Χριστούγεννα μιάς άλλης εποχής, αγνής. Μιας εποχής με ήθος. Με αγάπη. Όπου οι άνθρωποι νοιαζόντουσαν. Οι άνθρωποι αγαπιόντουσαν και τέτοιες μέρες γιορτινές, καλούσαν ο ένας τον άλλον στο σπίτι τους να γιορτάσουν όλοι μαζί. Να φάνε. Να συνευρεθούν. Να κάτσουν στο γιορτινό τραπέζι, τραπέζι στρωμένο όπως και οι ζωές τους τότε...
Δεν έλειπε κανείς. Φτώχεια, μα φτώχεια με αγάπη και γέλιο και ο αέρας μύριζε καμένο ξύλο από την σόμπα που σιγοέκαιγε. Έκαιγε ξύλα, αλλά έκαιγε και αμαρτίες. Η νοικοκυρά έβγαζε το ψητό του φούρνου και το πρόσφερε μαζί με την αγάπη της, όπως πρόσφερε και την ίδια της την ζωή. Πλησίαζαν Χριστούγεννα θυμάμαι. Τα μελομακάρονα και οι κουραμπιέδες έδιναν και έπαιρναν. Ήταν είδη πολυτελείας, προσφέρονταν αυστηρά στους καλεσμένους και μόνον στους επισκέπτες. Εμείς τα μυρίζαμε από μακριά, παίρναμε την μυρωδιά τους μαζί με την μαγεία τους. Την μαγεία των Χριστουγέννων!
Αυτές τις μέρες πριν την πρωτοχρονιά, έπρεπε να ήμασταν καλά παιδιά για να πάρουμε το δώρο μας από τον Άγιο Βασίλη. Όλος ο προηγούμενος χρόνος και ότι ζαβολιές είχαμε κάνει,-και είχαμε κάνει πολλές-,ξεχνιόταν μπροστά στην αγάπη τους για εμάς. Ότι και νάχαμε κάνει εμείς τα παιδιά, για τον Άγιο Βασίλη ήμασταν καλά παιδιά. Πάντα μας έφερνε δώρα. Ποτέ δεν μας ξεχνούσε. Αυτός ο Άγιος Βασίλης ποτέ δεν μάθαινε τα κακά από τους αγαπημένους μας γονείς, μόνο τα καλά. Μόνο τα καλά έφταναν στα αυτιά του. Περίεργο πράγμα βρε παιδάκι μου...
Και πάντα μας έφερνε ότι θέλαμε, ότι ζητούσαμε. Έτσι περιμέναμε τις γιορτές σαν να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Μήπως ήταν όμως τελικά? Μήπως οι γιορτές αυτές ήταν το πιο σημαντικό πράγμα και εμείς το ξεχάσαμε? Όπως και τον εαυτό μας χάσαμε, αλλά και τόσα άλλα ωραία πράγματα μαζί. Από μια άλλη, ξεχασμένη εποχή...
Μετά, οι γονείς μας μας έβαζαν για ύπνο και αυτοί έβγαιναν. Έβγαιναν έξω. Πότε θα μεγαλώσουμε να βγαίνουμε κι εμείς?Αναρωτιόμασταν. Πότε θα μεγαλώσουμε να τους μοιάσουμε?
Και να που μεγαλώσαμε. Αλλά δεν τους μοιάσαμε. Απεναντίας, τους ξεχάσαμε και μαζί με αυτούς ξεχάσαμε όλη αυτή την εποχή. Την μακρινή μας καταγωγή. Την γιαγιά και τον παππού, που μας κρατάγανε συντροφιά για να βγούνε έξοδο η μαμά κι ο μπαμπάς. Μας λέγανε παραμύθια, με το χάδι τους να μας χαδεύει τα μαλλιά και να μας κοιμίζει γλυκά. Τόσο όμορφα όλα, Θεέ μου τόσο μαγικά!
Τα όνειρα δεν τα χρειαζόμασταν τότε, όπως τώρα. Ήταν η ζωή μας ένα όνειρο! Και μέσα στο όνειρο αυτό δεν χωράγανε εφιάλτες, δεν αφήνανε ο παππούς και η γιαγιά να μπούνε. Αυτοί ήταν οι θεματοφύλακες των ονείρων μας και η μαμά ονειροπαγίδα. Έτσι περιμέναμε τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Με όνειρα! Με αγάπη! Με ευλάβεια! Με δέος! Και έτσι ο Άγιος Βασίλης μας έφερνε ότι θέλαμε. Ναι, ότι θέλαμε. Αυτό θα κάνω και τώρα λοιπόν, θα ζητήσω δώρο από τον Άγιο. Μήπως και μ' ακούσει πάλι...
Άγιε μου Βασίλη, Άγιε εσύ των παιδικών μας χρόνων και των ονείρων μας. Άγιε εσύ που κάθε χρόνο έρχεσαι και ποτέ δεν μας ξεχνάς. Ξέρω, ότι να φέρεις πίσω όλα αυτά τα χρόνια δεν γίνεται. Μια ολόκληρη εποχή, πως να την φέρεις πίσω? Γίνεται όμως να φέρεις την μαμά και τον μπαμπά? Για λίγο μόνο. Μόνο για λίγο, ίσα να τους δω. Να ντύνονται, να στολίζονται, να παρφουμαρίζονται. Να μυρίσει το μυαλό μου άρωμα λεμόνι, κολόνια Μυρτώ και φτηνή άφτερ σέιβ σαν κι αυτή που έβαζε ο μπαμπάς. Να ανθίσουν οι μνήμες μου από αυτούς. Να τους δω να ετοιμάζονται να βγούν, όμορφοι και οι δυο και αγαπημένοι!
Και ας φύγουν μετά, ας βγουν από το όνειρό μου. Αγκαζέ όπως παλιά, οι δυο τους αγκαλιά και το δάκρυ μου που τώρα κυλά, ας τους ακολουθήσει εκεί. Άς γίνει πουλί. Να πετάξει κοντά τους να πάει να τους βρει. Για να τους πεί, -αφού εγώ δεν μπορώ-, πόσο πολύ τους αγαπώ! Πόσο πολύ μου λείπουν...
<<Άστρο φωτεινό, θάρθει γιορτινό, μήνυμα θα φέρει απ' τον ουρανό >> ακούγεται απ' το ραδιόφωνο.
Τάκης Κτενας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου