Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης: ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΠΟΝΟΥΣΕ



Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΠΟΝΟΥΣΕ
Κάθε φορά που μια τέτοια τραγωδία -σαν αυτή της 19χρονης Μυρτούς στην Κεφαλονιά- έρχεται στο φως, σπεύδουμε να εξηγήσουμε. Μιλάμε για ουσίες, για ευθύνες, για «λάθος επιλογές». Προσπαθούμε να βρούμε το σημείο όπου κάτι ξέφυγε.
Κι όμως, αυτό που βλέπουμε είναι μόνο το τελευταίο στάδιο.
Η χρήση ουσιών, η εξάρτηση, δεν είναι η αρχή του προβλήματος - είναι η απάντηση σε αυτό. Δεν ξεκινά από την ουσία, αλλά από έναν πόνο που δεν αντέχεται.
Και αν σταθούμε λίγο σε αυτόν τον πόνο, ίσως διακρίνουμε κάτι πιο ήσυχο, πιο διάχυτο, αλλά και πιο καθοριστικό: την οδύνη της μη σχέσης. Εκεί που αρχίζει η απουσία
Η μη σχέση δεν ξεκινά ξαφνικά, ούτε εμφανίζεται μόνο στις παρέες ή στις εξωτερικές συναναστροφές. Πολύ συχνά αρχίζει πολύ νωρίτερα, μέσα στον πιο οικείο χώρο, την οικογένεια.
Όχι απαραίτητα μέσα από την απουσία αγάπης γενικώς. Αλλά μέσα από κάτι πιο λεπτό. Την αγκαλιά που λείπει. Τη συναισθηματική σύνδεση που δεν ολοκληρώνεται. Την αίσθηση ότι «δεν με καταλαβαίνουν». Ότι «δεν με νιώθουν όπως νιώθω». Ότι «δεν με βλέπουν».
Γονείς κουρασμένοι, αγχωμένοι, παρόντες αλλά αποσπασμένοι.
Σπίτια που λειτουργούν, αλλά δεν συναντιούνται πραγματικά.
Το παιδί μεγαλώνει, φροντίζεται υλικά, υποστηρίζεται - αλλά δεν βρίσκει εκείνο το βλέμμα που θα το καθρεφτίσει.
Δεν είναι ότι δεν αγαπιέται. Είναι ότι δεν συναντιέται εκεί που πονά.
Και αυτή η έλλειψη δεν φωνάζει. Μένει χαμηλά, σιωπηλή, αλλά σταθερή. Και αργότερα, αυτή η ανάγκη για σχέση μετατρέπεται σε κάτι ακόμη πιο επείγον: την ανάγκη να είσαι ορατός. Τι άλλο άραγε είναι το προσωπείο του/της influencer πέρα από την σπαρακτική δήλωση «αφού δεν μ' αγαπάτε, θα με θαυμάζετε!».
Με αφορμή τον θάνατο του κοριτσιού, αξίζει να θυμηθούμε τα λόγια της Gail Dines, όπως γράφει στο βιβλιο της "Pornland: HowPorn Has Hijacked our Sexuality"
«Οι γυναίκες έχουν ουσιαστικά δύο επιλογές στην κοινωνία μας. Να είναι είτε γαμήσιμες είτε αόρατες. Το να είσαι γαμήσιμη σημαίνει να συμμορφώνεσαι με την πορνογραφική κουλτούρα, να είσαι σέξι, πειθήνια και να κάνεις ό,τι θέλει ο άντρας. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αποκτήσεις ορατότητα. Και δεν μπορείς να ζητήσεις από έφηβα κορίτσια, που κάνουν τα πάντα για να είναι ορατά, να διαλέξουν να είναι αόρατα».
Όταν η ορατότητα περνά μέσα από την έκθεση, την πρόκληση ή/ και τη συμμόρφωση, η ανάγκη για σχέση μετατρέπεται σε ανάγκη για αποδοχή με οποιοδήποτε κόστος.
Και πίσω από αυτό, παραμένει το ίδιο αίτημα: να με δουν, να με νιώσουν, να υπάρξω για κάποιον.
Η ελληνική κοινωνία, σε μεγάλο ποσοστό της, κάνει ένα κρίσιμο λάθος. Επιμένει, στερεοτυπικά, να βλέπει τα «ναρκωτικά» είτε ως επιλογή είτε ως ασθένεια. Ως «κακή απόφαση» ή ως «παθολογία».
Και στις δύο περιπτώσεις, χάνει το ουσιαστικό. Γιατί η εξάρτηση δεν είναι ούτε απλώς επιλογή, ούτε ασθένεια. Είναι μια μορφή ψευδοθεραπείας. Μια προσπάθεια να ανακουφιστεί ένα τραύμα που δεν έχει αναγνωριστεί. Ένα παυσίπονο για κάτι που δεν έχει όνομα.
Και εδώ εμφανίζεται μια πιο βαθιά πολιτισμική άρνηση.
Η ελληνική κοινωνία δυσκολεύεται ακόμη να αναγνωρίσει το τραύμα. Αντί να το δει, το υποβαθμίζει: «κι εμείς που φάγαμε ξύλο, τι πάθαμε;» Αυτή η φράση δεν είναι απλώς μια γνώμη.
Είναι μηχανισμός άρνησης. Γιατί αν αναγνωρίσεις το τραύμα,
πρέπει να αναγνωρίσεις και τον πόνο που προκάλεσε. Και αυτό είναι δύσκολο.
Έτσι, το τραύμα δεν εξαφανίζεται. Απλώς μεταφέρεται. Από γενιά σε γενιά. Από σχέση σε σχέση. Από σώμα σε σώμα.
Και ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις πιο σκληρές αλήθειες. Δεν μιλάμε μόνο για «ναρκωτικά». Μιλάμε για μια κοινωνία που οργανώνεται γύρω από τα παυσίπονα. Μια κοινωνία όπου ο τζόγος φτάνει να αποτελεί σχεδόν το 10% του ΑΕΠ. Όπου η αναζήτηση της γρήγορης διέγερσης, της στιγμιαίας ελπίδας, της απόδρασης/αποφυγής γίνεται πρότυπο ζωής.
Όπου η εξάρτηση δεν είναι εξαίρεση, είναι κανονικότητα. Απλώς αλλάζει μορφές. Ουσίες. Τζόγος. Κατανάλωση. Ψυχοφάρμακα. Διαδίκτυο. Εικόνα. Επιτυχία.
Όλα λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: μαλακώνουν αυτό που δεν αντέχεται. Και τότε η εξάρτηση βρίσκει το έδαφος της. Όχι ως επιλογή καταστροφής, αλλά ως ανάγκη ανακούφισης.
Μια ουσία, μια συνήθεια, μια επανάληψη που λειτουργεί σαν παυσίπονο. Όχι επειδή λύνει το πρόβλημα, αλλά επειδή μαλακώνει αυτό που δεν αντέχεται. Γιατί, πρέπει να το πούμε ειλικρινά: η ζωή στην Ελλάδα δεν αντέχεται.
Και έτσι, όταν η μη σχέση δημιουργεί ένα άλγος, η εξάρτηση έρχεται να το καταπραΰνει.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η τραγική στιγμή δεν είναι απλώς ένα περιστατικό. Είναι μια αποκάλυψη. Ένας άνθρωπος καταρρέει.
Και οι γύρω του διστάζουν. Τον εγκαταλείπουν στην μοίρα του. Όχι μόνο γιατί φοβούνται «να μην μπλέξουν». Αλλά γιατί δεν μπορούν να αντέξουν εκείνη τη στιγμή. Την ευθύνη. Τον φόβο.
Τον πόνο.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι: «γιατί τα παιδιά μπλέκουν με ουσίες;» Αλλά γιατί χρειάζονται παυσίπονα για να αντέξουν αυτό που νιώθουν;
Και πώς μπορούμε να φτιάξουμε έναν κόσμο όπου το τραύμα δεν θα αρνείται, η σχέση δεν θα λείπει, και ο πόνος δεν θα χρειάζεται να "ναρκώνεται".
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην απαγόρευση ή στην καταστολή. Βρίσκεται σε κάτι πιο δύσκολο: στην αναγνώριση.
Να δούμε τον πόνο. Να αναγνωρίσουμε το τραύμα. Να μείνουμε στη σχέση.
Η απάντηση βρίσκεται στην αγκαλιά που δίνεται, στη ματιά που καταλαβαίνει, στην παρουσία που λέει: «σε βλέπω», «σε νιώθω»,
«είμαι εδώ».
Γιατί εκεί αρχίζει και μειώνεται η ανάγκη για παυσίπονα. Και επιστρέφει κάτι θεμελιώδες: η δυνατότητα να υπάρχουμε
χωρίς να αναισθητοποιούμε αυτό που είμαστε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)