Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Vassilis Viliardos ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 


Vassilis Viliardos

«Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις στο σύνολο του 2025 ανήλθαν σε 23,626 δις € κατά την ΤτΕ - από 21,702 δις € το 2024. Το 2025, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε κατά 2,8 δις € σε σχέση με το 2024 και διαμορφώθηκε σε 14,1 δις €».
Με δεδομένο το ότι, το αποπληθωρισμένο (=πραγματικό) ΑΕΠ μας το 2025 ήταν της τάξης των 210 δις €, από 231,6 δις € το 2009, ενώ τα τουριστικά μας έσοδα το 2009 ήταν 10,4 δις €, έχουμε τα εξής:
(α) Το πραγματικό ΑΕΠ μας παραμένει χαμηλότερο κατά 21,6 δις € - ενώ τα τουριστικά μας έσοδα αυξήθηκαν κατά περίπου 13 δις €. Έτσι ο τουρισμός ήταν το 2025 στο 11,2% του ΑΕΠ μας - ενώ το 2009 ήταν μόλις στο 4,49%.
Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, έχουμε χάσει ένα μεγάλο μέρος της παραγωγικής μας οικονομίας (13 δις € + 21,6 δις € = 34,6 δις €) – το οποίο έχει καλυφθεί σε κάποιο βαθμό (13 δις €) από τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού που λειτουργεί ζημιογόνα (με κριτήριο την πολύ χαμηλή μέση δαπάνη ανά τουρίστα, χαμηλότερη από τη μισή σε σχέση πχ με την Πορτογαλία).
(β) Η μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών μας, εάν δεν υπάρξει διόρθωση όπως το 2024 (τότε είχε υπολογισθεί αρχικά στα 15,1 δις € και τελικά διαμορφώθηκε στα 16,9 δις €), οφείλεται κυρίως στην άνοδο των τουριστικών μας εσόδων κατά 1,92 δις €.
Επειδή όμως υπήρξε σημαντική πτώση στις τιμές του πετρελαίου, το έλλειμμα του ισοζυγίου μας εάν δεν είχε φθηνύνει το πετρέλαιο, θα ήταν πολύ μεγαλύτερο – οπότε η μείωση του ήταν σε κάποιο βαθμό συγκυριακή, εκτός από την άνοδο των τουριστικών εσόδων.
(γ) Ο τουρισμός έχει πολύ χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας, από την οποία εξαρτώνται οι μισθοί – λόγω εποχικότητας κλπ. Ειδικότερα, η παραγωγικότητα στον τουριστικό κλάδο είναι υποδιπλάσια, χαμηλότερη από τη μισή δηλαδή, από τη μέση παραγωγικότητα στην υπόλοιπη οικονομία – σύμφωνα με τη μελέτη Πισσαρίδη.
Αυτός ακριβώς είναι ο βασικός λόγος που, ενώ η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη πτώση του κόστους εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος στην Ευρωζώνη, πλέον χαμηλότερη ακόμη και από τη Γερμανία όπως φαίνεται από το γράφημα, παραμένει μη ανταγωνιστική στην παραγωγική της οικονομία – με κριτήριο το τεράστιο έλλειμμα του εμπορικού της ισοζυγίου που εκτοξεύθηκε στα 36,4 δις € το 2024 (αρχικά είχε υπολογισθεί στα 34,6 δις €), ενώ θα υπερβεί ξανά τα 30 δις € το 2025, παρά την πτώση των τιμών του πετρελαίου.
Είναι δε απογοητευτικό να στηρίζεται η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας μόνο στους χαμηλούς μισθούς, αντί στις επενδύσεις, στην καινοτομία κλπ., όπως στις ευημερούσες χώρες – ενώ με δεδομένο τον υψηλότερο πληθωρισμό της Ελλάδας από το μέσο της Ευρωζώνης και την υπερφορολόγηση, τα εξής:
(α) η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας επιδεινώνεται, οπότε οι δυνατότητες βιώσιμης ανόδου των μισθών, ενώ
(β) οι Έλληνες εργαζόμενοι στη συντριπτική πλειοψηφία τους αδυνατούν να επιβιώσουν (μέσος μικτός μισθός πλήρους και μερικής απασχόλησης το 2025 στα 1.363 €, διάμεσος αρκετά κάτω από τα 1.200 € - με το 60,8% των εργαζομένων κάτω από 1.200 €)!

Vassilis Viliardos: Οι δέκα βασικότερες στρατηγικές της χειραγώγησης είναι οι εξής:

 Vassilis Viliardos

Οι δέκα βασικότερες στρατηγικές της χειραγώγησης είναι οι εξής:
(1) Η αντιστροφή της προσοχής (παραπλάνηση): Πρόκειται για σκόπιμες ειδήσεις που «πωλούνται» ως οι σημαντικότερες, έχοντας όμως στόχο να κρύψουν τις πραγματικά σημαντικές – όπως στο παράδειγμα της αναθεώρησης του συντάγματος, για να μη δοθεί προσοχή στη φτωχοποίηση των Πολιτών, καθώς επίσης στη λεηλασία της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων.
(2) Η σκόπιμη δημιουργία προβλημάτων, για τα οποία παρέχονται ταυτόχρονα οι ήδη προετοιμασμένες λύσεις: Για να επιτευχθεί ένας δύσκολος στόχος, προκαλούνται ορισμένες προβληματικές καταστάσεις, αφού διαφορετικά ο πληθυσμός επαναστατεί.
Για παράδειγμα, με σκοπό το ριζικό περιορισμό των κεκτημένων της πλειοψηφίας (μισθοί, κοινωνικό κράτος κλπ.), «παράγει» κανείς μία οικονομική κρίση, ενοχοποιώντας τους Πολίτες για τη δημιουργία της – παρέχοντας ταυτόχρονα «λύσεις», οι οποίες δεν αφήνουν μεν το σύστημα να καταρρεύσει, αλλά αυξάνουν τη λεηλασία των πολλών που δεν αντιδρούν, επειδή δεν κατανοούν τι ακριβώς συμβαίνει.
(3) Η διαβάθμιση των δυσάρεστων αλλαγών: Η σταδιακή αλλαγή προς το χειρότερο των υπηρεσιών που προσφέρει το δημόσιο είναι πιο εύκολο να επιτευχθεί, σε σχέση με την άμεση και απότομη – επειδή η μάζα, όταν μία κατάσταση διαρκεί πολύ, τείνει να πέσει στην παγίδα του «όλα θα περάσουν και θα γίνουν καλύτερα».
Παράδειγμα η επιβολή των ακραίων νεοφιλελεύθερων μέτρων στην Ελλάδα σταδιακά μετά το 2010 - όπου δημιουργούταν η εσφαλμένη εντύπωση στους Πολίτες ότι, οι εκάστοτε κυβερνήσεις τους προστάτευαν καθυστερώντας.
(4) Η αναβολή των επιδιωκόμενων αλλαγών: Πρόκειται για τη μετάθεση στο μέλλον εκείνων των αλλαγών που, εάν υιοθετούταν βραχυπρόθεσμα, θα προκαλούσαν μαζικές αντιδράσεις ή/και θα απορρίπτονταν από το σύνολο του πληθυσμού. Μέσω της αναβολής τους αυξάνεται σημαντικά η πιθανότητα αποδοχής τους εκ μέρους των ανθρώπων, επειδή έτσι συνηθίζουν καλύτερα στην ιδέα.
Παράδειγμα, η πεποίθηση που έχει δημιουργηθεί ήδη σε όλους τους Έλληνες κάτω των 60 ετών, σύμφωνα με την οποία δεν πρόκειται να πάρουν σύνταξη ή στην καλύτερη περίπτωση θα είναι σημαντικά μειωμένη – γεγονός που διευκολύνει φυσικά την πολιτική των δανειστών.
(5) Η ομιλία στις μάζες σαν να πρόκειται για μικρά παιδιά: Όταν απευθύνεται κανείς στους ανθρώπους μιλώντας τους σαν να είναι παιδιά, τότε νοιώθουν ανάλογα ασήμαντοι – οπότε έχει τη δυνατότητα να τους πει ευκολότερα δυσάρεστες αλήθειες. Ισχύει εν προκειμένω το ότι, όσο πιο ψεύτης είναι κανείς, τόσο πιο εύκολα πείθει – γεγονός που διαπιστώνεται συχνά στην Ελλάδα, όσον αφορά το εκλογικό κοινό και τους πολιτικούς που στέλνει στην εξουσία.
(6) Η έμφαση (επικέντρωση) στα συναισθήματα και όχι στη λογική: Με τη στροφή προς το συναίσθημα εμποδίζεται η κριτική σκέψη, σε βαθμό που δεν μπορεί να φαντασθεί κανείς.
(7) Η διατήρηση της κοινωνίας σε άγνοια: Προφανώς οι μάζες δεν πρέπει να είναι σε θέση να κατανοούν τις μεθόδους, καθώς επίσης τις τεχνικές ελέγχου που εξασφαλίζουν τη χειραγώγηση τους. Στα πλαίσια αυτά, όλοι όσοι προσπαθούν να τις «ξυπνήσουν» είτε συκοφαντούνται μεθοδικά, είτε διακωμωδούνται, είτε χαρακτηρίζονται ως οπαδοί θεωριών συνωμοσίας – έτσι ώστε να μην εισακούγονται ποτέ.
(
😎
Η χειραγώγηση της σκέψης του λαού, έτσι ώστε να πεισθεί πως είναι μία θλιβερή μετριότητα: Όταν οι άνθρωποι πείθονται ότι, είναι «μοντέρνο» να συμπεριφέρονται ανόητα, χυδαία και ματαιόδοξα, τότε είναι πολύ εύκολη η καθοδήγηση τους.
Παράδειγμα ο τρόπος ομιλίας και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πολύ συχνά στην ελληνική κοινωνία και στη Βουλή, οι οποίες μειώνουν δραστικά το πολιτισμικό επίπεδο της χώρας – οπότε δεν σημειώνονται αναταραχές και εξεγέρσεις, παρά τη ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου. Με απλά λόγια, η ευγένεια δεν συμβαδίζει με την παθητική αποδοχή της φτωχοποίησης – οπότε απαιτείται η μείωση του πολιτισμικού επιπέδου, χωρίς την οποία είναι αδύνατον να επιβληθεί.
(9) Μετάλλαξη της αντίστασης σε ένα συναίσθημα κακής συνείδησης: Χωρίς καμία ενέργεια, δεν υπάρχει καμία άμυνα – όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου είναι ανόητο να περιμένει κανείς κάτι καλύτερο, αφού δεν ενεργεί οπότε δεν αμύνεται.
Όταν η κοινωνία τώρα πείθεται συλλογικά ότι είναι ανόητη, διεφθαρμένη και ανίκανη, οπότε είναι η ίδια ένοχος για τα δεινά που της συμβαίνουν (κακή συνείδηση), τότε εξουδετερώνεται πλήρως – αφού αυτός που νοιώθει ένοχος δεν είναι σε θέση να αγωνισθεί, να εξεγερθεί και να επαναστατήσει.
(10) Η γνώση των ανθρώπων καλύτερα από τους ίδιους: Τις τελευταίες δεκαετίες οι γνώσεις στη Νευρολογία (έρευνα του εγκεφάλου), στην Κοινωνιολογία και στην Ψυχολογία έχουν αυξηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό – οπότε η απόσταση που χωρίζει τα πολύ υψηλά εισοδηματικά στρώματα από τη μάζα είναι πια τεράστια. Ως εκ τούτου, ακόμη και η μεσαία τάξη έχει μείνει πολύ πίσω διανοητικά – οπότε είναι σημαντικά ευκολότερη η χειραγώγηση, ο έλεγχος και επομένως η «ληστεία» της.

Κωστής Καρπόζηλος: Κομμουνιστές-η πίστη στην ιστορία

 


Commonality  
Ακολουθήστε   2 ημ.  · 

Κωστής Καρπόζηλος: Κομμουνιστές-η πίστη στην ιστορία
«Θα έρθει η μέρα που η σιωπή μας θα είναι πιο ισχυρή από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα». Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του August Spies αντικρίζοντας την αγχόνη για τα γεγονότα της, αιματηρής, πρωτομαγιάς στο Σικάγο του 1886. Είναι πιθανό ότι οι 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν την πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή θα την γνώριζαν από κάποια απεργία, παράσταση εργατικού θεάτρου ή προλεταριακό διήγημα. Και αν όχι αυτήν την ίδια μια ανάλογη.
Η ψυχική και πολιτική συγκρότηση των «κόκκινων» στο μεσοπόλεμο στηριζόταν σε μια συναρπαστική αντινομία. Το κομμουνιστικό κίνημα ήταν βαθιά υλιστικό. Αρνούνταν έτσι την παραμυθητική αντίληψη της συνέχειας του βίου πέραν της στιγμής του θανάτου. Και την ίδια στιγμή, -στοιχείο που ερμηνεύει τη γοητεία που άσκησε- προσέφερε ένα στέρεο νόημα ζωής μέσα από μια πίστη: την πίστη στην ιστορία.
Η θυσία στην υπηρεσία της συλλογικής υπόθεσης προοικονομούσε τη στιγμή της ανθρώπινης χειραφέτησης από τα δεσμά της ανάγκης. Σε αυτό το σχήμα ο θάνατος, η «αλλαγή της ύλης» όπως τον περιέγραψε ο Νίκος Πλουμπίδης αναμένοντας την εκτέλεσή του, ήταν συνυφασμένος με τη μελλοντική δικαίωση των καταπιεσμένων.
Η πίστη στην ιστορία δεν ήταν προϊόν μιας θεωρητικής άσκησης. Ήταν το προϊόν της ένταξης σε μια κοινότητα ομοϊδεατών, στο «Κόμμα», το οποίο προσέφερε στα μέλη του τα ερμηνευτικά κλειδιά της ιστορικής εξέλιξης μέσα από την υλική πολιτική δράση. Ο κομμουνισμός του μεσοπολέμου παρήγαγε έναν ανθρωπότυπο -αυτόν που σηκώνει τη γροθιά του μπροστά στις κάνες των όπλων- που μπορεί σήμερα να μας προξενεί οριακά αμηχανία -την αμηχανία της αναμέτρησης με κάτι ανοίκειο-, αλλά ήταν εντέλει προϊόν μιας ιστορικής εποχής όπου ο κοινωνικός ανταγωνισμός είχε πολεμικά χαρακτηριστικά.
Αυτοί οι άνθρωποι, ή έστω οι περισσότεροι από αυτούς, αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους ως μαχητές ενός παγκόσμιου στρατού σε μια σύγκρουση διαρκείας με το κράτος και τους μηχανισμούς του. Είχαν βιώσει τον σκληρό κοινωνικό αποκλεισμό ως εργάτες και φτωχοί, είχαν δει συντρόφους τους να πέφτουν νεκροί σε απεργιακές συγκεντρώσεις, είχαν ζήσει για χρόνια έγκλειστοι σε φυλακές και εξορίες.
Η συλλογική βιογραφία των εκτελεσμένων του 1944 μας φέρνει αντιμέτωπους με το γεγονός ότι πολλοί δεν είχαν συλληφθεί από τις κατοχικές αρχές, αλλά από την ελληνική πολιτεία. Το ελληνικό κράτος συγκροτήθηκε μετά το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας φέροντας ένα σαφές ιδεολογικό πρόσημο: τον αντικομμουνισμό. Και αυτό το πρόσημο αποδείχθηκε ανθεκτικό στο χρόνο υπερβαίνοντας τις συμβατικές διακρίσεις που κάνουμε μεταξύ δημοκρατικών και αυταρχικών περιόδων: από το 1924, όταν νησιά του Αιγαίου υποδέχθηκαν πολιτικούς εξόριστους, έως το 1974.
Η αναγνώριση αυτής της συνέχειας -και προφανώς και της συνέχειας στις κρατικές πολιτικές «πριν» και «μετά» την κρίσιμη στιγμή του 1940/41- μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τη διπλή περιπλοκή γύρω από την Καισαριανή. Αυτοί που εκτελέστηκαν είχαν καταδικαστεί από το ελληνικό κράτος ως εχθροί του έθνους. Και στη συνέχεια, μετά το 1945, παρέμειναν στα μάτια του κράτους το ίδιο. Δεν ήταν Έλληνες, αλλά «κομμουνιστές». Ο χώρος της εκτέλεσης παρέμεινε υπό την κυριότητα της Ελληνικής Σκοπευτικής Εταιρείας -μια σκληρή ειρωνεία της ιστορίας-, κάθε πρωτομαγιά αστυνομικές διαταγές περιόριζαν τη δυνατότητα μνημονικών τελετών, η τεκμηρίωση του ίδιου του συμβάντος εναπόκειτο στη συλλογική μνήμη του νόμιμου κόμματος της Αριστεράς, αλλά όχι της επίσημης πολιτείας.
Ο πολυετής εξοβελισμός της Καισαριανής από το σώμα του έθνους εξηγεί κατά τη γνώμη μου και την ένταση του συναισθήματός που απελευθέρωσε η ξαφνική εμφάνιση των φωτογραφιών του 1944. Αυτό που κατοικούσε στο φαντασιακό απέκτησε υπόσταση. Και αυτή η διαδικασία συνδέεται με την ανάγκη της αναγνώρισης, της ταυτοποίησης και εντέλει και του να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Οι άνθρωποι αυτοί εκτελέστηκαν επειδή ήταν κομμουνιστές- αυτό άλλωστε ανέφερε η ανακοίνωση των κατοχικών αρχών. Η αναγνώριση της διάστασης αυτής μας επιτρέπει με τη σειρά της να σκεφτούμε γύρω από την κεντρική σύγκρουση του ελληνικού 20ου αιώνα: το ποιος θεωρούνταν -και από ποιους- και ποιος δεν θεωρούνταν -και πάλι, και από ποιους- «Έλληνας» σε κάθε ιστορική στιγμή. Μπορούμε να συνεχίσουμε να αποφεύγουμε τη δύσκολη αυτή συζήτηση, αλλά είναι μια επιλογή που μας οδηγεί διαρκώς να σκοντάφτουμε πάνω στα κατάλοιπα, υλικά και φαντασιακά, ενός πεισματάρικου παρελθόντος.
[φωτό: ο «Νικολάκης» Δημητράκας ήταν κρατούμενος στο στρατόπεδο Χαϊδαριου. Επέζησε. Το 1945 αγόρασε το γνωστό βιβλίο του Θέμου Κορνάρου που αναφερόταν στη συλλογική εμπειρία του εγκλεισμού. Δηλαδή σε αυτό που είχε ζήσει. Έκοψε από τον -νόμιμο- Ριζοσπάστη το χαρακτικό της -γερμανίδας αντιφασίστριας- Käthe Kollwitz κ το κόλλησε στο εσώφυλλο]
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αθήνα 1900: Η Παλιά Πρωτεύουσα Όπως Δεν Την Έχετε Ξαναδεί | Σπάνιες Εικόνες Εποχής

 

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ ~ "ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ" [ 1897 ] [ Αναγνωρισμένα Ποιήματα ( 1897 - 1933 ) ]

 


Martin Armstrong: How Europe Destroyed Itself & What Comes Next

 

 

Χρήστος Γιανναράς, «Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα», Ίκαρος, Αθήνα 2021 (7η έκδ.). Μια απόπειρα κριτικής αποτίμησης

 2 λ.  Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια 






Σπύρος Κουτρούλης – Χρήστος Γιανναράς, «Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα», Ίκαρος, Αθήνα 2021 (7η έκδ.). Μια απόπειρα κριτικής αποτίμησ
Σπύρος Κουτρούλης – Χρήστος Γιανναράς, «Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα», Ίκαρος, Αθήνα 2021 (7η έκδ.). Μια απόπειρα κριτικής αποτίμησ

Ο Χρήστος Γιανναράς ακόμη και σήμερα γίνεται αιτία πολλών παρεξηγήσεων αφενός γιατί πολλοί από τους επικριτές του δεν γνωρίζουν επαρκώς το έργο του και αφετέρου οι φίλοι του, που συνήθως το γνωρίζουν καλύτερα, αποφεύγουν να διατυπώσουν γόνιμη και διαφωτιστική κριτική.

Το έργο του Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο δημοφιλή, ενός ούτως ή άλλως δημοφιλούς, πολυγραφότατου και σημαντικού συγγραφέα. Δεν πρόκειται για ένα αποκλειστικά θεωρητικό έργο αλλά για ένα έργο πολεμικής, γραμμένο σε μια υποδειγματική γλώσσα που συνδυάζει στοιχεία ιστορίας, αισθητικής, φιλοσοφίας και θεολογίας.

Η βασική αφετηρία είναι πως ο ελληνισμός, η ελληνικότητα και η Δύση είναι έννοιες μεταξύ τους αποκλειστικά ανταγωνιστικές, που η μια αποκλείει την άλλη, και είναι ανέφικτο να βρουν ένα κοινό πεδίο. Μάλιστα η αντίθεση αυτή προβάλλει πιο καθαρά εκεί που από πρώτη άποψη θα αναμέναμε ότι ήταν ένα θεμελιώδες σημείο συνάντησης: στη χριστιανική θρησκεία.

Συνεπώς κάθε επικοινωνία με τη Δύση –είτε με τη μορφή της συμμετοχής σε κοινούς πολιτικούς οργανισμούς είτε με τη μορφή επιρροής από στοχαστές που προέρχονται από αυτήν– φαντάζει αυτόχρημα ως θανάσιμη απειλή που επιδεινώνεται από την «αυξανόμενη άγνοια των Ελλήνων για την πολιτιστική τους παράδοση, από παραποιημένες αντιλήψεις, συχνά από την αδιαφορία ή και την περιφρόνηση για την ελληνικότητα. Αυτό που κυριαρχεί είναι ο θαυμασμός για τον πολιτισμό που διαμορφώνεται στη Δύση και που μονοπωλεί στις συνειδήσεις την έννοια της «προόδου». Ακόμα και την όποια πληροφόρηση για την πολιτιστική τους κληρονομιά την αντλούν πια οι Έλληνες από τους δυτικούς μελετητές –τους «ουμανιστές» και αρχαιολάτρες της Ευρώπης– ανυποψίαστοι για τυχόν παρανοήσεις ή και εσκεμμένες διαστρεβλώσεις» (σ. 10).

Η προσπάθεια να εντοπιστεί η σημασία της «ελληνικότητας» δεν έχει πάει ένα βήμα παραπέρα από τον διάλογο ανάμεσα στον Κ. Τσάτσο και τον Γ. Σεφέρη. Ο


Ομιλία Νίκου Μαραντζίδη για αντίσταση, εμφύλιο και Μάχη του Κιλκίς-Eidisis.gr webTV

 

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)