Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 31 Ιουλίου 2022

Γεώργιος Μάνος- Στην Πατρίδα ήτανε αλλιώς: Ιστορικό αφήγημα

Οκτώβριος 1920
Λίγο πριν την Καταστροφή
Τότε που η Ελλάδα
ζούσε ακόμα το μεγάλο όνειρο
των δύο Ηπείρων και των πέντε θαλασσών
Στα μέσα του Οχτώβρη (1920) τα χωράφια απ’ τις βροχές βάραιναν πολύ και δεν ήτανε για σπορά. Ακόμα κι ένα κομμάτι αμμουδερό που είχα στην «Πλαγιά», βούλιαζε και το παράτησα. Ευκαιρία να πάω ως την Πόλη, να μάσω καμπόσους παράδες που είχα να λαβαίνω απ’ τ’ αρνιά.
Έφταξα στην Πόλη μεσημέρι και τράβηξα πρώτα στο Δημητρό τον αχτάρη (μπακάλη) για το τυρί. Μ’ ευχαρίστησε, με πλέρωσε πεσίν (μετρητοίς) και πήγε την κουβέντα στα πρωτόφαντα που έζηγαν εκείνον τον καιρό οι Ρωμιοί. Ήτανε μες στη χαρά. Στην Πόλη διαφέντευαν οι σύμμαχοι. Στη Μικρασία ο στρατός μας πάαινε από νίκη σε νίκη. Στην Ανατολική Θράκη κυμάτιζε η ελληνικιά σημαία. Τώρα, ούλοι καρτερούσανε να νικήσει ο Βενιζέλος στις εκλογές, για να λευτερωθεί και η Πόλη.
Στο χάνι, με καλωσόρισε ο γιος του μπαρμπα-Πολύκαρπου, ο Σαράντης. Βολέψαμε τα χαϊβάνια, μ’ έδειξε το κρεβάτι μου και μ’ έκαμε «ορίστε!» στο καμαράκι του, να με τρατάρει ζεστό τσάι. Το ήπια στο ποδάρι κι έφυγα να κοιτάξω τις δουλειές μου.
Δυο σοκάκια παρακείθε, ήτανε στην αράδα τα μεγάλα κασαπειά. Εκεί ήτανε κι ο Κωσταντής, με ρίζες απ’ τη Ραιδεστό. Τον έδινα κάθε χρόνο ίσαμε διακόσια αρνιά. Πάντοτες καλοπλερωτής. Έτσι και τώρα. Είπαμε καμπόσα μασάλια κι ύστερις με πλέρωσε δίχως να κόψει γρόσι.
Όξω νύχτωσε. Μπήκα στο Μισιρλί τσαρσί, ψούνισα τα χρειαζούμενα για τη φαμίλια, πήρα και καμπόσες καραμέλες για τα παιδιά και τ’ αδεξίμια, και πήγα στο χάνι. Στο καμαράκι του χανιτζή ήτανε πάλε μονάχα ο Σαράντης. Παραξενεύτηκα που δεν είδια καθόλου το μπαρμπα-Πολύκαρπο. Αυτός άλλες φορές ήτανε πανταχού παρών.
«Σαράντη, ο πατέρας πού είναι, για, και δε φαίνεται;»
«Α, στο σπιτάλι (νοσοκομείο) του Μπαλουκλή τον έχουμε, Γιωργάκη. Βδομάδα κοντεύει. Όχι τίποτες κακό. Γεράματα. Παραπονιούνταν που τόνε πόναγαν τα πλευρά του και δεν μπόρειε να κοιμηθεί. Αύριο θα έβγει. Επροχτές θα τον έβγαζαν, αμμά γύρεψαμε απ’ τους γιατρούς να τόνε βαστήξουνε καναδυό μέρες ακόμα. Άμα έρτει εδώ, ήσυχος δε θα κάτσει. Ούλην την ημέρα στα ποδάρια μας θα μπερδεύεται, και θα μαλώνουμε».
«Είναι έτσι ντουράτος, όπως τόνε ήξευρα;»
«Στη θωριά, έτσι και πιο καλά. Κομμά (λίγο) τα φερσίματα άλλαξε και σαν πιο της εκκλησίας γένηκε. Γέρασε, για! Κεριά ανάβει… σταυρούς πολλούς κάμνει... Να, τελευταία, στην Παναΐα τη Μπαλουκλιώτισσα με παράγγειλε να πάω. Καμπόσα γρόσια, λέει, να ρίξω στο αΐασμα και να ευκηθώ να γένει καλά. Αυτά, παλιά, δεν τα έκαμνε».
Η πόρτα άνοιξε και μπήκανε μέσα πεντέξι ξενομερίτες. Έκατσαν κι έπιασαν κουβέντα με το Σαράντη. Είχανε να πούνε τα δικά τους. Εγώ σηκώθηκα και βγήκα όξω.
Εκεί κοντά, ήτανε το ξακουστό καπηλειό του Αλέξαντρου του Σμυρνιού. Είχε καλό ρακί και καλό μεζέ, ήτανε και χωρατατζής, ό,τι έπρεπε για να περάσει καλά η βραδιά. Από μακριά ακόμα, ακούγουνταν τραγούδια. Σαν ζύγωσα, είδια που χόρευαν κιόλας.
"Έχε γεια, πάντα γεια, τα μιλήσαμε
όνειρο ήτανε, τα λησμονήσαμε".
Με το που άνοιξα την πόρτα, ο Αλέξαντρος παράτησε το τεζιάκι του και κόσεψε (έτρεξε) να με καλωσορίσει. Έπρεπε να φωνάζουμε για ν’ ακουστούμε. Τώρα οι παρέες, με ελληνικά σημαιάκια στα τραπέζια, τραγουδούσανε της «Αμύνης τα παιδιά». Στη μέση, το κασάπικο πάαινε ροδάνι.
"Λοιπόν παιδιά, η νέα τριανδρία
που έδιωξε από την Αθήνα τα θηρία,
που έδιωξε βασιλείς και βουλευτάδες,
τους ψευταράδες και τους μασκαράδες.
Και στην Άμυνα εκεί
πολεμούν όλοι μαζί
πολεμάει κι ο Βενιζέλος
που αυτός θα φέρει τέλος
ο Δαγκλής κι ο Κουντουριώτης
θα μας φέρουν την ισότης".
Κι απ’ ολόυρα, παλαμάκια, γέλια, ευκές. «Άιντε, με τη νίκη!», «και τα δικά μας!». Με κόπο έπιασα μια κόχη κι έκατσα. Ο Αλέξαντρος ήφερε χάσκο εκμέκ (άσπρο ψωμί), σκουμπριά στα κάρβουνα, λακέρδα με μπόλικο κόκκινο κρομμύδι και λάχανο τουρσί.
«Σαν πολλά δεν ήφερες, Αλέξαντρε;»
«Θα σε κάμω κι εγώ συντροφιά. Απ’ τη δουλειά, δεν πρόκαμα να βάλω βούκα στο στόμα», αποκρίθηκε και κόσεψε να φέρει ρακί και καθαρά. Ήτανε στα κέφια του.
«Τι γένεται εδώ, μπρε Αλέξαντρε; Τραγούδια, χοροί, πατιρντί… Έχετε καμιάνα γιορτή;»
«Α, τελευταία, Γιωργάκη, στην Πόλη κάθα ημέρα γιορτή έχουμε. Δεν άκσες; “Έχε γεια, πάντα γεια”. Τέλεψαν τα πάθια του Ρωμιού, Γιωργάκη, μια για πάντα. Ένα κακό όνειρο ήτανε. Τώρα τα πράματα άλλαξαν. Ούλα δείχνουνε πως ο Βενιζέλος με τα τσαρούχια θα έβγει. Και σαν έβγει, αρκαντάς, έρχεται και η αράδα της Πόλης. Θα γενεί κι εδώ, ό,τι γένηκε στη Σμύρνη. Αυτός ο Κρητικός είναι «σεϊτάν Μπενιζέλο», καταπώς τόνε λένε οι Τούρκοι. Θα τα καταφέρει. Οι μεγάλοι πολύ τόνε λογαριάζουνε», με είπε και σηκώθηκε.
Ένα ένα τα τραπέζια πλέρωναν και σηκώνουνταν. Ταμάμ που οι πιότεροι ήτανε στην πόρτα, ένας «παιδιά, το Βενιζέλο!» φώναξε απ’ το βάθος, κι αρχίνησε να τραγουδεί. Αυτοί που βγήκανε, γύρισαν οπίσω και τραγουδώντας έπιασαν, πάλε, ούλοι αντάμα το χορό.
"Βενιζέλε μας πατέρα της πατρίδας,
Βενιζέλε μας πατέρα της φυλής,
κάθε πόθου μας και κάθε μας ελπίδας
είσαι συ ζωή και φως κι αγωνιστής.
Ζήτω ζήτω η λευτεριά, ζήτω κι ο Λευτέρης
που 'ναι πρώτος στη γραμμή μας λεβεντογενιά.
Βενιζέλε τι χαρά, μόνο συ το ξέρεις
το στρατί που βγάζει πέρα στην Αγιά Σοφιά".
Αυτό το τελευταίο, «πέρα στην Αγια-Σοφιά», το είπανε τρεις φορές καταποδιαστά. Ύστερις μας καληνύχτισαν και βγήκανε όξω γελώντας.
Σαν απομείναμε μοναχοί, ο Αλέξαντρος έκαμε ένα σαχανάκι χαμψιά (γαύρο) με λεμόνι, κι έκατσε.
«Βενιζέλος! Μεγάλο μυαλό! Εδώ, ο κόσμος κόνισμα τον έχει! Δεν τόνε παραβγαίνει κανείνας. Ποιος άλλος, Γιωργάκη, μπόρειε να πάρει την Ελλάδα απ’ τη Λάρισα και να τήνε φτάξει στη Μικρασία και τη Θράκη!»
Είπε πολλά. Τον τελευταίο καιρό, οι Τούρκοι ζάρωσαν, οι Ρωμιοί και τ’ άλλα καταφρονεμένα μιλέτια αναθάρρεψαν, ο μαρμαρωμένος βασιλιάς κόντευε να ζωντανέψει, η σφαλιχτή πόρτα της Αγια-Σοφιάς ν’ ανοίξει… Έλεγε και ήπινε, δάκρυζε και χαίρουνταν, κι από κοντά κι εγώ. Και να τόκα και ξανά τόκα τα ποτήρια, και ξανά μεζέ και ξανά ρακί.
«Αλέξαντρε, καταπώς το πααίνμε, αρκαντάς, το χάνι απόψα δύσκολα θα το έβρω».
Μα εκείνος σαν πήρε φόρα, δε σταμάταγε. Γιόμιζε τα ρακοπότηρα και πιότερο για την πατρίδα του τη Σμύρνη καμάρωνε, που τώρα ήτανε λεύτερη.
«Σε πέντε χρόνια που λες, Γιωργάκη, η Σμύρνη θα ενωθεί με την Ελλάδα. Αυτό είναι τελειωμένο. Το λέει και η Συνθήκη των Σεβρών. Σε πέντε χρόνια, λέει, θα γένει εκεί ψήφος, κι άμα ο κόσμος ψηφίσει την ένωση, θα γένει ένωση. Εσύ τι λες να ψηφίσει ο κόσμος, για;»
Κουβέντα στην κουβέντα, χαμπάρι δεν πήραμε που πέρασαν μεσάνυχτα. Μάζωξε το τραπέζι, έσβησε το φως και βγήκαμε όξω. Την ώρα που σφάλιζε τα κανάτια, σταμάτησε.
«Ξεύρεις, μπρε Γιωργάκη! Άμα λευτερωθεί η Πόλη, εμείς θα είμαστε οι πιο τυχεροί Ρωμιοί, απ’ όντας τούρκεψε στα 1453. Η Κωσταντινούπολη λεύτερη, ύστερις από 467 χρόνια! Πω, πω! Θέλει γερή καρδιά! Μόνε που το συλλοΐζουμαι, φοβούμαι δε θα την αντέξω τέτοια χαρά!»
Είπαμε τις καληνύχτες μας κι έκαμα να κινήσω, μα μ’ έπιασε απ’ το μπράτσο.
«Άμα ήμουνα νιος, θα πάαινα στη Μικρασία να πολεμήσω με τον ελληνικό στρατό. Ξεύρεις πόσα παλικάρια πήγανε, απ’ την Πόλη, ως τα σήμερις;»
Είπαμε ξανά καληνύχτα και χωρίσαμε. Αναλόγως με τα ρακιά που κοπανήσαμε, κάτ’ καλούτσικα το βρήκα το χάνι!
Γεώργιος Μάνος
Στην Πατρίδα ήτανε αλλιώς
Ιστορικό αφήγημα
Εκδόσεις Λόγος & Εικόνα
Απόσπασμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)