Σε όποια εποχή, από όποια οπτική γωνία κι αν σταθούμε απέναντι στο συγγραφικό έργο του Γ. Βιζυηνού, δεν μπορεί παρά να δούμε το παιδί - αφηγητή με το πρόσωπό του στραμμένο στο πρόσωπο της μητέρας.
Ο Βιζυηνός, στο κύριο σώμα του έργου του, ανοίγει δύο διάπλατα κι αχόρταγα παιδικά μάτια προς αυτήν, που είναι ο σύνολος κόσμος. Μια αναζήτηση του προσώπου της, σε κάθε γωνία του, σε κάθε ριτίδα κι ανεπαίσθητη σκίαση. Γελάς; θυμώνεις; κουράστηκες; Πώς είναι εκεί πάνω που είσαι; Πες μου... Ένα ψηλάφισμα που περιμένει ανταπόκριση.
Έτσι θεμελιώνεται η κρυφή γλώσσα που απευθύνεται στο πρόσωπο της μητέρας και ξαναγυρνάει προς τα μέσα για να γίνει ο εαυτός που γνώσθηκε από κάποιον, ο εγνωσμένος εαυτός, η σκέψη που σκέφτεται.
Έτσι μιλάει ο ποιητής μέσα στο ποίημα: Το παιδί που βλέπει τους άγριους ανέμους, τον βοριά και τον θρακιά, τα στοιχειά του κόσμου και τις φρικτές του στράτες, γυρνάει και αναζητά το πρόσωπό της.
Ήταν αυτή που έριχνε γέφυρες και γεφύρωνε τα χάσματα που χώρισαν τον κόσμο και το βρέφος της, παίρνοντας πάντα το μέρος του, το μέρος του αδυνάτου, με τις κραυγούλες, με τα έκπληκτα μάτια ή μιλώντας μωρουδίστικα, αγγίζοντας πιο μαλακά.
Αυτή που σύστησε τον κόσμο στο μωρό της και το μωρό της στον κόσμο.
Θέτοντας για πάντα την σύνδεση με το ανθρώπινο γένος, τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του, τα πάθη και τις χαρές του, την συγχώρεση και την αναμονή, τον αγώνα.
Είναι η κρυφή γλώσσα που ήξεραν οι γυναίκες από την αρχή του χρόνου και που αργότερα, πολύ αργότερα την είπαν εμπαθητική κατανόηση, την χαρτογράφησαν, την περιέλαβαν σε εγχειρίδια ψυχολογίας και την χρησιμοποίησαν πάσης φύσεως ανίδεοι ειδικοί. Έκλεψαν από τις σκυφτές - δούλες γυναίκες την γλώσσα τους και την αφυδάτωσαν. Γιατί από τους δούλους κι απ' αυτούς που δεν έχουν συνείδηση του είναι τους, κλέβουν...
Σε αντάλλαγμα τους έδωσαν σύγχρονους τίτλους : εργαζόμενη, ανεξάρτητη, θεληματική, υπεύθυνη, χειραφετημένη... Τόσα επίθετα κατάλληλα για τις διαφημίσεις και την κενότητά τους.
Και την άφησαν άφωνη. Κι αυτήν και το μωρό της.
Ναι, οι μητέρες έχουν χάσει αυτή την πρωταρχική τους ικανότητα, ν' ακούνε αυτές και μόνον αυτές την φωνή του παιδιού τους αδιαμεσολάβητα και χωρίς συμβουλές, από ένστικτο της ζωής και μόνον.
Κι οι άνθρωποι μόνοι εκεί έξω στις στράτες του κόσμου. Χωρίς να έχουν πού να πάνε. Τριγύρω όλοι οι δυνατοί, όλοι αυτοί που φωνάζουν, που απειλούν, που βρίζουν τον άνθρωπο, που τον υποβιβάζουν σε εμπόρευμα, σε άψυχο πράγμα, σε καταναλωτική μάζα, σε φοβισμένο υπήκοο.... η καταχνιά. Και έφτασε η ψυχή στο στόμα. Στο στόμα του ανθρώπου, που δεν έμαθε να μιλάει την κρυφή γλώσσα του κόσμου γιατί δεν βρέθηκε κανείς να του την διδάξει και γι' αυτό δεν μπορεί να φωνάξει τ' άδικο, να πει αυτό που τον πνίγει. Να κραυγάσει την λεηλασία της ζωής του και να του χαριστεί ο κόσμος....
Ξεχωριστή η στιγμή που ο Νίκος Ξυδάκης συνάντησε τον Γεώργιο Βιζυηνό.
Απύθμενη απάτη και εκποίηση κάθε έννοιας ανεξαρτησίας και λαϊκής κυριαρχίας η φερόμενη ως "αντιπυραυλική άμυνα" των σιωνιστών.
Μια ντροπιαστική στιγμή για τη διεύθυνση της Καθημερινής
Ανεβασα σήμερα τη συνεντευξη του διευθυντή του Οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας του Ισραήλ Μοσέ Πατέλ στην Καθημερινή.
Η συνέντευξη αποτελεί μια αδιαμφισβήτητη δημοσιογραφική επιτυχία, την έχει πάρει ο Αθανάσιος Κατσικίδης. Κι αυτό γιατί ο Μοσέ Πατέλ απαντάει με ένα ξερό και κατηγορηματικό “Όχι” στην ερώτηση αν η Ελλάδα θα έχει πρόσβαση στον “πηγαίο κώδικα” που δίνει τη δυνατότητα “διοίκησης και ελέγχου” (command and control) της “Ασπίδας του Αχιλλέα”. Τις ημέρες πριν την πώληση, πηγές του ΥΠΕΘΑ διέρρεαν ότι η Ελλάδα θα λάβει τον “πηγαίο κώδικα”.
Έγραφε συγκεκριμένα η Καθημερινή: “Οπως αναφέρουν πηγές του υπουργείου Εθνικής Αμυνας, τις προηγούμενες ημέρες διευθετήθηκαν κάποιες λεπτομέρειες που είχαν απομείνει να αποσαφηνιστούν και αφορούσαν την εξασφάλιση ελληνικής συμμετοχής κατά 25% στο έργο και την εκχώρηση του πηγαίου κώδικα, ώστε να έχουν οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις τον έλεγχο του λογισμικού που «τρέχει» τα ηλεκτρονικά υποσυστήματα του αντιαεροπορικού θόλου.”
Η διάψευση είναι απόλυτη. Και δεν αφορά τον οποιοδήποτε εξοπλισμό, πχ μια φρεγάτα ή κάποιους πυραύλους. Μιλάμε για το επιχειρησιακό κέντρο της νέας αρχιτεκτονικής των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, το οποίο χωρίς τον πηγαίο κώδικα θα τελεί υπό την εποπτεία (για να μην πω τη διοίκηση και τον έλεγχο) ενός ξένου κράτους. Κι όλα αυτά στη χώρα των υποκλοπών και του Predator με στόχους τον ΥΠΕΘΑ, τον ΥΠΕΞ και το μισό υπουργικό συμβούλιο…
Κι όμως. Παρά τη δημοσιογραφική επιτυχία, με έκπληξή μου πριν λίγο, είδα οτι στο λινκ της Καθημερινής το οποίο ανέβασα στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης, η συγκεκριμένη ερώτηση και η συγκεκριμένη απάντηση έχουν αφαιρεθεί.
Ο Σεπτέμβρης έχει πάντα κάτι από μια δεύτερη αρχή. Ίσως επειδή κουβαλάμε ακόμη μέσα μας τη μνήμη των σχολικών χρόνων: καινούργια τετράδια, καθαρές σελίδες, μια παράξενη αίσθηση ότι κάτι αρχίζει ξανά. Ίσως επειδή το καλοκαίρι τελειώνει και μαζί του τελειώνει εκείνη η μικρή αναστολή της κανονικής ζωής. Επιστρέφουμε στα σπίτια μας, στις δουλειές μας, στις σχέσεις μας - τελικά, στον εαυτό μας.
Και ίσως γι’ αυτό ο Σεπτέμβρης είναι μια καλή στιγμή όχι μόνο για να αναρωτηθούμε τι θέλουμε να αρχίσουμε, αλλά και τι ΔΕΝ θέλουμε να συνεχίσουμε. Γιατί κάθε καινούργια αρχή χρειάζεται και έναν μικρό αποχωρισμό. Οπότε, υπάρχουν τουλάχιστον τρία πράγματα που θα άξιζε ίσως να αφήσουμε πίσω μας αυτόν τον Σεπτέμβρη.
ΠΡΩΤΑ ΑΠ΄ ΟΛΑ, ΤΗΝ ΙΔΕΑ ΟΤΙ ΑΡΓΗΣΑΜΕ
Ότι έπρεπε ήδη να έχουμε φτάσει κάπου. Να έχουμε βρει τον άνθρωπό μας, να έχουμε κάνει τη δουλειά που ονειρευόμασταν, να έχουμε θεραπευτεί, να έχουμε αποφασίσει, να έχουμε προχωρήσει, να έχουμε γίνει επιτέλους εκείνος ο άνθρωπος που φανταζόμασταν κάποτε ότι θα είμαστε.
Έχουμε μια παράξενη συνήθεια να συγκρίνουμε τη ζωή που ζούμε με ένα αόρατο χρονοδιάγραμμα που κανείς δεν ξέρει ποιος το έγραψε. Στα τριάντα έπρεπε. Στα σαράντα θα έπρεπε. Στα πενήντα είναι αργά. Στα εξήντα τι νόημα έχει πια;
Κι έτσι δεν πενθούμε μόνο όσα χάσαμε. Πενθούμε και όσα πιστεύουμε ότι δεν δικαιούμαστε πλέον να επιθυμούμε. Μόνο που η ζωή δεν εξελίσσεται με το πρόγραμμα που κάποτε φανταστήκαμε γι’ αυτήν. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούσαμε να κάνουμε νωρίτερα, όχι επειδή αποτύχαμε, αλλά επειδή δεν ήμασταν ακόμη ο άνθρωπος που μπορούσε να τα κάνει.
Υπάρχουν έρωτες που δεν θα μπορούσαμε να αντέξουμε στα τριάντα. Αλήθειες που δεν μπορούσαμε να παραδεχτούμε στα σαράντα. Όρια που δεν ξέραμε να βάζουμε. Αποχωρισμοί που χρειάστηκαν χρόνια μέχρι να μπορέσουμε να τους πραγματοποιήσουμε. Δεν σημαίνει ότι άργησες. Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι τώρα μπορείς.
Το ΔΕΥΤΕΡΟ που θα άξιζε να αφήσουμε πίσω είναι Η ΕΞΑΝΤΛΗΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΜΑΣ.
Να πείσουμε κάποιον να μας αγαπήσει. Να μας επιλέξει. Να καταλάβει πόσο σημαντικοί είμαστε. Να αναγνωρίσει πόσα προσφέραμε. Να αποδείξουμε στη δουλειά ότι αξίζουμε τη θέση μας. Στους γονείς μας ότι τελικά τα καταφέραμε. Στους πρώην μας ότι έκαναν λάθος. Στον κόσμο ότι είμαστε αρκετοί.
Πόση ζωή ξοδεύεται μέσα σε ένα αόρατο εξεταστικό κέντρο. Και πόσο εύκολα, χωρίς να το καταλάβουμε, μετατρέπουμε ακόμη και την αγάπη σε εξέταση: «Τι άλλο πρέπει να γίνω για να με επιλέξεις;» Μάλλον τίποτε. Ίσως η ενηλικίωση να αρχίζει κάποτε από την ταπεινή παραδοχή ότι δεν θα μας επιλέξουν όλοι. Δεν θα μας καταλάβουν όλοι. Δεν θα αναγνωρίσουν όλοι την αξία μας. Και δεν χρειάζεται.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να μας αγαπήσουν όπως χρειαζόμαστε, όσο κι αν εξηγήσουμε, προσπαθήσουμε, περιμένουμε ή μικρύνουμε τον εαυτό μας για να χωρέσουμε στη ζωή τους. Δεν χρειάζεται να κερδίσεις μια θέση εκεί όπου πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεις ότι αξίζεις να βρίσκεσαι.
Και υπάρχει ένα ΤΡΙΤΟ, ίσως το δυσκολότερο. Να αφήσουμε πίσω εκείνη την εκδοχή του εαυτού μας που εξακολουθεί να περιμένει ότι ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΟΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΚΑΠΟΤΕ ΤΟ ΠΑΛΙΟ.
Γιατί ένα καινούργιο κεφάλαιο μπορεί πράγματι να έχει αρχίσει, ενώ ένα μέρος μας εξακολουθεί να ζει μέσα στο προηγούμενο.
Μπορεί ένας άνθρωπος να μας φέρεται με συνέπεια κι εμείς να περιμένουμε τη στιγμή που θα αλλάξει. Μπορεί κάποιος να μας αγαπά και εμείς να ψάχνουμε στην παραμικρή απόσταση την πρώτη ένδειξη εγκατάλειψης. Μπορεί να ανοίξει μια καινούργια επαγγελματική δυνατότητα και η πρώτη μας σκέψη να μην είναι «τι όμορφο», αλλά «πόσο θα κρατήσει;». Μπορεί η ζωή να αρχίζει επιτέλους να κινείται προς μια καλή κατεύθυνση κι εμείς να φοβόμαστε ακόμη και να χαρούμε, λες και η συγκρατημένη χαρά θα κάνει μικρότερη την απογοήτευση αν κάτι πάει στραβά.
Βέβαια, το καινούργιο δεν ακυρώνει αυτομάτως όσα μάθαμε μέσα στο παλιό. Η πραγματικότητα μπορεί να έχει αλλάξει πριν προλάβει να αλλάξει η προσδοκία μας γι’ αυτήν. Και αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο ύπουλα αποτυπώματα του τραύματος: δεν θυμόμαστε απλώς αυτό που συνέβη. Αρχίζουμε να το περιμένουμε.
Η εγκατάλειψη γίνεται προσδοκία εγκατάλειψης. Η προδοσία γίνεται επιφυλακή απέναντι στην εμπιστοσύνη. Η αποτυχία γίνεται φόβος να επενδύσουμε ξανά. Η απόρριψη γίνεται η βεβαιότητα ότι πίσω από κάθε καινούργια αποδοχή κρύβεται μια μελλοντική απόρριψη.
Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο: το παρελθόν αρχίζει να παίρνει αποφάσεις για ένα μέλλον που δεν έχει ακόμη γνωρίσει.
Δεν είναι παράλογο. Είναι ένας τρόπος προστασίας.
Αν κάποτε η πόρτα έκλεισε απότομα, την επόμενη φορά που μια πόρτα ανοίγει δεν περνάς αμέσως. Κοιτάζεις τους μεντεσέδες. Κρατάς το πόδι σου λίγο πίσω. Αναρωτιέσαι πόσο θα μείνει ανοιχτή. Μόνο που κάποια στιγμή χρειάζεται να αναρωτηθείς:
Αυτή η πόρτα κλείνει πραγματικά ή εγώ εξακολουθώ να ακούω τον θόρυβο από εκείνη που έκλεισε κάποτε;
Εδώ ίσως βρίσκεται μια από τις δυσκολότερες μορφές αλλαγής. Όχι να ξεχάσουμε όσα μάθαμε, ούτε να γίνουμε αφελείς. Αλλά να επιτρέψουμε στη σημερινή πραγματικότητα να μας δώσει καινούργιες πληροφορίες.
Αν ένας άνθρωπος είναι σταθερός, να αρχίσουμε σιγά σιγά να πιστεύουμε τη σταθερότητά του αντί να περιμένουμε την ασυνέπειά του. Αν μια πόρτα ανοίξει, να τολμήσουμε να περάσουμε χωρίς να ζούμε από πριν τη στιγμή που ίσως κλείσει.
Αν κάτι μας συγκινήσει ξανά, να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να το επιθυμήσει, ακόμη κι αν κάποτε η επιθυμία μάς κόστισε.
Γιατί η θεραπεία δεν σημαίνει να ξεχάσεις ότι κάποτε πληγώθηκες. Σημαίνει να αποκτήσεις την ελευθερία να μη συμπεριφέρεσαι σε κάθε καινούργιο άνθρωπο σαν να είναι εκείνος που σε πλήγωσε. Να μη μεταχειρίζεσαι κάθε καινούργια ευκαιρία σαν να είναι εκείνη που χάθηκε. Να μη ζεις κάθε καινούργια αρχή σαν πρόβα της παλιάς καταστροφής.
Ίσως λοιπόν αυτός ο Σεπτέμβρης να μη χρειάζεται μεγάλες αποφάσεις. Ούτε νέες ζωές, νέους εαυτούς και μεγαλόπνοα σχέδια αυτοβελτίωσης. Ίσως χρειάζεται απλώς λίγο χώρο. Χώρο εκεί όπου υπήρχε το «άργησα». Χώρο εκεί όπου υπήρχε το «πρέπει να αποδείξω ότι αξίζω». Χώρο εκεί όπου υπήρχε το «ξέρω ήδη πώς θα τελειώσει». Και μέσα σ’ αυτόν τον χώρο να δοκιμάσουμε τρεις καινούργιες προτάσεις:
- Δεν άργησα. Είμαι εδώ τώρα.
- Δεν χρειάζεται να αποδείξω την αξία μου για να δικαιούμαι αγάπη.
- Αυτό που συνέβη κάποτε δεν είναι απαραίτητο να συμβεί ξανά. Δεν θα επιτρέψω στο παρελθόν να αποφασίσει εκ των προτέρων τι μπορεί να γίνει το μέλλον.
Πολλά φιλοσοφικά συστήματα οργανώνουν τη σκέψη τους με αντιθέσεις: αλήθεια/πλάνη, παρουσία/απουσία, φύση/τεχνητό, πρωτότυπο/αντίγραφο κτλ.
Οι αντιθέσεις αυτές συνήθως περιέχουν και μια ιεραρχία. Ο ένας όρος είναι πρωταρχικός, αυθεντικός και καθαρός, ενώ ο άλλος δευτερεύων, παράγωγος ή προβληματικός.
Αν εξετάσουμε προσεκτικά αυτή την ιεραρχία, συχνά ανακαλύπτουμε ότι ο προνομιούχος όρος χρειάζεται εκείνον που θεωρεί κατώτερο, ακόμη και για να μπορέσει να οριστεί.
Ακούγεται περίπλοκο, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι (και τόσο).
Και όμως, αυτή η τεχνική έχει όνομα, λέγεται "αποδόμηση" και έχει συνδεθεί με τον Ζακ Ντεριντά, έναν από τους πιο δύσκολους φιλοσόφους να διαβάσει κανείς.
Θα δούμε πως λειτουργεί η αποδόμηση σε ένα επιχείρημα του Πλάτωνα, πως δηλαδή ο ίδιος ο Ντεριντά την έκανε σε ένα διάσημο άρθρο του. Μετά, θα δούμε πως το διατύπωσε ο ίδιος ο φιλόσοφος για να διαπιστώσουμε αν όντως ο μύθος του ακατανόητου τρόπου γραφής του είναι αληθινός
ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ
Στον διάλογο Φαίδρο, ο Πλάτωνας αναπτύσσει μια έντονη επιφύλαξη απέναντι στη γραφή. Στον μύθο του Θευθ, η γραφή παρουσιάζεται ως «φάρμακον» για τη μνήμη και τη σοφία. Η απάντηση όμως είναι ότι θα προκαλέσει λήθη, επειδή οι άνθρωποι θα βασίζονται σε εξωτερικά σημάδια αντί στη δική τους μνήμη, και θα τους προσφέρει την εμφάνιση της σοφίας χωρίς την πραγματική της κατάκτηση.
Ο γραπτός λόγος έχει ακόμη ένα πρόβλημα. Είναι βουβός και ανυπεράσπιστος. Αν τον ρωτήσεις τι εννοεί, επαναλαμβάνει πάντα το ίδιο. Μπορεί να ταξιδέψει μακριά από τον δημιουργό του και να πέσει στα χέρια ανθρώπων που θα τον παρερμηνεύσουν, χωρίς εκείνος να βρίσκεται εκεί για να τον υπερασπιστεί. Αντίθετα, ο ζωντανός λόγος της διαλεκτικής μπορεί να απαντά, να διευκρινίζει και να προσαρμόζεται στον συνομιλητή του.
Άρα, στον Φαίδρο η βασική ιεραρχία είναι:
ζωντανός λόγος → πρωταρχικός, ζωντανός, παρών
γραφή → δευτερεύουσα, εξωτερική, παράγωγη
Η ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΝΤΕΡΙΝΤΑ
Ο Ντεριντά στο άρθρο «Η Φαρμακεία του Πλάτωνος» (1972) παρατηρεί ότι η γραφή εμφανίζεται ως «αναπλήρωμα».
Από τη μία:
αναπλήρωμα = κάτι επιπλέον που προστίθεται σε κάτι ήδη πλήρες.
Από την άλλη:
αναπληρώνω = καλύπτω κάτι που λείπει.
Αν όμως ο ζωντανός λόγος ήταν πραγματικά πλήρης, αυτάρκης και ολοκληρωμένος, γιατί χρειάστηκε ποτέ το αναπλήρωμα της γραφής;
Η δυνατότητα της γραφής να τον αναπληρώνει υπονομεύει την ιδέα ότι ο λόγος υπήρξε εξαρχής απολύτως αυτάρκης. Το υποτιθέμενα δευτερεύον στοιχείο αποδεικνύεται ότι έχει πολύ πιο περίπλοκη σχέση με το πρωταρχικό από όσο επιτρέπει η αρχική ιεραρχία.
Αυτή είναι μια χαρακτηριστική αποδομητική κίνηση. Ο Ντεριντά δεν αντιστρέφει απλώς την ιεραρχία για να πει ότι η γραφή είναι ανώτερη από τον λόγο. Δείχνει ότι ο καθαρός διαχωρισμός ανάμεσά τους δεν μπορεί να διατηρηθεί τόσο εύκολα.
Στο πρώτο σχόλιο, θα σας δείξω πως το έγραψε αυτό ο Ντεριντά, για να πάρετε μια αίσθηση της γραφής που ταλαιπωρεί τους φοιτητές εδώ και δεκαετίες!
Ο ΖΑΚ ΝΤΕΡΙΝΤΑ
Ο Ντεριντά έγινε ένας από τους διασημότερους φιλοσόφους του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα και απέκτησε σχεδόν το κύρος ενός διανοούμενου σταρ. Οι διαλέξεις του γέμιζαν πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, ενώ το έργο του εξαπλώθηκε πολύ πέρα από τη φιλοσοφία, στη λογοτεχνική θεωρία, την πολιτική σκέψη, την αρχιτεκτονική και τις ανθρωπιστικές επιστήμες γενικότερα.
Όποιος θέλει να προσεγγίσει το πυκνό του έργο χωρίς να αποθαρρυνθεί μπορεί να ξεκινήσει από μια ιδιαίτερα βατή εισαγωγή:
Deutscher, P. (2005), How to Read Derrida, Granta Books.
Καρυστιανού: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
-
Evosmos24.gr
·
Ακολουθήστε
15 ώρ.
·
Για την απόφασή της κατέβει στην πολιτική, για το νέο κόμμα που θα
ανακοινωθεί μέχρι το καλοκαίρι αλλά και για...
Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ. Κώστας Τσιαντής
«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.» Όμηρος (Ι, 63-64)
Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)
Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος. -Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων. Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος. Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!
Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…** Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *
Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα! Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;
Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.
Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****