τραυματική προσαρμογή, που βέβαια αξιοποιείται από τους κυρίαρχους μηχανισμούς χειραγώγησης.
Και εδώ βρίσκεται η πιο δύσκολη αλήθεια:
Δεν είναι ελάττωμα.
Είναι αποτύπωμα τραυματικής εμπειρίας.
Γι’ αυτό και δεν φεύγει με οργή.
Όταν τον πολεμάς, τον ενισχύεις.
Όταν τον ντρέπεσαι, τον κρύβεις, δεν τον ξεπερνάς.
Και όταν προσπαθείς να τον ακυρώσεις, εμφανίζεται αλλιώς:
ως υπεραναπλήρωση.
Εκεί που πριν υπήρχε σιωπή, εμφανίζεται επιθετικότητα.
Εκεί που υπήρχε προσαρμογή, εμφανίζεται φαντασιακή ισχύς.
Εκεί που υπήρχε φόβος, εμφανίζεται κυνισμός.
Έτσι, το τραύμα δεν ξεπερνιέται.
Απλώς αλλάζει πρόσωπο.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πώς θα αποβάλλουμε τον ραγιά από μέσα μας.
Το ερώτημα είναι πώς θα πάψουμε να τον χρειαζόμαστε.
Και αυτό απαιτεί κάτι πολύ πιο δύσκολο από θυμό ή καταγγελία:
Απαιτεί επίγνωση.
Να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η στάση υπήρξε κάποτε αναγκαία.
Ότι ήταν τρόπος επιβίωσης μέσα σε συνθήκες που δεν επιλέξαμε.
Ότι δεν γεννηθήκαμε έτσι. Αναγκαστήκαμε να γίνουμε.
Και άρα μπορούμε να γίνουμε κάτι άλλο.
Αλλά όχι μέσα από την άρνηση.
Μέσα από τη νοηματοδότηση.
Να μετατρέψουμε το τραύμα σε κατανόηση.
Την εμπειρία σε αφήγηση.
Την αφήγηση σε ευθύνη.
Γιατί μόνο ό,τι ενσωματώνεται, παύει να μας καθορίζει.
Και από εκεί ξεκινά η πραγματική μετατόπιση:
Από την προσαρμογή, στην ενήλικη ευθύνη
Από τη μίμηση, στην αυτοσυνείδηση
Από την αντίδραση, στην επιλογή
Αυτό είναι το σημείο ωρίμανσης.
Όχι να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε «ραγιάδες».
Αλλά να πάψουμε να οριζόμαστε από αυτό.
Γιατί τελικά:
Ο «ραγιάς» δεν φεύγει όταν τον πολεμάς.
Φεύγει όταν δεν τον χρειάζεσαι πια για να επιβιώσεις.
Και αυτό δεν είναι ζήτημα ισχύος. Είναι ζήτημα ατομικού και συλλογικού νοήματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)