Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης: Ο ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

Ο ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ
Στο έργο του για την ψυχολογία του ολοκληρωτισμού, ο Carl Jung έδειξε ότι οι μεγάλες πολιτικές μετατοπίσεις δεν εξηγούνται μόνο με όρους ιδεολογίας ή συμφερόντων. Όταν μια κοινωνία χάνει τη σχέση της με το νόημα, το συλλογικό ασυνείδητο ενεργοποιείται και αρχέτυπες δυνάμεις καταλαμβάνουν τη θέση του συνειδητού. Τότε η πολιτική παύει να είναι απλή διαχείριση και γίνεται έκφραση ψυχικών αναγκών.
Η σύγχρονη ελληνική περίπτωση, ωστόσο, δεν χαρακτηρίζεται από έκρηξη αρχέτυπων, αλλά από την αποδυνάμωσή τους. Η παρατεταμένη μνημονιακή κρίση και η αποτυχία της αριστερής διακυβέρνησης δεν παρήγαγε νέο νόημα, αλλά κόπωση. Δεν συγκρότησε αφήγηση, αλλά παρήγαγε άγχος.
Σε αυτή τη συνθήκη, δεν αναζητείται πια ο ηγέτης που θα εμπνεύσει, αλλά εκείνος που θα σταθεροποιήσει. Και εδώ αναδύθηκε -σύμφωνα με τις οδηγίες των αμερικανών επικοινωνιολόγων- η μορφή του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Μετά το 2015 η ελληνική κοινωνία βρέθηκε σε φάση αποφόρτισης. Η εμπειρία της κρίσης δεν μετασχηματίστηκε σε νόημα, αλλά σε ανάγκη αποφυγής ενός νέου τραύματος.
Το συλλογικό ασυνείδητο, αντί να εκραγεί, αναδιπλώθηκε, ζητώντας σταθερότητα αντί για υπέρβαση.
Σε αυτό το πλαίσιο ενεργοποιήθηκε μια εκφυλισμένη μορφή αρχέτυπου: ο «Διαχειριστής», δηλαδή μια παραμόρφωση των αρχετύπων του Σοφού και του Πατέρα και αφορά στη γνώση χωρίς σοφία, στην τάξη χωρίς νόημα και στον έλεγχο χωρίς κατεύθυνση.
Το αρχέτυπο της διαχείρισης ενεργοποιείται όταν υπάρχει τραύμα (ατομικό/συλλογικό), φόβος νέας αποσταθεροποίησης,
απώλεια νοήματος, χαμηλή εμπιστοσύνη και αποφυγή ρίσκου
Δηλαδή όταν μια κοινωνία δεν ζητά κατεύθυνση, αλλά ανακούφιση
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ενσάρκωσε πιστά αυτή τη μορφή που δεν εμπνέει, αλλά ρυθμίζει. Που δεν κατευθύνει, αλλά οργανώνει. Που δεν νοηματοδοτεί, αλλά διαχειρίζεται.
Με τον τρόπο αυτό η πολιτική μετατράπηκε σε μηχανισμό ψυχικής σταθεροποίησης, σε ρυθμιστή άγχους.
Μια τέτοια πολιτική δεν παράγει όραμα, παράγει προβλεψιμότητα. Δεν κινητοποιεί, αλλά καθησυχάζει. Δεν ζητά συμμετοχή, αλλά υπόσχεται ασφάλεια.
Σε αυτή τη συνθήκη, η Σκιά -όλα εκείνα τα στοιχεία που το άτομο ή η κοινωνία αρνείται να αναγνωρίσει ως δικά της- δεν εκρήγνυται, αλλά διαχέεται. Η σύγκρουση αποφεύγεται. Η ευθύνη μετατίθεται. Η ένταση μετατρέπεται σε κυνισμό. Και εδώ εντάσσεται οργανικά και η διαφθορά ως φυσική συνέπεια.
Όταν η πολιτική αποσυνδέεται από το νόημα, χάνει και το όριο της. Δεν υπάρχει πια κάτι που να τη συγκρατεί εσωτερικά, παρά μόνο αυτό που «λειτουργεί».
Με γιουνγκιανούς όρους, η Σκιά δεν εμφανίζεται εδώ ως ρήξη, αλλά ως ενσωμάτωση με μικρές και μεγάλες αποκλίσεις, δίκτυα,
«διευκολύνσεις», πρακτικές χωρίς ηθικό φορτίο
Με τον τρόπο αυτό, η διαφθορά δεν ήταν εξαίρεση, αλλά κανονικότητα χωρίς ενοχή.
Και σε μια κουρασμένη κοινωνία, όλο αυτό προφανώς δεν προκαλεί εξέγερση, αλλά παράγει κυνισμό. Και ο κυνισμός, με τη σειρά του, την αναπαράγει. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: έλλειψη νοήματος, διαχείριση, απουσία ορίων, διαφθορά, κυνισμός, ακόμη λιγότερο νόημα.
Η αρχετυπική μορφή του «Διαχειριστή» δεν είναι ένδειξη ισχύος ενός συστήματος. Είναι ένδειξη του ορίου του. Δείχνει μια κοινωνία που καταρρέει, αλλά δεν εκρήγνυται. Απλά αδειάζει.
Και αυτό είναι το κρίσιμο: Η διαχείριση μπορεί να σταθεροποιεί,
αλλά δεν μπορεί να απαντήσει στο βασικό ερώτημα: γιατί υπάρχουμε ως συλλογικό υποκείμενο;
Και όσο αυτό το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, η πολιτική δεν θα παράγει κατεύθυνση. Θα παράγει αναβολή. Και η αναβολή, όσο κι αν καθησυχάζει, δεν μπορεί ποτέ να υποκαταστήσει αυτό που λείπει: το νόημα.
Βραχυπρόθεσμα, αυτό το μοντέλο της διαχείρισης μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί. Θα προσφέρει μια κάποια σταθερότητα, θα απορροφά κραδασμούς, θα συντηρεί την αίσθηση ελέγχου και το υπαρξιακό μας πρόβλημα θα μετατίθεται, ενώ το έλλειμμα νοήματος θα συσσωρεύεται.
Για να αποδυναμωθεί αυτό το αρχέτυπο της διαχείρισης, δεν αρκεί μια πολιτική εναλλαγή. Απαιτείται μια βαθύτερη μετατόπιση της ίδιας της κοινωνίας.
Χρειάζεται επανανοηματοδότηση: να απαντηθεί ξανά το «γιατί» της συλλογικής μας ύπαρξης. Χρειάζεται ανάληψη ευθύνης αντί για διαρκή ανάθεση, αποκατάσταση εμπιστοσύνης αντί για κυνισμό και, κυρίως, αντοχή στην αβεβαιότητα αντί για εμμονή στον έλεγχο.
Μια κοινωνία που δεν φοβάται να συγκρουστεί, να ρισκάρει και να δημιουργήσει, παύει να έχει ανάγκη τον Διαχειριστή. Γιατί στο τέλος, το ζητούμενο δεν είναι μια καλύτερη διαχείριση του κενού, αλλά η υπέρβασή του μέσα από την επανεύρεση του νοήματος της ύπαρξης, συνύπαρξης και πράξης.
Μεταφόρτωση: Μεταφορτώθηκαν 1486848 από 2795778 byte.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)