Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης: ΝΑ ΑΝΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΦΩΣ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

ΝΑ ΑΝΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΦΩΣ

Ο Carl Jung έγραψε κάποτε πως «ο μόνος σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι να ανάψει ένα φως μέσα στο σκοτάδι της ύπαρξης».
Πόσο παράξενη φράση!
Γιατί οι περισσότεροι από εμάς μεγαλώσαμε πιστεύοντας πως σκοπός της ζωής είναι να τα καταφέρουμε. Να σπουδάσουμε. Να δουλέψουμε. Να φτιάξουμε οικογένεια. Να αποκτήσουμε σπίτι. Να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας. Να φανούμε χρήσιμοι. Να είμαστε συνεπείς. Να μην απογοητεύσουμε τους ανθρώπους που μας εμπιστεύτηκαν.
Και όλα αυτά είναι όμορφα. Όλα αυτά έχουν αξία. Μόνο που υπάρχει ένας κίνδυνος. Να περάσει κανείς ολόκληρη τη ζωή του υπηρετώντας τη ζωή χωρίς να την έχει πραγματικά ζήσει. Να "λειτουργεί" αντί να κατοικεί μέσα στην ύπαρξή του. "Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ..." όπως λέει ο Ελύτης.
Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι δεν αποφασίσαμε συνειδητά να μπούμε στον αυτόματο πιλότο. Μπήκαμε γιατί έπρεπε. Υπήρχαν λογαριασμοί. Υπήρχαν παιδιά. Υπήρχαν γονείς που προσδοκούσαν. Υπήρχαν ευθύνες που δεν μπορούσαν να περιμένουν μέχρι να βρούμε τον εαυτό μας.
Και αυτό προφανώς είναι μια μορφή αγάπης. Η αφοσίωση έχει πάντοτε κάποιο κόστος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν, ύστερα από χρόνια, ίσως και όταν οι υποχρεώσεις μικραίνουν, μένεις ξαφνικά μόνος με τον εαυτό σου.
Τότε εμφανίζεται μια παράξενη ομιλούσα σιωπή, αν δεν την "σωπάσεις" κι αυτήν με διάφορους περισπασμούς. Και η σιωπή αυτή δεν είναι απαραίτητα θλίψη. Είναι μάλλον κάτι σαν μια απορία. «Ποιος είμαι όταν δεν χρειάζεται πια να είμαι χρήσιμος;» Ζόρικη ερώτηση.
Γιατί για αρκετά χρόνια γνωρίζαμε ακριβώς τι έπρεπε να κάνουμε. Δεν γνωρίζαμε όμως πάντοτε τι μας κρατούσε ζωντανούς. Ο Jung θα έλεγε πως αυτό είναι το σκοτάδι της απλής ύπαρξης. Δεν είναι μια τραγωδία, ούτε μια αποτυχία. Αλλά μια ζωή που κύλησε κυρίως μέσα στη "λειτουργία".
Και κάποια στιγμή αντιλαμβανόμαστε πως έχουμε μάθει να απαντάμε σε όλα τα εξωτερικά ερωτήματα/ερεθίσματα χωρίς ποτέ να σταθούμε αρκετά μπροστά στα "εσωτερικά".
Όπως, για παράδειγμα, τα ερωτήματα: Τι με συγκινεί; Τι με κάνει να αισθάνομαι παρών; Πότε ένιωσα τελευταία φορά ότι δεν υπάρχω απλώς αλλά ζω;
Κι εδώ δεν χρειάζονται μεγάλες απαντήσεις. Αρκεί συχνά ένα βλέμμα, ένα βιβλίο, ένα τραγούδι, ένα παιδί που σε κοιτάζει σαν να είσαι ολόκληρος κόσμος, ένας κήπος, μια κουβέντα που δεν βιάζεται να τελειώσει, ένα παλιό όνειρο που περίμενε υπομονετικά για χρόνια.
Ίσως τελικά το φως για το οποίο μιλούσε ο Jung να μην είναι κάποια σπουδαία αποκάλυψη. Ίσως να είναι εκείνες οι μικρές στιγμές όπου ο άνθρωπος παύει να "λειτουργεί" και αρχίζει ξανά να υπάρχει.
Ο πολιτισμός μας μάς έμαθε να μετράμε την αξία της ζωής με όρους παραγωγικότητας. Πόσα έκανες. Πόσα απέκτησες. Πόσα πρόλαβες.
Όμως η ψυχή δεν λογαριάζει έτσι. Η ψυχή θυμάται μόνο τις στιγμές που ήταν πραγματικά παρούσα. Εκείνες που ο χρόνος άνοιγε λίγο και ο άνθρωπος ένιωθε ότι βρισκόταν ολόκληρος μέσα σε μια στιγμή.
Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο ερώτημα της ζωής να μην είναι:
«Τι κατάφερες;» Αλλά: «Πότε ένιωσες πραγματικά ζωντανός;»
Και αν η απάντηση είναι «πολύ σπάνια», να ξέρεις πως δεν είναι καθόλου αργά.
Το φως δεν χρειάζεται μεγάλες φωτιές. Ένα κερί αρκεί για να νικήσει ένα ολόκληρο σκοτεινό δωμάτιο. Ένας περίπατος. Μια συγγνώμη. Μια αγκαλιά. Ένα ποίημα. Μια αλήθεια που περίμενε χρόνια να ειπωθεί. Ένας έρωτας.
Ο Jung δεν είπε να ανάψουμε πυρκαγιές. Είπε να ανάψουμε ένα φως. Και ίσως τελικά αυτή να είναι η βαθύτερη ευθύνη κάθε ανθρώπου. Όχι να ζήσει μια τέλεια ζωή. Αλλά να μη φύγει από τον κόσμο χωρίς να έχει φωτίσει, έστω για λίγο, το σκοτάδι της δικής του ύπαρξης-άντε και κανά δυο άλλων το πολύ.
Δηλαδή, "Να μην πεθάνει μαλάκας" που έλεγε κι ο Κοροβέσης.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)