Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Δημήτρης Βίκτωρ.

 ΤΑ ΤΥΠΙΚΑ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Υπάρχει ένα είδος λόγου που μοιάζει με φθαρμένο νόμισμα: περνά από στόμα σε στόμα, αναγνωρίζεται εύκολα, αλλά έχει χάσει το βάρος του. Το «εύγε» και το «συγχαρητήρια» δεν είναι κακές λέξεις· είναι όμως λέξεις που συχνά καταντούν καθαρή συνήθεια, τελετουργία κοινωνικής ευπρέπειας, ένα «πρέπει» που δεν μαρτυρά τίποτα για τον εσωτερικό άνθρωπο.
Άλλο πράγμα η αλήθεια και άλλο η εντύπωση. Άλλο η πράξη και άλλο η επίδειξη της πράξης. Και, κυρίως, άλλο ό,τι εξαρτάται από εμάς κι άλλο ό,τι όχι. Εξαρτάται από εμάς να είμαστε δίκαιοι στον λόγο μας. Να μην αφήνουμε τον φθόνο να ντύνεται αξιοπρέπεια. Να μη μοιράζουμε «συγχαρητήρια» όπως μοιράζουμε χειραψίες: μηχανικά, άνευ ψυχής, άνευ γενναιοδωρίας. Αν ο άλλος πέτυχε κάτι μεγάλο, η δική μας αρετή δοκιμάζεται στο αν μπορούμε να το αναγνωρίσουμε καθαρά, χωρίς αστερίσκους και χωρίς αντάλλαγμα.
Στο δημόσιο πεδίο, αυτές οι λέξεις αποσυντίθενται πιο γρήγορα. Η πρόσφατη εκλογή του Κυριάκου Πιερρακάκη στην προεδρία του Eurogroup δεν είναι απλώς ατομική διάκριση· είναι γεγονός με πολιτικό και συμβολικό βάρος για την Ελλάδα μέσα στην ευρωζώνη. Κι όμως, η στιγμή που θα έπρεπε να επιβάλει έναν λόγο ανώτερο από τον κομματικό χρόνο, συχνά γεννά το γνώριμο τυπικό χρέος. Ένα «συγχαρητήρια» χωρίς βλέμμα, μια «ευχή» με δόντια σφιγμένα, μια ψυχρή αδιαφορία που παριστάνει τη θεσμικότητα.
Ας το πούμε καθαρά: αυτά δεν είναι συγχαρητήρια. Είναι διαχειρισμένος φθόνος. Ένα πρωτόκολλο που φοριέται σαν κουστούμι πάνω από μια ψυχή που ιδρώνει από μικροψυχία. Λέει «μπράβο», αλλά εννοεί «μην το χαίρεσαι πολύ». Λέει «για την Ελλάδα», αλλά εννοεί «όχι για σένα». Και η μικροψυχία στην πολιτική είναι χειρότερη από την αγένεια, γιατί παρουσιάζεται ως «θεσμικότητα»: κάνει πως σέβεται, ενώ στην πράξη προσπαθεί να ακυρώσει.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή πολλοί πολιτικοί δεν λειτουργούν ως πρόσωπα αλλά ως ρόλοι. Είναι δεμένοι με τη γραμμή, με το στρατόπεδο, με την ανάγκη να μη «χαρίσουν πόντους». Η ιδεολογία —που θα έπρεπε να είναι εργαλείο κρίσης— γίνεται δεσμά που δένουν τη γλώσσα. Έτσι η πολιτική, αντί να είναι τέχνη του κοινού καλού, καταντά τεχνική διαχείρισης εντυπώσεων με λέξεις ζυγισμένες όχι για να πουν την αλήθεια, αλλά για να μη θυμώσουν οι «δικοί μας».
Ντροπή. Όχι ως φτηνός αφορισμός, αλλά ως διάγνωση: ντροπή είναι να μην μπορείς να αρθρώσεις έναν καθαρό έπαινο για κάτι που τιμά τη χώρα, επειδή φοβάσαι τι θα πουν οι φανατικοί του ακροατηρίου σου. Ντροπή είναι να χρησιμοποιείς το «εθνικό» ως σημαία μόνο όταν σε εξυπηρετεί, και όταν η επιτυχία δεν γράφει το όνομά σου να τη μειώνεις σε απλή είδηση που περνά.
Η ζωή μας και η εποχή μας χρειάζεται καθαρό λόγο: οι υποκριτές δεν είναι «ανώριμοι». Είναι επικίνδυνοι. Σπέρνουν την ιδέα ότι τίποτα δεν αξίζει πραγματικά, επειδή τίποτα δεν πρέπει να πιστωθεί στον αντίπαλο. Δηλητηριάζουν τον δημόσιο χώρο με μια μόνιμη μιζέρια: κάθε επιτυχία “επικοινωνία”, κάθε διάκριση “δημόσιες σχέσεις”, κάθε αναγνώριση “συμπαιγνία”. Κι έτσι, αντί να ανταγωνίζονται για το καλύτερο, ανταγωνίζονται για το πιο φτηνό: ποιος θα ακυρώσει πιο γρήγορα, ποιος θα μειώσει πιο ύπουλα.
Αν θέλεις να είσαι πολιτικός άνδρας και όχι κομματικός υπάλληλος, υπάρχει μια απλή δοκιμή: μπορείς να πεις ένα γενναίο «μπράβο» όταν το γεγονός το αξίζει; Μπορείς να το πεις χωρίς ουρά, χωρίς “ναι μεν αλλά”, χωρίς να ζητήσεις αντίδωρο; Αν δεν μπορείς, τότε δεν υπηρετείς το κοινό· υπηρετείς τον φόβο σου.
Το συμπέρασμα είναι, ότι ο μικρός άνθρωπος δεν αντέχει τη λάμψη του άλλου, γιατί του θυμίζει τη δική του αδυναμία να δημιουργήσει. Γι’ αυτό μειώνει, ειρωνεύεται, ψιθυρίζει. Ο μεγάλος άνθρωπος, αντίθετα, έχει περίσσευμα δύναμης: αναγνωρίζει χωρίς να κινδυνεύει. Ξέρει ότι ο αληθινός έπαινος είναι πράξη ισχύος, όχι υποχώρηση.
Δεν μας λείπουν οι “ευχές”. Μας λείπουν οι ψυχές που μπορούν να σταθούν πάνω από την ευχή και να φτάσουν στην αρετή: στην άγρια, καθαρή, δημιουργική γενναιοδωρία που λέει «ναι» στην αξία, όπου κι αν εμφανίζεται. Γιατί μόνο εκείνος που μπορεί να πει ένα αληθινό «εύγε» χωρίς φόβο, έχει το δικαίωμα να ζητήσει κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του, από το κόμμα του, από τη μικρή του εποχή.
Αυτά για Ανδρουλάκηδες, Σαμαράδες, Καραμανλήδες κ.λπ., και τόσους και τόσους φαιδρούς κακομοίρηδες του παρελθόντος και πατριώτες του καναπέ, που δεν μπορούν να χωνέψουν οτιδήποτε καλό συνδέεται με τον Κυριάκο Μητσοτακη!
Η εμπάθεια και η μιζέρια συνεχίζονται.
Δημήτρης Βίκτωρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)