Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

Μάρκος Καραμανής . Αλέξανδρος Σπαρτίδης.

 Leonidas C. Aposkitis

Το πρωί της 17ης Νοεμβρίου 1973, ο έφεδρος ανθυπολογαγός (ΠΖ) Ιωάννης Λυμπέρης δολοφονεί τον 22χρονο ηλεκτρολόγο Μάρκο Καραμανή στην διασταύρωση της Πατησίων με τη Λεωφόρο Αλεξανδρας και μετα απο λίγο και τον 16χρονο μαθητή Αλέξανδρο Σπαρτίδη.
Ο Καραμανής έμενε στο Αιγάλεω και δούλευε φτιάχνοντας ηλεκτρολογικά σε πολυκατοικίες. Μόλις είχε απολυθεί από το Στρατό. Σε μία εβδομάδα θα παντρευόταν. Η αρραβωνιαστικιά του ήταν ήδη έγκυος.
Στο Πολυτεχνείο πήγε δύο μέρες πριν την εισβολή του άρματος) μαζί με φίλους του. Τροφοδοτούσαν τους εξεγερμένους φοιτητές με ό,τι χρειάζονταν. Τα αγόραζαν με λεφτά από το χαρτζιλίκι τους και από προσφορές άλλων δημοκρατικών πολιτών. Μπαινόβγαινε καθημερινά στο χώρο του Πολυτεχνείου, αλλά δεν διανυκτέρευε εκεί.
Το πρωί της 17ης Νοέμβρη, μετα την εισβολή του άρματος, μαζί με τον ξάδελφό του Χρήστο Μηλιαράκη, προσπάθησε να ξαναπάει στο Πολυτεχνείο. Το Ίδρυμα είχε αποκλειστεί όμως από τον στρατό και την αστυνομία, που τους κυνήγησαν. Τα δύο ξαδέλφια κατέφυγαν στην πολυκατοικία της οδού Αιγύπτου 1, στην διασταύρωση της Πατησίων με τη Λεωφόρο Αλεξανδρας.
Θέλοντας να δουν τι συμβαίνει στην περιοχή, ανέβηκαν στην ταράτσα στον 6ο όροφο. Ήταν άοπλοι και ακίνδυνοι.
Στο παλιό κτίριο του ΟΤΕ επί της Πατησίων η Χούντα είχε τοποθετήσει 50 άνδρες του 572ου Τάγματος Πεζικού (διοικητής ο Λοχαγός Αναστάσιος Αναστασίου). Μαζί με αυτούς, εκτελούσε υπηρεσία ο έφεδρος ανθυπολογαγός (ΠΖ) Ιωάννης Λυμπέρης ο οποίος στάλθηκε από τον 951 Λόχο της ΕΣΑ. Ο Λοχαγός ανέθεσε στον Λυμπέρη την ευθύνη του 5ου και της ταράτσας του 6ου ορόφου.
Ο Λυμπέρης βρέθηκε στην ταράτσα του κτιρίου του ΟΤΕ μαζί με μερικούς στρατιώτες, την ώρα που ο Καραμανής και την ώρα που ο Καραμανής και ο Μηλιαράκης βγήκαν στην ταράτσα της πολυκατοικίας απέναντι. Παρότι έβλεπε ότι ήταν άοπλοι, άρχισε να γαζώνει τη ταράτσα με το όπλο του. Οι νεαροί σωριάστηκαν για να καλυφθούν.
Όταν του τελείωσαν οι σφαίρες, ο δολοφόνος ανθυπολοχαγός πήρε ένα M1 από τα χέρια ενός φαντάρου και άρχισε να ρίχνει ξανά κατά των δύο νέων.
Μέσα στον πανικό, ο Μαλλιαράκης προσπάθησε να σηκωθεί και να τρέξει. Τότε ο Καραμανής τον άρπαξε και του φώναξε “πέσε κάτω”. Στα λίγα δευτερόλεπτα που στάθηκαν όρθιοι μία σφαίρα χτύπησε τον Μάρκο. Του έκοψε την καρωτίδα και στη συνέχεια εξοστρακίστηκε στο κεφάλι του Μαλλιαράκη. Ο θάνατος του Καραμανή ήταν ακαριαίος. Το αίμα του πλημμύρισε την ταράτσα. Ο Μαλιαράκης επέζησε, τραυματισμένος, με την σφαίρα στο κεφάλι του.
Όμως ο χουντικός ανθυπολοχαγός δεν σταμάτησε εκεί.Είδε στο δρόμο ένα 16χρονο παιδί, έστρεψε το όπλο του και πυροβολησε ξανά. Το παιδί ήταν ο 16χρονος Αλέξανδρος Σπαρτίδης, μαθητής στο Λεόντειο Λύκειο Πατησίων. Μαζί με συμμαθητές του είχε κατέβει στην οδό Πατησίων για να ενωθεί με το πλήθος που διαδήλωνε κατά της χούντας.
Ενω περπατούσε στην οδό Κότσικα, πάροδο της οδού Πατήσίων, ο Λυμπέρης τον πυροβόλησε στην κοιλιά απο την ταράτσα του κτιρίου του ΟΤΕ. Το τραύμα του Αλέξανδρου ήταν διαμπερές. Στο ΚΑΤ ο πατέρας του τον βρήκε νεκρό.
Το 1975, το Εφετείο καταδίκασε τον δολοφόνο χουντικό ανθυπολοχαγό σε κάθειρξη συνολικά 25 ετών και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για 10 χρόνια.
Τα ονόματα του Καραμανή και του Σπαρτίδη, των ηρώων που έδωσαν την ζωή τους για την ελευθερία, διαβάζονται κάθε χρόνο στο προσκλητήριο νεκρών της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)