Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΣΧΕΣΗΣ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΣΧΕΣΗΣ
«Αυτός που ξέρει ν’ αγαπά και να ελπίζει ξέρει
μέσα στη νύχτα πολεμά, ξημέρωμα να φέρει.»
Η μαντινάδα δεν μιλά για κουράγιο. Μιλά για κάτι πιο πρωταρχικό: για τον δεσμό. Δεν λέει ότι ο αγώνας γεννιέται από την ανάγκη ή από την αδικία. Λέει ότι γεννιέται από την ικανότητα να αγαπάς. Δηλαδή να δεσμεύεσαι σε κάτι που σε υπερβαίνει, να αντέχεις για κάτι που δεν εξαντλείται στον εαυτό σου.
Κι αυτό αλλάζει (και) τον τρόπο που διαβάζουμε και την ίδια την Πρωτομαγιά. Η Εργατική Πρωτομαγιά δεν ήταν απλώς μια διεκδίκηση δικαιωμάτων. Ήταν μια στιγμή όπου η εμπειρία της ζωής γινόταν κοινή. Οι άνθρωποι που κατέβαιναν στον δρόμο δεν μοιράζονταν μόνο συμφέροντα.
Μοιράζονταν κάτι βαθύτερο: μια αίσθηση κοινού «εμείς», μια εμπειρία αλληλεγγύης, μια μορφή αμοιβαίας αναγνώρισης
Με άλλα λόγια, μοιράζονταν έναν δεσμό. Και αυτός ο δεσμός μετέτρεπε την αδικία σε αγώνα. Όχι γιατί η αδικία ήταν μεγαλύτερη από τη σημερινή, αλλά γιατί δεν ήταν ατομική εμπειρία. Ήταν κοινή. Η Πρωτομαγιά ήταν, με έναν τρόπο, μια πολιτική έκφραση της σχέσης.
Σήμερα, τίποτα από αυτά δεν έχει εξαφανιστεί ως συνθήκη. Η πίεση υπάρχει. Η ανασφάλεια υπάρχει. Η αδικία υπάρχει. Και όμως, κάτι έχει αλλάξει ριζικά: η εμπειρία αυτών των συνθηκών έχει γίνει ατομική. Δεν λέμε πια «υποφέρουμε». Λέμε «υποφέρω». Μας έπεισαν ότι ο πόνος είναι ατομικός. Ότι η οδύνη είναι ιδιωτική υπόθεση του καθενός.
Κι έτσι, καθώς η εμπειρία γίνεται ατομική, δεν παράγει δεσμό, δεν δημιουργεί κοινό νόημα και βέβαια δεν μετατρέπεται εύκολα σε πράξη. Οπότε, αντί για αγώνα, εμφανίζεται διαχείριση. Αντί για συλλογικότητα, προσαρμογή. Αντί για ένταση, κόπωση και κυνισμός.
Που πάει να πει πως τελικά δεν λείπει ο λόγος, δεν λείπει η αιτία, λείπει ο δεσμός. Κι είναι πάντα εύκολο να πούμε ότι «ο κόσμος δεν αντιδρά» γενικώς και αορίστως, αλλά πιο δύσκολο είναι να αναρωτηθούμε γιατί. Η απάντηση δεν βρίσκεται στην έλλειψη προβλημάτων ή στο κακό ριζικό μας. Βρίσκεται στην έλλειψη σχέσης.
Γιατί ο αγώνας δεν γεννιέται από τη δυσκολία. Γεννιέται από το γεγονός ότι η δυσκολία δεν αντέχεται όταν είσαι "μόνος".
Συνεπώς, μια φράση που θα έλεγε «δεν ξέρουμε πια να αγαπάμε αρκετά για να αγωνιστούμε» δεν είναι ηθική καταγγελία.
Είναι περιγραφή μιας συνθήκης. Κι η αγάπη εδώ δεν είναι ρομαντική έννοια. Είναι η ικανότητα να συνδέεσαι, να επενδύεις στον άλλον, να αισθάνεσαι ότι κάτι σε αφορά πέρα από το ατομικό σου όριο.
Χωρίς αυτή την ικανότητα δεν υπάρχει «μαζί», δεν υπάρχει κοινό νόημα, δεν υπάρχει λόγος να αντέξεις τη σύγκρουση και εντέλει δεν υπάρχει λόγος να αγωνιστείς.
Μέσα σε μερικές δεκαετίες νεοφιλελέ καπιταλισμού συντελέστηκε μια σιωπηλή μετάβαση. Κι ίσως η πιο σημαντική αλλαγή δεν ήταν πολιτική, αλλά υπαρξιακή. Δεν είναι ότι περάσαμε από την αγωνιστικότητα στην αδράνεια. Είναι ότι περάσαμε από τη σχέση στην αποσύνδεση.
Αν διαβάσουμε σήμερα την μαντινάδα, ίσως αποκτά άλλη σημασία:
«Αυτός που ξέρει ν’ αγαπά και να ελπίζει ξέρει
μέσα στη νύχτα πολεμά, ξημέρωμα να φέρει.»
Η νύχτα δεν έφυγε. Αυτό που άλλαξε είναι ότι δεν βιώνεται μαζί.
Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι αν θα υπάρξει ξανά αγώνας. Το ζήτημα είναι αν μπορεί να υπάρξει ξανά εκείνος ο δεσμός που κάνει τον αγώνα αναπόφευκτο. Γιατί οι άνθρωποι δεν παλεύουν απλά όταν πιέζονται. Παλεύουν όταν κάτι τους συνδέει αρκετά ώστε να μην μπορούν να κάνουν αλλιώς. Και αυτό δεν είναι ζήτημα πολιτικής μόνο. Είναι ζήτημα σχέσης.
Μέχρι να ξαναβρούμε την ικανότητα να αγαπάμε αρκετά ώστε να αγωνιστούμε ΜΑΖΙ, ας είναι ελαφριά η εργατική πρωτομαγιά που μας σκεπάζει σύντροφοι...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)