Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Κωστής Καρπόζηλος: Κομμουνιστές-η πίστη στην ιστορία

 


Commonality  
Ακολουθήστε   2 ημ.  · 

Κωστής Καρπόζηλος: Κομμουνιστές-η πίστη στην ιστορία
«Θα έρθει η μέρα που η σιωπή μας θα είναι πιο ισχυρή από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα». Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του August Spies αντικρίζοντας την αγχόνη για τα γεγονότα της, αιματηρής, πρωτομαγιάς στο Σικάγο του 1886. Είναι πιθανό ότι οι 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν την πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή θα την γνώριζαν από κάποια απεργία, παράσταση εργατικού θεάτρου ή προλεταριακό διήγημα. Και αν όχι αυτήν την ίδια μια ανάλογη.
Η ψυχική και πολιτική συγκρότηση των «κόκκινων» στο μεσοπόλεμο στηριζόταν σε μια συναρπαστική αντινομία. Το κομμουνιστικό κίνημα ήταν βαθιά υλιστικό. Αρνούνταν έτσι την παραμυθητική αντίληψη της συνέχειας του βίου πέραν της στιγμής του θανάτου. Και την ίδια στιγμή, -στοιχείο που ερμηνεύει τη γοητεία που άσκησε- προσέφερε ένα στέρεο νόημα ζωής μέσα από μια πίστη: την πίστη στην ιστορία.
Η θυσία στην υπηρεσία της συλλογικής υπόθεσης προοικονομούσε τη στιγμή της ανθρώπινης χειραφέτησης από τα δεσμά της ανάγκης. Σε αυτό το σχήμα ο θάνατος, η «αλλαγή της ύλης» όπως τον περιέγραψε ο Νίκος Πλουμπίδης αναμένοντας την εκτέλεσή του, ήταν συνυφασμένος με τη μελλοντική δικαίωση των καταπιεσμένων.
Η πίστη στην ιστορία δεν ήταν προϊόν μιας θεωρητικής άσκησης. Ήταν το προϊόν της ένταξης σε μια κοινότητα ομοϊδεατών, στο «Κόμμα», το οποίο προσέφερε στα μέλη του τα ερμηνευτικά κλειδιά της ιστορικής εξέλιξης μέσα από την υλική πολιτική δράση. Ο κομμουνισμός του μεσοπολέμου παρήγαγε έναν ανθρωπότυπο -αυτόν που σηκώνει τη γροθιά του μπροστά στις κάνες των όπλων- που μπορεί σήμερα να μας προξενεί οριακά αμηχανία -την αμηχανία της αναμέτρησης με κάτι ανοίκειο-, αλλά ήταν εντέλει προϊόν μιας ιστορικής εποχής όπου ο κοινωνικός ανταγωνισμός είχε πολεμικά χαρακτηριστικά.
Αυτοί οι άνθρωποι, ή έστω οι περισσότεροι από αυτούς, αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους ως μαχητές ενός παγκόσμιου στρατού σε μια σύγκρουση διαρκείας με το κράτος και τους μηχανισμούς του. Είχαν βιώσει τον σκληρό κοινωνικό αποκλεισμό ως εργάτες και φτωχοί, είχαν δει συντρόφους τους να πέφτουν νεκροί σε απεργιακές συγκεντρώσεις, είχαν ζήσει για χρόνια έγκλειστοι σε φυλακές και εξορίες.
Η συλλογική βιογραφία των εκτελεσμένων του 1944 μας φέρνει αντιμέτωπους με το γεγονός ότι πολλοί δεν είχαν συλληφθεί από τις κατοχικές αρχές, αλλά από την ελληνική πολιτεία. Το ελληνικό κράτος συγκροτήθηκε μετά το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας φέροντας ένα σαφές ιδεολογικό πρόσημο: τον αντικομμουνισμό. Και αυτό το πρόσημο αποδείχθηκε ανθεκτικό στο χρόνο υπερβαίνοντας τις συμβατικές διακρίσεις που κάνουμε μεταξύ δημοκρατικών και αυταρχικών περιόδων: από το 1924, όταν νησιά του Αιγαίου υποδέχθηκαν πολιτικούς εξόριστους, έως το 1974.
Η αναγνώριση αυτής της συνέχειας -και προφανώς και της συνέχειας στις κρατικές πολιτικές «πριν» και «μετά» την κρίσιμη στιγμή του 1940/41- μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τη διπλή περιπλοκή γύρω από την Καισαριανή. Αυτοί που εκτελέστηκαν είχαν καταδικαστεί από το ελληνικό κράτος ως εχθροί του έθνους. Και στη συνέχεια, μετά το 1945, παρέμειναν στα μάτια του κράτους το ίδιο. Δεν ήταν Έλληνες, αλλά «κομμουνιστές». Ο χώρος της εκτέλεσης παρέμεινε υπό την κυριότητα της Ελληνικής Σκοπευτικής Εταιρείας -μια σκληρή ειρωνεία της ιστορίας-, κάθε πρωτομαγιά αστυνομικές διαταγές περιόριζαν τη δυνατότητα μνημονικών τελετών, η τεκμηρίωση του ίδιου του συμβάντος εναπόκειτο στη συλλογική μνήμη του νόμιμου κόμματος της Αριστεράς, αλλά όχι της επίσημης πολιτείας.
Ο πολυετής εξοβελισμός της Καισαριανής από το σώμα του έθνους εξηγεί κατά τη γνώμη μου και την ένταση του συναισθήματός που απελευθέρωσε η ξαφνική εμφάνιση των φωτογραφιών του 1944. Αυτό που κατοικούσε στο φαντασιακό απέκτησε υπόσταση. Και αυτή η διαδικασία συνδέεται με την ανάγκη της αναγνώρισης, της ταυτοποίησης και εντέλει και του να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Οι άνθρωποι αυτοί εκτελέστηκαν επειδή ήταν κομμουνιστές- αυτό άλλωστε ανέφερε η ανακοίνωση των κατοχικών αρχών. Η αναγνώριση της διάστασης αυτής μας επιτρέπει με τη σειρά της να σκεφτούμε γύρω από την κεντρική σύγκρουση του ελληνικού 20ου αιώνα: το ποιος θεωρούνταν -και από ποιους- και ποιος δεν θεωρούνταν -και πάλι, και από ποιους- «Έλληνας» σε κάθε ιστορική στιγμή. Μπορούμε να συνεχίσουμε να αποφεύγουμε τη δύσκολη αυτή συζήτηση, αλλά είναι μια επιλογή που μας οδηγεί διαρκώς να σκοντάφτουμε πάνω στα κατάλοιπα, υλικά και φαντασιακά, ενός πεισματάρικου παρελθόντος.
[φωτό: ο «Νικολάκης» Δημητράκας ήταν κρατούμενος στο στρατόπεδο Χαϊδαριου. Επέζησε. Το 1945 αγόρασε το γνωστό βιβλίο του Θέμου Κορνάρου που αναφερόταν στη συλλογική εμπειρία του εγκλεισμού. Δηλαδή σε αυτό που είχε ζήσει. Έκοψε από τον -νόμιμο- Ριζοσπάστη το χαρακτικό της -γερμανίδας αντιφασίστριας- Käthe Kollwitz κ το κόλλησε στο εσώφυλλο]
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)