Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Τάκης Κτενας: Χριστούγεννα μιάς άλλης εποχής (Αναδημοσίευση)

 



Χριστούγεννα μιάς άλλης εποχής, αγνής. Μιας εποχής με ήθος. Με αγάπη. Όπου οι άνθρωποι νοιαζόντουσαν. Οι άνθρωποι αγαπιόντουσαν και τέτοιες μέρες γιορτινές, καλούσαν ο ένας τον άλλον στο σπίτι τους να γιορτάσουν όλοι μαζί. Να φάνε. Να συνευρεθούν. Να κάτσουν στο γιορτινό τραπέζι, τραπέζι στρωμένο όπως και οι ζωές τους τότε...

Δεν έλειπε κανείς. Φτώχεια, μα φτώχεια με αγάπη και γέλιο και ο αέρας μύριζε καμένο ξύλο από την σόμπα που σιγοέκαιγε. Έκαιγε ξύλα, αλλά έκαιγε και αμαρτίες. Η νοικοκυρά έβγαζε το ψητό του φούρνου και το πρόσφερε μαζί με την αγάπη της, όπως πρόσφερε και την ίδια της την ζωή.
Πλησίαζαν Χριστούγεννα θυμάμαι. Τα μελομακάρονα και οι κουραμπιέδες έδιναν και έπαιρναν. Ήταν είδη πολυτελείας, προσφέρονταν αυστηρά στους καλεσμένους και μόνον στους επισκέπτες. Εμείς τα μυρίζαμε από μακριά, παίρναμε την μυρωδιά τους μαζί με την μαγεία τους. Την μαγεία των Χριστουγέννων!
Αυτές τις μέρες πριν την πρωτοχρονιά, έπρεπε να ήμασταν καλά παιδιά για να πάρουμε το δώρο μας από τον Άγιο Βασίλη. Όλος ο προηγούμενος χρόνος και ότι ζαβολιές είχαμε κάνει,-και είχαμε κάνει πολλές-,ξεχνιόταν μπροστά στην αγάπη τους για εμάς. Ότι και νάχαμε κάνει εμείς τα παιδιά, για τον Άγιο Βασίλη ήμασταν καλά παιδιά. Πάντα μας έφερνε δώρα. Ποτέ δεν μας ξεχνούσε. Αυτός ο Άγιος Βασίλης ποτέ δεν μάθαινε τα κακά από τους αγαπημένους μας γονείς, μόνο τα καλά. Μόνο τα καλά έφταναν στα αυτιά του. Περίεργο πράγμα βρε παιδάκι μου...
Και πάντα μας έφερνε ότι θέλαμε, ότι ζητούσαμε. Έτσι περιμέναμε τις γιορτές σαν να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Μήπως ήταν όμως τελικά? Μήπως οι γιορτές αυτές ήταν το πιο σημαντικό πράγμα και εμείς το ξεχάσαμε? Όπως και τον εαυτό μας χάσαμε, αλλά και τόσα άλλα ωραία πράγματα μαζί. Από μια άλλη, ξεχασμένη εποχή...
Μετά, οι γονείς μας μας έβαζαν για ύπνο και αυτοί έβγαιναν. Έβγαιναν έξω. Πότε θα μεγαλώσουμε να βγαίνουμε κι εμείς?Αναρωτιόμασταν. Πότε θα μεγαλώσουμε να τους μοιάσουμε?
Και να που μεγαλώσαμε. Αλλά δεν τους μοιάσαμε. Απεναντίας, τους ξεχάσαμε και μαζί με αυτούς ξεχάσαμε όλη αυτή την εποχή. Την μακρινή μας καταγωγή. Την γιαγιά και τον παππού, που μας κρατάγανε συντροφιά για να βγούνε έξοδο η μαμά κι ο μπαμπάς. Μας λέγανε παραμύθια, με το χάδι τους να μας χαδεύει τα μαλλιά και να μας κοιμίζει γλυκά. Τόσο όμορφα όλα, Θεέ μου τόσο μαγικά!
Τα όνειρα δεν τα χρειαζόμασταν τότε, όπως τώρα. Ήταν η ζωή μας ένα όνειρο! Και μέσα στο όνειρο αυτό δεν χωράγανε εφιάλτες, δεν αφήνανε ο παππούς και η γιαγιά να μπούνε. Αυτοί ήταν οι θεματοφύλακες των ονείρων μας και η μαμά ονειροπαγίδα. Έτσι περιμέναμε τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Με όνειρα! Με αγάπη! Με ευλάβεια! Με δέος! Και έτσι ο Άγιος Βασίλης μας έφερνε ότι θέλαμε. Ναι, ότι θέλαμε. Αυτό θα κάνω και τώρα λοιπόν, θα ζητήσω δώρο από τον Άγιο. Μήπως και μ' ακούσει πάλι...
Άγιε μου Βασίλη, Άγιε εσύ των παιδικών μας χρόνων και των ονείρων μας. Άγιε εσύ που κάθε χρόνο έρχεσαι και ποτέ δεν μας ξεχνάς. Ξέρω, ότι να φέρεις πίσω όλα αυτά τα χρόνια δεν γίνεται. Μια ολόκληρη εποχή, πως να την φέρεις πίσω? Γίνεται όμως να φέρεις την μαμά και τον μπαμπά? Για λίγο μόνο. Μόνο για λίγο, ίσα να τους δω. Να ντύνονται, να στολίζονται, να παρφουμαρίζονται. Να μυρίσει το μυαλό μου άρωμα λεμόνι, κολόνια Μυρτώ και φτηνή άφτερ σέιβ σαν κι αυτή που έβαζε ο μπαμπάς. Να ανθίσουν οι μνήμες μου από αυτούς. Να τους δω να ετοιμάζονται να βγούν, όμορφοι και οι δυο και αγαπημένοι!
Και ας φύγουν μετά, ας βγουν από το όνειρό μου. Αγκαζέ όπως παλιά, οι δυο τους αγκαλιά και το δάκρυ μου που τώρα κυλά, ας τους ακολουθήσει εκεί. Άς γίνει πουλί. Να πετάξει κοντά τους να πάει να τους βρει. Για να τους πεί, -αφού εγώ δεν μπορώ-, πόσο πολύ τους αγαπώ! Πόσο πολύ μου λείπουν...
<<Άστρο φωτεινό, θάρθει γιορτινό, μήνυμα θα φέρει απ' τον ουρανό >> ακούγεται απ' το ραδιόφωνο.
Τάκης Κτενας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)