Από την εξατομίκευση της αδικίας στην ανάκτηση της συλλογικής μας δύναμης
Η ελληνική κοινωνία δεν φαίνεται να στερείται αγανάκτησης. Από τις μεγάλες κινητοποιήσεις της μνημονιακής περιόδου μέχρι τις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη, έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι μπορεί να κινητοποιείται μαζικά. Κι όμως, παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα. Γιατί αυτή η αγανάκτηση δυσκολεύεται τόσο συχνά να μετατραπεί σε μια διαρκή, οργανωμένη συλλογική δύναμη, ικανή να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές;
Μια ενδιαφέρουσα απάντηση προσφέρει το μοντέλο συλλογικής δράσης των van Zomeren, Postmes και Spears (2008), γνωστό ως Social Identity Model of Collective Action (SIMCA).
Σύμφωνα με αυτό, η συλλογική κινητοποίηση συνδέεται κυρίως με τρεις ψυχολογικούς παράγοντες:
α) την αντιλιπτή αδικία,
β) την κοινωνική ταυτότητα και
γ) τη συλλογική αποτελεσματικότητα.
Με απλά λόγια, οι άνθρωποι κινητοποιούνται ευκολότερα όταν αναγνωρίζουν ότι αδικούνται, όταν αισθάνονται ότι η αδικία αφορά ένα κοινό «εμείς» και όταν πιστεύουν ότι μπορούν, δρώντας μαζί, να αλλάξουν κάτι.
Ας δούμε, όμως, τι συμβαίνει με αυτές τις τρεις προϋποθέσεις στην ελληνική πραγματικότητα.
Πρώτον,
η αδικία εξατομικεύεται.
Η ανεργία παρουσιάζεται ως έλλειψη προσωπικών δεξιοτήτων, η φτώχεια ως κακή οικονομική διαχείριση, η επαγγελματική εξουθένωση ως αδυναμία διαχείρισης του άγχους. Έτσι, κοινωνικά προβλήματα μετατρέπονται σε προσωπικές αποτυχίες. Αντί να αναρωτιόμαστε "τι συμβαίνει στην κοινωνία μας ώστε τόσοι πολλοί να αντιμετωπίζουμε τις ίδιες δυσκολίες;", αναρωτιόμαστε "τι κάνω εγώ λάθος;".
Έτσι, ο θυμός απέναντι στην αδικία μετατρέπεται σε ενοχή και αυτομομφή. Και η εξατομίκευση της αδικίας γίνεται ένας αποτελεσματικός μηχανισμός ελέγχου και αποπολιτικοποίησής της.
Δεύτερον,
οι συλλογικές ταυτότητες αποδιαρθρώνονται.
Η εργασιακή επισφάλεια, ο ατομικός ανταγωνισμός, η δυσπιστία, η αποδυνάμωση των συλλογικών οργανώσεων αλλά και η "υπονόμευση-υποτίμηση-απαξίωση" των πάσης φύσεως συλλογικών ταυτοτήτων, δυσκολεύουν τη συγκρότηση ενός κοινού "εμείς".
Άνθρωποι που βιώνουν παρόμοια προβλήματα δεν αναγνωρίζουν απαραίτητα ότι μοιράζονται κοινές κοινωνικές συνθήκες. Στην Ελλάδα, μάλιστα, αυτή η αποδιάρθρωση συνοδεύτηκε από αφηγήσεις συλλογικής ενοχοποίησης: "όλοι μαζί τα φάγαμε", "είμαστε τεμπέληδες", "μας αξίζουν όσα παθαίνουμε". Έτσι, η αναγνώριση πραγματικών πολιτικών ευθυνών "μεταμορφώνεται" σχεδόν μαγικά σε γενικευμένη συλλογική ντροπή. Δεν είναι πλέον ότι οι πολιτικές ελίτ έχουν πολύ μεγάλες ευθύνες, δεν είναι πλέον ούτε καν ότι "κάναμε λάθη", αλλά ότι "ως Λαός είμαστε ανεπαρκείς".
Και βέβαια μια κοινωνία που έχει μάθει να υποτιμά τον συλλογικό της εαυτό δυσκολεύεται να πιστέψει στις δημιουργικές του δυνατότητες.
Τρίτον,
έχει τραυματιστεί η συλλογική
αποτελεσματικότητα.
Δεν αρκεί να αισθανόμαστε αδικημένοι ούτε να γνωρίζουμε ότι χιλιάδες άλλοι συμμερίζονται την αγανάκτησή μας. Χρειάζεται να πιστεύουμε ότι η κοινή μας δράση μπορεί να φέρει αποτέλεσμα. Οι επαναλαμβανόμενες πολιτικές ματαιώσεις, με χαρακτηριστική για πολλούς την εμπειρία του 2015, έχουν αποδυναμώσει αυτή την πεποίθηση.
Μπορεί να εξακολουθούμε να θυμώνουμε και να διαδηλώνουμε, αλλά ταυτόχρονα μάλλον πιστεύουμε ότι "τίποτα δεν αλλάζει". Η αγανάκτηση παραμένει, ενώ η προσδοκία αποτελεσματικής συλλογικής δράσης υποχωρεί.
Οι τρεις αυτές διεργασίες δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο. Η αδικία μετατρέπεται σε ατομική αποτυχία, η κοινή κοινωνική εμπειρία κατακερματίζεται, η συλλογική ταυτότητα υποτιμάται και η εμπιστοσύνη στη δυνατότητα κοινής δράσης αποδυναμώνεται. Έτσι, η κοινωνική δυσαρέσκεια καταλήγει σε παραίτηση, κυνισμό ή αναζήτηση ενός ακόμη πολιτικού σωτήρα.
Ωστόσο, οι κινητοποιήσεις για τα Τέμπη δείχνουν ότι οι δυνατότητες συλλογικής δράσης παραμένουν ζωντανές. Η κοινή απαίτηση για δικαιοσύνη επέτρεψε σε ανθρώπους με διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές αναφορές να αναγνωρίσουν ότι μοιράζονται κάτι ουσιαστικό. Το ερώτημα είναι αν αυτή η κοινή ταύτιση μπορεί να αποκτήσει διάρκεια, δημοκρατική οργάνωση και πραγματική αποτελεσματικότητα.
Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο για την ελληνική κοινωνία να μην είναι περισσότερη αγανάκτηση, αλλά η
"α ν ά κ τ η σ η των ψ υ χ ο λ ο γ ι κ ώ ν και κ ο ι ν ω ν ι κ ώ ν π ρ ο ϋ π ο θ έ σ ε ω ν της σ υ λ λ ο γ ι κ ή ς α υ τ ε ν έ ρ γ ε ι α ς".
Να αναγνωρίσουμε την κοινωνική διάσταση των αδικιών που βιώνουμε, να ανασυγκροτήσουμε σχέσεις εμπιστοσύνης, να απαλλαγούμε από την παραλυτική συλλογική αυτοϋποτίμηση και να δημιουργήσουμε πραγματικές εμπειρίες αποτελεσματικής συνεργασίας.
Γιατί το βαθύτερο συλλογικό μας τραύμα δεν είναι μόνο όσα μας συνέβησαν. Είναι ότι κινδυνεύουμε να πιστέψουμε πως δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για όσα θα μας συμβούν.
Και αν αυτή είναι η βαθύτερη πληγή, τότε η ανάκτηση της συλλογικής αυτενέργειας δεν αποτελεί απλώς πολιτικό αίτημα. Αποτελεί και μια διαδικασία συλλογικής ψυχικής αποκατάστασης.
Γιατί, μια κοινωνία αρχίζει να υπερβαίνει το τραύμα της όταν παύει να βλέπει τον εαυτό της αποκλειστικά ως θύμα της ιστορίας της και αρχίζει να τον αναγνωρίζει ξανά ως δημιουργό της.
---
Θεωρητική αναφορά: van Zomeren, M., Postmes, T., & Spears, R. (2008). Toward an integrative social identity model of collective action: A quantitative research synthesis of three socio-psychological perspectives.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου