Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ
Στο τέλος κάθε μεγάλου έρωτα συνηθίζουμε, φωναχτά ή άρρητα, να κάνουμε την ίδια ερώτηση. «Άξιζε τελικά;» ή «Γιατί χώρισαμε;», ή «Ποιος έφταιξε;», ή «Άραγε αγαπήθηκαμε πραγματικά;».
Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι αυτή είναι η σωστή ερώτηση.
Γιατί υπονοεί πως ο έρωτας είναι ένα επεισόδιο της ζωής μας, μια περίοδος που αρχίζει και τελειώνει, αφήνοντας πίσω της μόνο μερικές αναμνήσεις, λίγες φωτογραφίες, ίσως κάποια γράμματα, κάποια μπινελίκια ή κάποια τραγούδια που δεν αντέχουμε ακόμη να ακούσουμε.
Όμως ο έρωτας δεν είναι ένα κεφάλαιο μέσα στη βιογραφία μας. Ο έρωτας είναι εκείνος που γράφει τη βιογραφία μας. Πριν από κάθε μεγάλη αγάπη υπάρχει ένας άνθρωπος, μετά από αυτήν υπάρχει ένας άλλος. Ίσως εξωτερικά να μοιάζουν ίδιοι, να κατοικούν σε κάποιο σώμα, να έχουν ακόμη και το ίδιο όνομα ή να κάνουν την ίδια δουλειά. Κι όμως, δεν είναι πια οι ίδιοι.
Γιατί κάθε βαθιά συνάντηση μετακινεί αθόρυβα το κέντρο της ύπαρξής μας. Δεν αλλάζει μόνο αυτά που αισθανόμαστε, αλλά αλλάζει αυτόν που αισθάνεται.
Και γι' αυτό ο έρωτας δεν γράφεται μόνο στο ημερολόγιο. Γράφεται στο πρόσωπο, στον τρόπο που κοιτάζουμε, στον τρόπο που ακούμε, στον τρόπο που φοβόμαστε, στον τρόπο που συγχωρούμε, στον τρόπο που υπάρχουμε.
Ίσως γι' αυτό οι μεγάλοι έρωτες μοιάζουν να νικούν τον χρόνο. Όχι επειδή διαρκούν για πάντα, αλλά επειδή δεν παύουν ποτέ να παράγουν νόημα, ακόμη κι όταν έχουν τελειώσει.
Και βέβαια, υπάρχει κάτι σχεδόν μυστηριώδες σε αυτό. Ο έρωτας δεν αλλάζει μόνο το παρόν, αλλάζει και το παρελθόν. Ξαφνικά, παιδικές αναμνήσεις αποκτούν άλλο νόημα, παλιές μοναξιές φωτίζονται διαφορετικά.
Ακόμη και οι αποτυχίες μοιάζουν σαν να ήταν αναγκαίοι σταθμοί μιας διαδρομής που οδηγούσε προς μια συγκεκριμένη συνάντηση. Σαν να ξαναγράφεται ολόκληρη η ιστορία μας, όχι γιατί άλλαξαν τα γεγονότα, αλλά γιατί άλλαξε ο αφηγητής.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο θαύμα του έρωτα. Δεν μας χαρίζει μόνο έναν άλλον άνθρωπο, αλλά μας χαρίζει έναν άλλο τρόπο να αφηγούμαστε τη ζωή μας. Γι' αυτό, άλλωστε, και οι μεγάλοι έρωτες δεν μετριούνται με τη διάρκειά τους.
Μεταξύ μας τώρα, υπάρχουν σχέσεις που κράτησαν σαράντα χρόνια και δεν άλλαξαν σχεδόν τίποτα. Και υπάρχουν συναντήσεις λίγων μηνών που συνεχίζουν να συνομιλούν μαζί μας μια ολόκληρη ζωή.
Είναι μάλλον λαθεμένη η πεποίθηση πως το αντίθετο του έρωτα είναι η απουσία, γιατί οι άνθρωποι μπορούν να λείπουν και όμως να είναι τρομακτικά παρόντες. Μπορεί να έχουν φύγει από τη ζωή μας, αλλά να εξακολουθούν να κατοικούν μέσα στη γλώσσα μας, στις συνήθειές μας, στη μουσική που ακούμε, στα βιβλία που διαβάζουμε, στις πόλεις ή στους δρόμους που αποφεύγουμε, στον τρόπο που πίνουμε τον καφέ, στον τρόπο που κοιτάζουμε τη θάλασσα ή στον τρόπο που αγαπάμε τους επόμενους ανθρώπους.
Δεν είναι, συνεπώς, ο χρόνος που καθορίζει το μέγεθος μιας αγάπης. Είναι η δύναμή της να μεταμορφώνει τον άνθρωπο.
Κάποτε πίστευα πως η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης είναι να μείνεις. Σήμερα νομίζω πως η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης είναι να συνεχίσεις να υπάρχεις διαφορετικά επειδή κάποτε αγάπησες.
Να κουβαλάς μέσα σου περισσότερη κατανόηση, περισσότερη τρυφερότητα, περισσότερη ταπεινότητα, ίσως ακόμη και περισσότερη λύπη. Γιατί και η λύπη είναι μερικές φορές η άλλη όψη της αγάπης.
Δεν θυμόμαστε όλους τους ανθρώπους που συναντήσαμε. Θυμόμαστε εκείνους που μετακίνησαν ανεπαίσθητα την τροχιά της ύπαρξής μας. Εκείνους που μας ανάγκασαν να ξανασκεφτούμε ποιοι είμαστε. Εκείνους που έγιναν ένα κομμάτι της εσωτερικής μας φωνής. Και τότε καταλαβαίνουμε κάτι που στην αρχή μοιάζει παράδοξο. Η βιογραφία μας δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις που πήραμε, γράφεται και από τους ανθρώπους που αγαπήσαμε. Από αυτούς που έμειναν, αλλά και απ' αυτούς που έφυγαν, απ' αυτούς που χάσαμε, απ' αυτούς που δεν τολμήσαμε ποτέ να πλησιάσουμε, απ' αυτούς που ίσως δεν έμαθαν ποτέ πόσο τους αγαπήσαμε. Όλοι τους άφησαν μέσα μας μια μικρή πρόταση, μια λέξη, μια σιωπή, μια πληγή, μια ευγνωμοσύνη.
Και όλες αυτές οι μικρές ιστορίες έγιναν, σιγά σιγά, η ιστορία μας.
Κι' ίσως λοιπόν αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα του έρωτα. Όχι ότι μας ολοκληρώνει, ούτε ότι μας σώζει, αλλά ότι μας αφηγείται.
Μας αποκαλύπτει στον ίδιο μας τον εαυτό. Σαν να μας λέει: «Να ποιος μπορείς να γίνεις όταν τολμήσεις να αγαπήσεις.»
Γιατί στο τέλος της ζωής μας δεν θα μπορούμε να αφηγηθούμε ποιοι υπήρξαμε χωρίς να αφηγηθούμε ποιον αγαπήσαμε. Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η πιο ακριβής βιογραφία που μπορεί να γράψει κανείς. Όχι η ιστορία των επιτυχιών ή των αποτυχιών του, αλλά η ιστορία των ανθρώπων που τον έκαναν να γίνει λίγο περισσότερο άνθρωπος.
Και αν αυτό είναι αλήθεια, τότε ο έρωτας δεν είναι μια παρένθεση στη ζωή. Είναι ο πιο βαθύς τρόπος με τον οποίο η ζωή γράφει τον εαυτό της.
Κι έτσι, όταν κάποιος με ρωτά αν οι μεγάλοι έρωτες τελειώνουν, δυσκολεύομαι να απαντήσω, γιατί οι σχέσεις μπορεί να τελειώνουν, οι ιστορίες τελειώνουν, η κοινή καθημερινότητα τελειώνει, αλλά οι άνθρωποι που μας έμαθαν έναν καινούργιο τρόπο να υπάρχουμε δεν φεύγουν ποτέ ολοκληρωτικά.
Ο έρωτας δεν γράφεται μόνο στις φωτογραφίες, στα μηνύματα ή στα γράμματα που κρατήσαμε. Γράφεται πάνω στον ίδιο τον άνθρωπο που γίναμε. Και ίσως αυτό να είναι, τελικά, αυτό που μένει έτσι κι αλλιώς.
Γιατί οι άνθρωποι που αγαπήσαμε πραγματικά δεν μένουν στη ζωή μας μόνο όσο είναι δίπλα μας. Μένουν μέσα στον τρόπο που συνεχίζουμε να υπάρχουμε. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο παράξενο δώρο του έρωτα, ότι δεν μας χαρίζει μόνο αναμνήσεις, αλλά μας χαρίζει έναν διαφορετικό εαυτό, έναν άνθρωπο που δεν θα υπήρχε ποτέ αν δεν είχε αγαπήσει.
«Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε...»
ΥΓ Ποίημα «ΣΤ΄» από τη συλλογή «Τρία Κρυφά Ποιήματα» (1966) του Γιώργου Σεφέρη.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)