Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · Ο ΛΥΚΟΣ ΠΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΑΜΕ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Ο ΛΥΚΟΣ ΠΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΑΜΕ
Ίσως κανένα παραμύθι να μην ειπώθηκε περισσότερες φορές στα μικρά κορίτσια από την ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας. Ένα κορίτσι περπατά μόνο του μέσα στο δάσος. Κάπου εκεί παραμονεύει ένας λύκος. Είναι πονηρός. Είναι επικίνδυνος, μπορεί να τη ξεγελάσει, να τη φάει, να την καταστρέψει.
Δεν ξέρω αν το παραμύθι γράφτηκε για να διδάξει στα παιδιά την προσοχή ή τον φόβο. Ξέρω όμως πως, για αιώνες, εκατομμύρια κορίτσια μεγάλωσαν ακούγοντας μια ιστορία όπου ο άγνωστος άνδρας είχε τη μορφή ενός θηρίου.
Και βέβαια δεν ήταν ένα τυχαίο παραμύθι. Οι γυναίκες είχαν πραγματικούς λόγους να φοβούνται. Για αιώνες δεν είχαν δικαίωμα να επιλέξουν τον σύντροφό τους. Δεν είχαν οικονομική ανεξαρτησία. Δεν προστατεύονταν από τη βία. Η κακοποίηση, ο εξευτελισμός και η κυριαρχία δεν ήταν εξαιρέσεις της ιστορίας. Ήταν πολλές φορές η ίδια η ιστορία. Ο λύκος δεν ήταν απλώς σύμβολο. Ήταν πολλές φορές πραγματικότητα.
Γι' αυτό χρειάζεται μεγάλη ταπεινότητα όταν μιλά κανείς για τον γυναικείο φόβο απέναντι στους άνδρες. Δεν γεννήθηκε από προκατάληψη. Γεννήθηκε από πραγματικές εμπειρίες, από πραγματικές πληγές και από πραγματικούς κινδύνους.
Το ερώτημα όμως είναι άλλο. Τι συμβαίνει όταν ένας απολύτως δικαιολογημένος φόβος συνεχίζει να μεταδίδεται ακόμη και όταν η ιστορία αλλάζει; Τι συμβαίνει όταν μια μητέρα, χωρίς να το καταλάβει, δεν μεταδίδει μόνο την αγάπη της στην κόρη της αλλά και τον ανείπωτο φόβο της;
Γιατί το τραύμα δεν μεταφέρεται μόνο μέσα από γεγονότα. Μεταφέρεται και μέσα από αφηγήσεις. «Πρόσεχε τους άντρες.»
«Όλοι το ίδιο είναι.» «Μην εμπιστεύεσαι ποτέ κανέναν.» «Στην αρχή όλοι καλοί φαίνονται.»
Και βέβαια, το μικρό κορίτσι δεν ακούει μόνο λέξεις. Ακούει τον τρόμο που βρίσκεται πίσω από τις λέξεις. Και επειδή αγαπά τη μητέρα της, κάνει κάτι βαθιά ανθρώπινο. Ταυτίζεται μαζί της. Δεν κληρονομεί μόνο την ιστορία της. Κληρονομεί και τον τρόπο που εκείνη βλέπει τον κόσμο. Έτσι, πολλές φορές, πριν ακόμη γνωρίσει τον πρώτο άνδρα της ζωής της, έχει ήδη "γνωρίσει τον λύκο". Όχι μέσα στο δάσος. Μέσα στη φαντασία της. Μέσα στις οικογενειακές αφηγήσεις. Μέσα στις σιωπές που δεν εξηγήθηκαν ποτέ.
Κι αυτό είναι το παράδοξο του διαγενεακού τραύματος. Η κόρη μπορεί να θυμώνει με άνδρες που δεν γνώρισε ποτέ. Να αμύνεται απέναντι σε κινδύνους που δεν της ανήκουν προσωπικά. Να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί έναν άνθρωπο που δεν της έκανε τίποτα, γιατί μέσα της συνομιλεί ακόμη με έναν άλλο άνδρα: τον πατέρα που εγκατέλειψε, τον παππού που κυριαρχούσε, τον σύζυγο που ταπείνωσε τη μητέρα, τον άνδρα που δεν ήταν ποτέ πραγματικά παρών.
Δεν σημαίνει ότι όλες οι γυναίκες ζουν έτσι. Ούτε ότι όλες οι μητέρες μεταδίδουν φόβο. Σημαίνει όμως ότι καμιά φορά ο άνθρωπος δεν κουβαλά μόνο τη δική του βιογραφία. Κουβαλά και εκείνη που προηγήθηκε.
Γι' αυτό υπάρχουν γυναίκες που αγαπούν βαθιά έναν άνδρα και, ταυτόχρονα, δυσκολεύονται να τον εμπιστευτούν. Σαν να ζουν δύο ιστορίες ταυτόχρονα. Η μία ανήκει στη δική τους ζωή. Η άλλη γράφτηκε πολύ πριν γεννηθούν.
Και ίσως η θεραπεία να αρχίζει ακριβώς εκεί. Όχι όταν μια γυναίκα πάψει να αγαπά τη μητέρα της. Αλλά όταν μπορέσει να διακρίνει πως ορισμένοι φόβοι που κατοικούν μέσα της δεν είναι εξ ολοκλήρου δικοί της. Ότι μπορεί να τιμήσει τον πόνο των γυναικών που προηγήθηκαν χωρίς να είναι υποχρεωμένη να συνεχίσει τη ζωή τους. Ότι μπορεί να προστατεύει τον εαυτό της χωρίς να θεωρεί κάθε άνδρα λύκο.
Γιατί ούτε όλοι οι άνδρες είναι λύκοι. Ούτε όλες οι γυναίκες είναι Κοκκινοσκουφίτσες.
Κι' ο έρωτας αρχίζει όταν δύο άνθρωποι συναντιούνται χωρίς να εκπροσωπούν ολόκληρα φύλα, ολόκληρες ιστορίες ή ολόκληρους πολέμους. Όταν ο άνδρας παύει να είναι ο πατέρας που πλήγωσε τη μητέρα. Και η γυναίκα παύει να είναι το κορίτσι που μεγάλωσε φοβούμενο το δάσος.
Ίσως τότε να αποκαλύπτεται και μια άλλη ανάγνωση του παραμυθιού. Το πραγματικό αντίθετο του λύκου δεν είναι ο κυνηγός. Είναι ο άνδρας που δεν χρειάζεται να κυριαρχήσει για να υπάρξει. Και το πραγματικό τέλος της ιστορίας δεν είναι η εξόντωση του λύκου. Είναι η στιγμή που μια γυναίκα μπορεί να περπατήσει μέσα στο δάσος χωρίς να χρειάζεται να φοβάται κάθε σκιά.
Γιατί τότε δεν έχει νικήσει ούτε ο άνδρας ούτε η γυναίκα. Όμως, έχει ηττηθεί το τραύμα.
Λιγότερα

ΣΧΟΛΙΟ
Ωραίο το άρθρο κ. Ανδρουλιδάκη. Αν βρείτε ευκαιρία σας παρακαλώ σχολιάστε ή δώστε μας τα φωτα σας και σε τούτο το πρόβλημα, κεντρικό γι όλη την Ελλάδα:
Προς τους γονείς που χωρίζουν:
Πρώτο παιδί : «Δε με σέβεστε !»
Δεύτερο παιδί: « Καταστρέψατε τη ζωή μου»!
Υπάρχει τρόπος να δώσει απάντηση η επιστήμη σας, αγαπητέ κ. Ανδρουλιδάκη, ή όποια άλλη, σ' αυτό το πρόβλημα: Στην καύλα (με φρουδικό νόημα) του ενός ή του άλλου των γονέων που φυλακίζει τον εαυτό του στο Εγώ, που ανατρέπει προτεραιότητες ή ιεραρχήσεις, και συσκοτίζει το νού οδηγώντας την οικογενειακή ζωή στη διάλυση?
Κώστας Τσιαντής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)