Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 12 Απριλίου 2022

Georgios Manos· Σαν σήμερα 12 Απριλίου 1204 Η Άλωση της Πόλης από τους Φράγκους

 «Ακούστε τώρα και θαμάστε! Ο Αλέξιος ο Άγγελος γκρέμισε απ’ το θρόνο τον αδερφό του Ισαάκιο και γένηκε αυτός βασιλιάς. Ο Αλέξιος ο Γ΄. Και επειδή δεν το σήκωνε η καρδιά του να σκοτώσει τον αδερφό του, τον τύφλωσε και τον έκλεισε σε μοναστήρι. Δεν ακούτε που λέμε, έβγαλαν τα μάτια τους αναμεταξύ τους; Ο γιος του Ισαάκιου, Αλέξιος κι αυτός, ορκίστηκε να εκδικηθεί το θείο του και να γίνει βασιλιάς ο ίδιος. Αλέξιος ενάντια σε Αλέξιο. Ανεψιός ενάντια σε θείο.

»Και τι κάμνει, που λέτε, ο ανεψιός! Μια και δυο παγαίνει στον πάπα και γυρεύει βοήθεια! Αυτό κι αν ήτανε κατάντημα! Ο πάπας, που δεν ήθελε ν’ ανακατευτεί φανερά στη φαγωμάρα, τόνε στέλνει στους σταυροφόρους. Αυτοί ήτανε στρατιώτες με αλόγατα και όπλα, απ’ ούλη την Ευρώπη. Είχανε, λέει, άγιο σκοπό. Να λευτερώσουνε τα Γεροσόλυμα απ’ τους μουσουλμάνους. Άλλες τρεις φορές το δοκίμασαν παλιότερα, μα και δεν τα κατάφεραν. Μα και σ’ αυτουνούς, κουμάντο έκαμνε ο πάπας με τους Βενετούς. Πάει, λοιπόν, ο Άγγελος ο ανεψιός στους Βενετούς, τον Απρίλη του 1203, και τι τους λέει!
“Αντίς να πάτε στα Γεροσόλυμα να διώξετε τους Τούρκους, δεν περνάτε πρώτα απ’ την Πόλη να διώξετε το θείο μου απ’ το θρόνο; Χαμένοι δε θα βγείτε. Οι στρατιώτες σας θα καλοπλερωθούνε. Για τον άγιο πατέρα, τον πάπα, θα κάμω ό,τι είναι μπορετό, να σμίξουνε οι εκκλησίες μας με αρχηγό τον ίδιο. Όσο για σας και τον τιμημένο δόγη σας, σας τάζω πως μονάχα εσείς θα κάμνετε κουμάντο στο εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας”.
»Αυτοί άλλο που δεν ήθελαν. Ήρθε η ώρα να βγάλουνε το άχτι τους για την Πόλη, που ήτανε καρφί στα μάτια τους. Αρμάτωσαν στρατό, μπήκανε στα καράβια και κίνησαν. Όντας ζύγωσαν και αντίκρισαν την Κωνσταντινούπολη, απόμειναν με το στόμα ορθάνοιχτο. Τι ήτανε αυτό που έβλεπαν! Ποτές δεν φαντάζονταν τέτοιαν εμορφιά. Ούλα τούς φαίνονταν σαν βγαλμένα από παραμύθι. Τα αψηλά της κάστρα με τους μεγάλους κουλάδες, τα θεόρατα παλάτια κι οι μεγάλες εκκλησιές της, όπως καθρεφτίζουνταν στη θάλασσα, τους μάγεψαν. Είχανε ακουστά για τις εμορφιές της Πόλης, μα αυτό που έβλεπαν δεν το έβαζε ο νους τους! Η ζούλεια φούντωσε πιότερο μέσα τους και την έζωσαν από στεριά και θάλασσα. Νε* να μπεις νε να βγεις.
»Σαν είδε ο Αλέξιος ο Γ΄, πως ο στρατός του δε θα βαστήξει, μαζώνει απ’ το παλάτι ούλους τους θησαυρούς και μια νύχτα του Αλωνάρη (1203) φεύγει κρυφά σαν κλέφτης για τη Θράκη. Το πρωί, όντας μαθεύτηκε πως ο βασιλιάς έφυγε, τρέχει στο παλάτι ο ανεψιός και αρπάζει το θρόνο. Έτσι, αποβραδίς είχαμε βασιλιά τον Αλέξιο τον Γ΄, το θείο, και το πρωί τον Αλέξιο τον Δ΄, τον ανεψιό.
»Ο καινούργιος βασιλιάς πιάνει τη φαμίλια του θείου του, τη φυλακώνει και φεύγει για τη Θράκη, να κυνηγήσει το θείο του. Μέχρι το Νοέμβρη του 1203 δεν κατάφερε να τον πιάσει. Σαν γύρισε απ’ τη Θράκη, βρήκε τους σταυροφόρους ξεσηκωμένους να γυρεύουνε τα ταμένα. Πού να τα βρει όμως! Κλέψε ο ένας, φάε ο άλλος, δεν απόμεινε τίποτα. Μάζωξε από δω κι από κει ό,τι μπόρεσε, μα ήτανε πολύ λίγα. Δεν έφταναν. Τους γύρεψε να κάμουνε υπομονή ως την άνοιξη, που θα μάζωνε τους φόρους. Αυτοί αγρίεψαν και ξέσπασαν στα χωριά τρόγυρα απ’ την Πόλη. Άρπαζαν ό,τι ήθελαν, σαν το χειρότερο οχτρό. Ο κοσμάκης αγανάχτησε. Μια νύχτα του Γενάρη του 1204, ένας συγγενής του ανεψιού, Αλέξιος κι αυτός, μπαίνει κρυφά στο παλάτι, παίρνει το κεφάλι του βασιλιά και γένεται αυτός βασιλιάς. Είναι ο Αλέξιος ο Ε΄. Απ’ τον τρίτο, φτάσαμε, εμέν εμέν*, στον πέμπτο.
»Ούλα αυτά τα ανέβα κατέβα των βασιλιάδων δεν άρεσαν στους σταυροφόρους. Έβλεπαν πως δεν πρόκειται να τους πλερώσει κανείς τα ταμένα και αποφάσισαν να τα πάρουνε μοναχοί τους.
Ο Αλέξιος ο Ε΄, για να γλιτώσει, μαζώνει ό,τι είχε απομείνει στο παλάτι και φεύγει, νύχτα κι αυτός, για τη Θράκη. Όπως βλέπετε, πέσαμε σε νοικοκυραίους!
»Έτσι, ξημέρωσε εκείνη η μαύρη μέρα. Ήτανε 12 τ’ Απριλιού, στα 1204, όντας μπήκανε στην Πόλη οι οχτροί. Ανθρώπινος νους δεν μπορεί να χωρέσει ούλο το κακό που έκαμαν. Χριστιανοί, ντεμέκ, που θα λευτέρωναν τα Γεροσόλυμα απ’ τον αλλόπιστο, φέρθηκαν δέκα φορές χειρότερα απ’ τον Τούρκο! Έπεσαν σαν τα λυσσασμένα σκυλιά σε μιαν ανήμπορη πολιτεία και τη μακέλεψαν. Σκότωσαν γέρους, γυναίκες και παιδιά. Ντρόπιασαν μικρά κορίτσια, γυναίκες και γριές. Τις εκκλησιές τις ξεγύμνωσαν. Άρπαξαν άγια λείψανα, κονίσματα, τάματα, κειμήλια, μαλάματα κι ασήμια και τα κουβάλησαν ούλα στον Άγιο Μάρκο της Βενετιάς και σ’ εκκλησιές της Φραγκιάς. Έβαλαν φωτιά κι έκαψαν ολάκερους μαχαλάδες. Απ’ τη μανία τους δε γλίτωσαν μήτε τα αγάλματα. Όσα ήτανε βαριά και δεν μπορούσαν να τα κουβαλήσουν στα καράβια, τα γκρέμισαν και τα κομμάτιασαν.
»Μέρες βάστηξε αυτός ο χαλασμός. Κι όντας έπεσε ο πυρετός τους κι αποκαμωμένοι αποτραβήχτηκαν στα καράβια τους να μετρήσουνε τα καζάντια τους, φάνηκε η μεγάλη συφορά. Τρόμος κι ερήμωση, απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ ούλην την Πόλη. Παντού χαλάσματα κι αποκαΐδια. Καπνοί, ανακατωμένοι με τη μυρωδιά απ’ τα καμένα, ταξίδευαν με τον αγέρα ως αντίκρυ στη Μικρασία, φέρνοντας ίσαμε εκεί το μαύρο μαντάτο. Οι δρόμοι αδειανοί. Οι ζωντανοί χαμένοι. Μονάχα αδέσποτα σκυλιά, κι αυτά φοβισμένα, τριγύριζαν ανάμεσα στα άψυχα κορμιά, που κείτουνταν ακήδευτα μέρες στα σοκάκια. Όσοι γλίτωσαν μανταλώθηκαν στα σπίτια τους και δεν κόταγαν να βγούνε όξω.
»Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήτανε κι αυτή αποθαμένη και ακήδευτη. Τήνε κήδεψαν ύστερις από λίγες ημέρες, όντας ανέβασαν στο θρόνο Φράγκο βασιλιά και Φράγκο πατριάρχη».
Γεώργιος Μάνος
ΧΡΟΝΟΙ ΔΙΣΕΚΤΟΙ ΚΑΙ ΜΗΝΕΣ ΟΡΓΙΣΜΕΝΟΙ
Ιστορικό αφήγημα
Εκδόσεις Λόγος & Εικόνα
Απόσπασμα
Οι φωτογραφίες από το διαδίκτυο.
Δέσποινα Στεφανίδου, Κοσμιδης Μακης και 255 ακόμη
57 σχόλια
41 κοινοποιήσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)