Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Ηλίας Ανδριόπουλος / Elias Andriopoulos : ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

 Ηλίας Ανδριόπουλος / Elias Andriopoulos Official

32 λ. 
ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
΄Όταν περνάν τα χρόνια και έρχονται κάποιες στιγμές που αναπολείς το παρελθόν, φέρνοντας στη σκέψη σου μορφές σπάνιων ανθρώπων, που γνώρισες, θαύμασες και αγάπησες, τότε συνειδητοποιείς πόσο ευεργετική υπήρξε η αύρα τους, και πόσο θετικό ρόλο έπαιξε η παρουσία τους στην καλλιτεχνική σου διαμόρφωση.
Εδώ νομίζω η τύχη στάθηκε γενναιόδωρη απέναντί μου, γιατί έφερε στον δρόμο μου σπουδαίους ανθρώπους όπως τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον Γκάτσο, τον Ελύτη, τον Ελευθερίου και τόσους άλλους. Πόσοι καλλιτέχνες της νεότερης εποχής προσδοκούν ένα τέτοιο αντάμωμα στη ζωή τους, αλλά και πού να βρεθούν στις μέρες μας τα ανάλογα αναστήματα….
Ο Γκάτσος υπήρξε μία εμβληματική προσωπικότητα, που αποσπούσε τον σεβασμό των νεοτέρων και την βαθιά εκτίμηση των συνομήλικων του ποιητών, χωρίς ο ίδιος να καταβάλει καμία προσπάθεια γι αυτό. Ακτινοβολούσε από ποιότητα , ευπρέπεια και ήθος.
Τον γνώρισα αρκετά νέος, ένα μεσημέρι, τον Μάρτιο του 1976 στο περιώνυμο Καφέ Φλόκα, επί της οδού Πανεπιστημίου. Ήταν τότε που ετοίμαζα τον πρώτο μου δίσκο, Κύκλο Σεφέρη. Ο Δήμος Μούτσης, που βρεθήκαμε τυχαία εκείνη την ημέρα στα γραφεία της Columbia, στο κέντρο της Αθήνας, μου πρότεινε να περάσουμε από του Φλόκα, για να αφήσει κάτι στον Γκάτσο. Τον αντίκρισα για πρώτη φορά από κοντά στο περιποιημένο με μπεζ τραπεζομάντηλο και λουλούδια τραπέζι του, να πίνει μόνος του τον καφέ του. Με εντυπωσίασε. Αρχοντικός με αριστοκρατική φινέτσα και άψογους τρόπους, μας ζήτησε , μετά τις πρώτες συστάσεις του Δήμου, να καθίσουμε να μας φιλέψει.
Εκείνο τον καιρό ο Γκάτσος δέσποζε στις φιλολογικές συντροφιές , συγκεντρώνοντας γύρω του διαλεχτές προσωπικότητες του πνεύματος και κορυφαίους καλλιτέχνες, με πρώτο τον φίλο του τον Μάνο Χατζιδάκι. Τα θέματα των συζητήσεων, γιατί μετά την πρώτη μας γνωριμία συνήθιζα να τον επισκέπτομαι, δεν ήταν μόνο καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος, αλλά αφορούσαν και την τρέχουσα επικαιρότητα. Όλα αυτά διανθισμένα με αρκετό χιούμορ και όμορφα αστεία, όμως πάντα με τον απαράβατο τόνο της ποιότητας .
Όταν αργότερα μία γνωστή δισκογραφική εταιρία όρθωσε εμπόδια και δεν μπορέσαμε να ολοκληρώσουμε την συνεργασία μας σε δίσκο, σε μία απογευματινή μας συνάντηση στο GB Corner - είχε μεταφερθεί εκεί η συντροφιά , λόγω ότι του Φλόκα είχε κλείσει - , έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του ένα διπλό χαρτί και μου το προσέφερε λέγοντας
- Ηλία είναι το «Τραγούδι του παλιού καιρού». Αν σε εμπνεύσει, μελοποίησε το, μόνο να το τοποθετήσεις κάπου, που να ταιριάζει στο κλίμα.
Το υποσχέθηκα, και το ενέταξα στον δίσκο «Αργοναύτες» μαζί με στίχους του Σεφέρη και του Ελευθερίου, ο οποίος κυκλοφόρησε στα τέλη του 1998. Το ερμήνευσε έξοχα ο Μανώλης Μητσιάς. Άργησα όμως, ο Γκάτσος είχε φύγει από τη ζωή και δεν πρόλαβε να το ακούσει.
Δεν είμαι ο καταλληλότερος να μιλήσω για τις ποιητικές αρετές του Γκάτσου. Θα πω μόνο τούτο. Ο Γκάτσος υπήρξε μεγάλη ποιητική μορφή, αλλά παράλληλα και Δάσκαλος. Με τον εμπνευσμένο και φροντισμένο στίχο του, έδωσε φτερά στο ελληνικό τραγούδι. Ανέσυρε στοιχεία της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, γνώριζε όσο κανείς άλλος τον πλούτο του δημοτικού μας τραγουδιού, και τα έδεσε, τα ανάπλασε δημιουργικά με τα μοντέρνα ποιητικά ρεύματα της εποχής του. Ο στίχος του αφηγείται πάντα κάτι, και ξεπροβάλλει από μέσα του ένα δυνατό νόημα. Γνώριζε να τον προσαρμόζει, χωρίς να κάνει ποιοτικές εκπτώσεις στην φόρμα ενός τραγουδιού, στοχεύοντας στην καρδιά της μουσικής.
Με λίγα λόγια, ο Γκάτσος υπήρξε ένας και μοναδικός.
ΗΛΙΑΣ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ
Νοέμβρης 2025

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)