Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης: ΟΤΑΝ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΡΓΕΙ Η σιωπηλή κρίση της Ελλάδας

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

ΟΤΑΝ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΡΓΕΙ
Η σιωπηλή κρίση της Ελλάδας
Σε εποχές όπου οι βεβαιότητες υποχωρούν και ο κόσμος μοιάζει «θολός», η αναζήτηση νοήματος δεν είναι πολυτέλεια, είναι υπαρξιακή ανάγκη. Το ποίημα του Γκάτσου, "Το τραγούδι του παλιού καιρού" ξεκινά ακριβώς από αυτή τη συνθήκη αποσύνδεσης και ρευστότητας.
«Του κόσμου το ποτάμι είναι θολό» μια φράση που συμπυκνώνει την εμπειρία μιας εποχής που δυσκολεύεται να δει καθαρά τον εαυτό της.
Και όμως, δεν μένει εκεί. Αντί να υποκύψει στη διάλυση, προτείνει μια ήσυχη αλλά αποφασιστική επιστροφή: στη δημιουργία, στη μνήμη, στη σχέση. Η εικόνα του ανθρώπου «σκυμμένου στον πηλό» που «κεντά καράβια και χελιδόνια» δείχνει ακριβώς αυτό: μέσα στην ύλη, μέσα στην ανάγκη, γεννιέται μια πράξη νοηματοδότησης. Τα καράβια και τα χελιδόνια δεν είναι απλώς εικόνες, είναι φορείς συνέχειας και προσδοκίας, ίχνη ενός κόσμου που επιμένει να σημαίνει.
Η έλλειψη είναι παρούσα και δεν ωραιοποιείται: «το πέλαγο πικρό και η γη μας λίγη». Όμως αυτή η συνθήκη δεν οδηγεί σε παραίτηση. Αντίθετα, εντείνει την ανάγκη για νόημα. Το νόημα εδώ δεν προκύπτει από την αφθονία, αλλά από την προσπάθεια να αντέξει κανείς την έλλειψη και να της δώσει μορφή.
Στον πυρήνα του ποιήματος βρίσκεται η μνήμη. Ο «παλιός του Πόντου ναυαγός» δεν επιστρέφει ως τραύμα που απαιτεί αποκατάσταση, αλλά ως ίχνος που επιμένει, ως κοχύλι, ως βότσαλο. Η μνήμη δεν είναι στατική, είναι διάχυτη και μεταμορφωτική. Το τραύμα δεν εξαφανίζεται, ενσωματώνεται. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία, η απώλεια γίνεται στοιχείο συνέχειας.
Εδώ αναδεικνύεται και μια βαθύτερη αλήθεια: η ταυτότητα δεν συγκροτείται μόνο από ό,τι υπάρχει, αλλά και από ό,τι έχει χαθεί και διατηρείται ως μνήμη. Η εθνική αυτοσυνείδηση, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι σύνθημα ή ιδεολογία. Είναι η ικανότητα να μετατρέπεις το τραύμα σε αφήγηση και την αφήγηση σε νόημα.
Ο πόνος, στο ποίημα, δεν καταστέλλεται. «Καημούς να συλλαβίζω» - γίνεται λόγος. Και ο λόγος γίνεται τρόπος να παραμείνει το νόημα ζωντανό. Χωρίς αυτή τη μεταμόρφωση, το τραύμα παραμένει άμορφο και διαβρωτικό. Με αυτήν, γίνεται δημιουργικό.
Το ποίημα δεν υπόσχεται άμεση λύτρωση. «Ανάσταση θα αργήσει να φανεί». Η αναφορά στη Μεγάλη Τρίτη αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία. Είναι ο χρόνος της καθυστέρησης, όπου η λύτρωση δεν έχει ακόμη φανεί, αλλά η στάση του ανθρώπου έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται. Είναι ο χρόνος της εγρήγορσης χωρίς βεβαιότητα.
Και εδώ το ποίημα συναντά τη σύγχρονη ελληνική εμπειρία.
Με έναν διαφορετικό τρόπο, η Ελλάδα μοιάζει να ζει σε μια παρατεταμένη Μεγάλη Τρίτη. Σε μια συνθήκη όπου η αποκατάσταση υπόσχεται αλλά καθυστερεί, και όπου το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αναβολή της λύτρωσης, αλλά η σταδιακή φθορά της προσμονής της. Σε αυτό το μεσοδιάστημα, η δημόσια ζωή συχνά περιορίζεται στη διαχείριση της επιβίωσης και των ισορροπιών, αφήνοντας το νόημα στο περιθώριο.
Τα σύμβολα του ποιήματος -ο λύκος, ο αετός και ο αστρίτης- δεν είναι θριαμβευτικά. Ανήκουν σε έναν κόσμο σκληρό και οριακό. Ο λύκος μιλά για την επιβίωση, ο αετός για την ελευθερία, ενώ ο αστρίτης, ένα δηλητηριώδες φίδι των ορεινών περιοχών, εισάγει την εγρήγορση απέναντι στον κίνδυνο και το όριο. Υπενθυμίζουν ότι το νόημα δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά βίωμα που γεννιέται μέσα από τη συνάντηση με τα όρια της ζωής.
Η καταληκτική προτροπή «να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή» είναι ίσως το πιο ουσιαστικό σημείο. Το νόημα δεν προσφέρεται έτοιμο. Δεν διατηρείται από μόνο του. Πρέπει να ενεργοποιείται ξανά, μέσα από τη μνήμη, τη σχέση, τη δημιουργία. Μέσα από τη σχέση μας με την Ελευθερία, τον Θάνατο και την Μοναξιά.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό διακύβευμα σήμερα.
Όχι αν η Ελλάδα είναι αρκετά ισχυρή.
Αλλά αν μπορεί να επανα-νοηματοδοτηθεί. Να βρει ξανά το χαμένο νήμα του νοήματος της ύπαρξης, της συνύπαρξης και της πράξης.
Γιατί τελικά, αυτό που κρατά έναν τόπο ζωντανό δεν είναι η ισχύς του, αλλά η σχέση του με την πηγή του.
Και η πηγή αυτή δεν χάνεται.
Απλώς περιμένει να την ζωντανέψουμε ξανά.
ΥΓ Το Τραγούδι του Παλιού Καιρού στο πρώτο σχόλιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)