Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Ηλίας Γ. Προβόπουλος ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΘΩΑ

 


ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΘΩΑ




Ο χρήστης Ηλίας Γ. Προβόπουλος είναι με το χρήστη Ιωάννης-Όμηρος Ντάφος και 

14 ακόμη
.

ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΘΩΑ
Προκαλεί εντύπωση και συζητιέται έντονα σε πολλά ημιορεινά χωριά η έκρηξη που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην ανθοφορία των κουτσουπιών στις εξοχές και κυρίως στα παρατημένα χωράφια. Είναι μάλιστα τόσο έντονη, που ολόκληρες περιοχές, τις τελευταίες ημέρες του Απρίλη, μοιάζουν να βυθίζονται μέσα στο μοβ χρώμα, ενώ πυκνή είναι σε ορισμένες συστάδες και η λευκή ανθοφορία των μέλεγων.
Η εικόνα είναι εντυπωσιακή, σχεδόν ειδυλλιακή. Όμως δεν είναι αθώα.
Τα δέντρα αυτά υπήρχαν πάντοτε στα δάση και στις άκρες των χωραφιών, αλλά συνήθως περνούσαν απαρατήρητα, καλυμμένα από μεγαλύτερα, πιο επιβλητικά είδη, χαμένα στη σκιά τους. Ξεχώριζαν μόνο για λίγο την άνοιξη, με την έντονη ανθοφορία τους, ή το φθινόπωρο, όταν τα φύλλα τους έπαιρναν εκείνο το ζεστό καφεκίτρινο χρώμα που δίνει τις πιο λεπτές αποχρώσεις στα δάση της ημιορεινής ζώνης, τον Οκτώβρη και τον Νοέμβρη.
Σήμερα, όμως, δεν ξεχωρίζουν απλώς — κυριαρχούν και αλλάζουν το τοπίο σε βαθμό που εντυπωσιάζουν τους παλιότερους και γι’ αυτό και συζητιούνται.
Η εντονότερη και ζωηρότερη παρουσία τους οφείλεται, όπως επισημαίνουν όσοι παρακολουθούν με προσοχή τις μεταβολές του τοπίου, στην εγκατάλειψη μεγάλων εκτάσεων της υπαίθρου. Όχι μόνο από τη γεωργία, αλλά και από την κτηνοτροφία — και κυρίως από την αιγοτροφία, που άλλοτε αποτελούσε τον βασικό «φραγμό» για κάθε νέο βλαστάρι. Οι κατσίκες δεν άφηναν τίποτα να σηκώσει κεφάλι· σήμερα, η απουσία τους αφήνει χώρο σε κάθε είδος να απλωθεί.
Ταυτόχρονα, έχει περιοριστεί δραστικά και η ανθρώπινη χρήση αυτών των φυτών. Τα νεαρά κλαδιά των μέλεγων, ευλύγιστα και ανθεκτικά, ήταν πολύτιμο υλικό: πλέκονταν με λάσπη και άχυρο για να φτιάξουν τοίχους σε καλύβια και μαντριά, γίνονταν φράχτες, στηρίγματα για καλλιέργειες, πρόχειρες αλλά απαραίτητες κατασκευές της καθημερινής ζωής.
Σήμερα, τέτοια ανάγκη δεν υπάρχει. Οι φράχτες έπαψαν να έχουν νόημα εκεί όπου έπαψαν να υπάρχουν και τα περιφραγμένα χωράφια. Η εγκατάλειψη δεν σημαίνει μόνο ότι σταμάτησε η καλλιέργεια — σημαίνει και ότι χάθηκε το ενδιαφέρον, η φροντίδα, η διαρκής μικρή παρέμβαση που κρατούσε το τοπίο «ανοιχτό».
Έτσι, οι κουτσουπιές και οι μέλεγοι πολλαπλασιάζονται ανενόχλητοι, μαζί με πλήθος άλλων ειδών, μετατρέποντας σταδιακά την ύπαιθρο σε μια ενιαία μάζα δασικής ύλης. Μια ύλη που, όσο όμορφη κι αν μοιάζει την άνοιξη, κρύβει μέσα της έναν διαφορετικό κίνδυνο: τους θερινούς μήνες μπορεί να μετατραπεί σε εύφλεκτο φορτίο, ικανό να τροφοδοτήσει καταστροφικές πυρκαγιές.
Τότε, η σημερινή εικόνα θα ξεχαστεί γρήγορα. Το μοβ της άνοιξης θα δώσει τη θέση του στο γκρι της στάχτης κάτι που δυστυχώς επαναλαμβάνεται κάθε καλοκαίρι.
Οι φωτογραφίες με τις κουτσουπιές προέρχονται από τις εξοχές του Αμαράντου Ιτάμου και της Ραχούλας Καρδίτσας, ενώ η καλύβα στη θέση «Λιβάδια» του Αμαράντου —κατασκευασμένη από πλεγμένες λούρες μέλεγου με λάσπη και άχυρο— είναι έργο του Μιχάλη Καπνογιάννη, πριν από περίπου 70 χρόνια.
Αμάραντος Καρδίτσας, Απρίλιος 2007.

Τάσος Λειβαδίτης

 


Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν

για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ' τον άμμο
για σας χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.

Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ' τους δρόμους
και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.

Γράφω για σας αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθειά κι απέραντα
όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.

Κι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί και τα εργαλεία του λαού.

Τάσος Λειβαδίτης
Ο ποιητής της πιο όμορφης ουτοπίας,
γεννήθηκε στις 20 Απρίλη 1922 και «έφυγε» στα 66 του χρόνια, ξημερώματα Κυριακής στις 30 Οκτωβρίου του 1988. 
Δείτε λιγότερα

μαθηματικα

https://www.facebook.com/groups/635888403675465/permalink/2025545138043111/ 

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Γ. Θεοτοκάς- Δοκίμιο για την Αμερική Κριτική Θεώρηση.

Γ. Θεοτοκάς- Δοκίμιο για την Αμερική Κριτική Θεώρηση.https://ikee.lib.auth.gr/record/125380/files/GRI-2011-6018.pdf 

Vasiliki Lazou: Το 1919, η Ελλάδα στέλνει στρατό στην Οδησσό για να καταπνίξει την επανάσταση των Σοβιέτ.

 


Vasiliki Lazou

Από την Εκστρατεία της Οδησσού έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, και από τον Κριμαϊκό Πόλεμο μέχρι τους σημερινούς πολέμους, η ελληνική εμπλοκή σε ιμπεριαλιστικές εκστρατείες ακολουθεί ένα σταθερό μοτίβο: ξένα συμφέροντα, εθνικές αυταπάτες, βαριές ήττες.
Το 1919, η Ελλάδα στέλνει στρατό στην Οδησσό για να καταπνίξει την επανάσταση των Σοβιέτ. Το αποτέλεσμα: απώλειες, αποδιοργάνωση και μια πρόγευση της καταστροφής που θα ακολουθήσει. Λίγο μετά, χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις, η εκστρατεία μεταφέρεται στη Σμύρνη. Η κατάληξη γνωστή: το 1922, η μεγαλύτερη τραγωδία της νεότερης ιστορίας.
Οι επιλογές δεν ήταν τυχαίες. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος προσέφερε στρατό «πανταχού όπου χρειαστεί», ενώ οι αντίπαλοί του συνέχισαν την ίδια πορεία με διαφορετικά συνθήματα και ίδιες αυταπάτες. Το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης ευθυγράμμιση με τις επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων – και η εγκατάλειψη όταν αυτές άλλαξαν στρατόπεδο.
Αυτό το ιστορικό νήμα δεν κόπηκε ποτέ. Από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, η σύγκρουση Δύσης–Ρωσίας επανέρχεται με διαφορετικά πρόσωπα, αλλά την ίδια γεωπολιτική λογική. Και η Ελλάδα, ξανά, καλείται να «στρατευτεί».
Το ερώτημα δεν είναι ιστορικό. Είναι απολύτως επίκαιρο: θα συνεχίσει η χώρα να εκστρατεύει για ξενα συμφέροντα – από την Οδησσό ως τη Σμύρνη και από εκεί στο σήμερα – ή θα διδαχθεί επιτέλους από τις ήττες της;
Σήμερα με το Documento...ένα πραγματικά ενδιαφέρον και επίκαιρο βιβλίο

Αντώνης ΑνδρουλιδάκηςΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΑΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΑΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ
Μάλλον δεν καταλάβαμε ακριβώς πότε έγινε, αλλά κάπου στην πορεία η διάθεση βάρυνε. Όχι απότομα. Σιγά σιγά, σαν να χαμήλωσε η ένταση της ίδιας της ζωής. Δεν χρειάζεται πλέον να ρωτήσεις κάποιον «πώς είσαι;» για να καταλάβεις. Αρκεί να τον παρατηρήσεις λίγο περισσότερο. Στον τρόπο που μιλάει. Στον τρόπο που σωπαίνει. Στον τρόπο που αποφεύγει να ελπίσει.
Κάτι έχει μετατοπιστεί. Όχι μόνο στις συνθήκες ζωής, αλλά στον ίδιο τον τρόπο που βιώνεται η ζωή.
Στην ψυχολογική γλώσσα, η κατάθλιψη δεν είναι απλώς λύπη.
Είναι απώλεια νοήματος, απώλεια ενέργειας, απώλεια προσανατολισμού. Κι' αυτό που έχει ενδιαφέρον σήμερα δεν είναι μόνο η αύξηση των διαγνώσεων. Είναι ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι, χωρίς απαραίτητα να πληρούν διαγνωστικά κριτήρια,
περιγράφουν κάτι παρόμοιο: δυσκολία να κινητοποιηθούν, αίσθηση ατονίας, χαμηλή προσδοκία για το μέλλον και μια διάχυτη κόπωση που δεν εξηγείται εύκολα.
Δεν πρόκειται για έντονη απόγνωση. Πρόκειται για κάτι πιο χαμηλότονο και γι’ αυτό πιο ανθεκτικό: μια βουβή μείωση της ζωτικότητας.
Αν το δούμε ιστορικά, το φαινόμενο αυτό αποκτά μια ιδιαιτερότητα. Υπήρξαν περίοδοι όπου οι άνθρωποι ζούσαν με λιγότερα: λιγότερες ανέσεις, λιγότερη ασφάλεια, λιγότερες επιλογές.
Και όμως, η υποκειμενική εμπειρία της ζωής δεν περιγράφεται πάντοτε ως πιο βαριά.
Σήμερα, σε ένα περιβάλλον όπου πολλά έχουν βελτιωθεί σε υλικό επίπεδο, η ψυχική εμπειρία φαίνεται να έχει επιβαρυνθεί.
Αυτό υποδηλώνει ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στο «πόσο έχουμε», αλλά στο «τι σημαίνουν αυτά που έχουμε».
Αν αυτή η αίσθηση μοιάζει υποκειμενική, τα δεδομένα δείχνουν ότι δεν είναι. Στην Ελλάδα, περίπου το 7% του πληθυσμού πάσχει από κατάθλιψη. Αν μεταφράσουμε αυτό το ποσοστό σε ανθρώπους, μιλάμε για πάνω από 600.000 ενήλικες που ζουν με κλινική κατάθλιψη. Και αυτός είναι ο πιο «ορατός» αριθμός. Αν συμπεριλάβουμε όσους βιώνουν ήπια ή αδιάγνωστα συμπτώματα -εκείνους που λειτουργούν αλλά χωρίς ενέργεια, χωρίς προσανατολισμό- τότε το φαινόμενο αφορά 1,5 – 2 εκατομμύρια ανθρώπους που βιώνουν κάποια μορφή ψυχικής επιβάρυνσης
Δεν πρόκεται δηλαδή για μια εξαίρεση, αλλά για ένα νέο συλλογικό υπόστρωμα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική αν δει κανείς τα δεδομένα από τις αναλύσεις αστικών λυμάτων στην Ελλάδα. Στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αντικαταθλιπτικές ουσίες ανιχνεύονται σταθερά σε καθημερινή βάση, σε συγκεντρώσεις που αντιστοιχούν σε εκατοντάδες ημερήσιες δόσεις ανά 1000 κατοίκους. Δεν πρόκειται για περιστασιακή χρήση ούτε για «ακραίες» περιπτώσεις.
Παράλληλα, στα ίδια δεδομένα εμφανίζονται σταθερά ίχνη ψυχοτρόπων ουσιών, δείχνοντας ότι η ανάγκη για ανακούφιση δεν περιορίζεται στα φάρμακα, αλλά διαπερνά την καθημερινότητα με κάθε διαθέσιμο μέσο.
Πρόκειται για μια ευρεία, σταθερή κατανάλωση που αποτυπώνει μια κοινωνία η οποία δεν καταρρέει - αλλά ρυθμίζεται χημικά για να συνεχίσει να λειτουργεί.
Εδώ εμφανίζεται μια κρίσιμη αντίφαση, που δεν είναι μόνο ψυχολογική αλλά και κοινωνική. Ζούμε σε μια χώρα που είναι ταυτόχρονα: τουριστικά ευχάριστη, γεωπολιτικά "χρήσιμη" και
υπαρξιακά άδεια. Και αυτή η τριπλή συνθήκη δεν είναι απλώς περιγραφή. Είναι εξήγηση.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι το τρίτο. Όταν το ερώτημα «γιατί υπάρχουμε μαζί» σιωπά ή αποσιωπάται, τότε τίποτα δεν αρκεί.
Η οικονομία μπορεί κάπως να λειτουργεί. Η χώρα μπορεί να είναι κάπως σταθερή. Η καθημερινότητα μπορεί να είναι κάπως διαχειρίσιμη. Αλλά χωρίς νόημα, όλα αυτά δεν μεταφράζονται σε ζωτικότητα. Και εδώ ακριβώς γεννιέται η συλλογική δυσθυμία.
Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της κατάστασης
είναι ότι δεν βιώνεται ως σοβαρή κρίση. Δεν υπάρχουν εκρήξεις.
Δεν υπάρχει συνεχής ένταση. Αντίθετα, υπάρχει μια μορφή προσαρμογής: οι άνθρωποι συνεχίζουν κάπως να εργάζονται, συνεχίζουν κάπως να σχετίζονται, συνεχίζουν κάπως να ζουν.
Αλλά με χαμηλότερη ένταση. Σαν να έχει μειωθεί η ένταση της ίδιας της ζωής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αναπτύσσονται τρόποι διαχείρισης:
φαρμακευτική υποστήριξη, υπερ-απασχόληση, ψηφιακή απόσπαση, περιορισμός των προσδοκιών, πάσης φύσεως εξαρτήσεις ως ανακουφιστικά παυσίπονα.
Ο στόχος δεν είναι η ευτυχία. Είναι η προσαρμογή σε μια πραγματικότητα που όλο και πιο πολύ μοιάζει να μην έχει νόημα.
Οι πιο πολλοί προσπαθούμε να συνεχίσουμε να λειτουργούμε
μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν μας εμπνέει για τίποτα.
Όταν αυτή η κατάσταση γίνεται μαζική μειώνεται η διάθεση για συμμετοχή, ενισχύεται ο κυνισμός και αποδυναμώνεται η συλλογική πράξη. Όχι επειδή οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται,
αλλά επειδή δεν πιστεύουν ότι έχει νόημα.
Και έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η απουσία νοήματος παράγει αποχή, και η αποχή ενισχύει την απουσία νοήματος.
Πολλοί άνθρωποι δεν περιγράφουν μόνο δυσκολίες. Περιγράφουν μια αίσθηση: ότι κάτι φθείρεται αργά. Όχι θεαματικά, αλλά σταθερά.
Η χώρα μπορεί να φαίνεται ζωντανή, αλλά η εσωτερική της συνοχή και ζωτικότητα αποδυναμώνεται. Μια νεκροζώντανη χώρα.
Πώς βγαίνει κανείς από αυτό;
Αν το πρόβλημα είναι απώλεια νοήματος, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο λειτουργική. Δεν αρκεί να βελτιωθούν οι συνθήκες.
Χρειάζεται να ανασυσταθεί το «γιατί».
Και αυτό σημαίνει: επανασύνδεση με ουσιαστικές σχέσεις,
επένδυση σε δημιουργία, όχι μόνο κατανάλωση, αποδοχή του ρίσκου που συνεπάγεται κάθε μορφή νοήματος.
Και μια τελευταία σκέψη.
Ίσως η συλλογική μας δυσθυμία δεν είναι απλώς πρόβλημα.
Είναι και ένδειξη. Ότι μια κοινωνία έχει φτάσει σε ένα σημείο
όπου η όποια λειτουργία δεν αρκεί πια.
Το πρόβλημα δεν είναι πως δεν μπορούμε να ζήσουμε. Είναι ότι δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να καταλάβουμε γ ι α τ ί.

3i-atlas

https://www.space.com/astronomy/comets/interstellar-invader-comet-3i-atlas-made-a-startling-transformation-as-it-passed-the-sun

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)