Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης Ο "ΘΕΡΑΠΕΥΜΕΝΟΣ" ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

22 λ. 
Ο "ΘΕΡΑΠΕΥΜΕΝΟΣ" ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ
Χρειάστηκε να περάσουν κάμποσα χρόνια για να καταλάβω κάτι που στην αρχή μου φαινόταν εντελώς παράλογο. Ότι, δηλαδή, δεν επεδίωκα πάντα τη θεραπεία μου επειδή αγαπούσα την αλήθεια. Μερικές φορές την επεδίωκα επειδή δεν άντεχα τον εαυτό μου. Ήθελα να γίνω καλύτερος, πιο συνειδητός, πιο ώριμος, πιο ήρεμος, πιο φωτισμένος, με μια λέξη πιο θεραπευμένος!
Για χρόνια πίστευα ότι αυτό ήταν το μονοπάτι της ελευθερίας, όπως φαντάζομαι και πολλοί άλλοι "φωτισμένοι" "αφυπνιστές" και "πνευματικοί" "δάσκαλοι". Μόνο που κάπου στην πορεία άρχισα να υποψιάζομαι ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Βλέπεις, είναι λεπτό το καλάμι και δύσκολα το νιώθουμε όταν το καβαλάμε.
Κάπου στην πορεία κατάλαβα πως όσο περισσότερο δούλευα με τον εαυτό μου, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι έπρεπε να αποδείξω πως έχω προχωρήσει, πως έχω εξελιχθεί, πως έχω ξεπεράσει τα τραύματά μου, πως δεν είμαι πια εκείνος ο φοβισμένος ανθρωπάκος που ήμουν κάποτε. Λες και ήμουν ένας εργαλάβος οικοδομών και είχα αναλάβει ένα ατελείωτο έργο αυτοδιόρθωσης. Όπως σ' ένα σπίτι που ολοκληρώθηκαν οι επισκευές και προσδοκεί τον αγοραστή του, έτσι κι εγώ, έπρεπε να γίνω η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου για να δικαιούμαι τελικά να αγαπηθώ.
Ακούγεται μάλλον τρομακτικό. Είχα ήδη δημιουργήσει μια καινούρια μάσκα. Μια καινούργια πρόσοψη. Όχι τη μάσκα του επιτυχημένου, όχι τη μάσκα του καλού παιδιού, όχι τη μάσκα του δυνατού, αλλά τη μάσκα του θεραπευμένου. Του ανθρώπου που έχει κάνει τη δουλειά του, που καταλαβαίνει τα μοτίβα του, που ξέρει απ' έξω και ανακατωτά τις άμυνές του, που μιλά τη γλώσσα της αυτογνωσίας. Πφφφ σιγά το πράγμα!
Κι όλο αυτό έμοιαζε απ' έξω με ωριμότητα. Εσωτερικά όμως ήταν όλο και περισσότερο μια φυλακή. Γιατί ξαφνικά δεν μου επιτρεπόταν να είμαι αδύναμος, δεν μου επιτρεπόταν να φοβάμαι, δεν μου επιτρεπόταν να θυμώνω, δεν μου επιτρεπόταν να πληγώνομαι. Η ευαλωτότητα ήταν ένα επίχρισμα στην πρόσοψη, ένας σοβάς, για να κρύβει το εύθραυστο της ύπαρξης μου.
Κάθε φορά που συνέβαινε, ένα κομμάτι μου ψιθύριζε «Καλά ρε συ, μετά από τόση δουλειά, πώς είναι δυνατόν να νιώθεις ακόμη έτσι;»
Και τότε κατάλαβα κάτι ακόμη πιο δύσκολο. Ότι η "σκιά" μου, τα σκοτεινά μου υπόγεια, δεν είχαν εξαφανιστεί. Απλώς είχαν φορέσει καινούρια ρούχα και εμφανιζόταν μέσα από μια κρυφή πνευματική αλαζονεία, μια ψευτο-πνευματική ανωτερότητα.
Και τότε συνέβη κάτι παράξενο. Κάτω από όλα αυτά τα χρόνια θεραπείας, αυτογνωσίας και προσπάθειας άρχισα να συναντώ ξανά έναν άνθρωπο που είχα ξεχάσει. Τον φοβισμένο πιτσιρικά.
Το πληγωμένο παιδί. Τον τσαμπουκαλεμένο έφηβο. Το παιδί που δεν ζητούσε φώτιση, ζητούσε ασφάλεια. Το παιδί που δεν ζητούσε μια υπερβατική μεταμόρφωση, παρά μονάχα μια αγκαλιά. Το παιδί που δεν ήθελε να γίνει καλύτερο, ήθελε απλά να σταματήσει να νιώθει μόνο.
Αυτό ήταν το πιο σημαντικό μάθημα από όλα.
Η θεραπεία δεν είναι να εγκαταλείπεις συνεχώς αυτό που είσαι για να γίνεις κάτι καλύτερο. Η θεραπεία είναι να σταματήσεις να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου. Να σταματήσεις να χρησιμοποιείς την ανάπτυξη ή ακόμη χειρότερα την πνευματικότητα ως έναν ακόμη τρόπο αυτοαπόρριψης. Να σταματήσεις να κυνηγάς μια ιδανική εκδοχή σου και να καθίσεις επιτέλους δίπλα σε εκείνη που υπάρχει ήδη.
Εκεί, ατελής, φοβισμένος, μπερδεμένος, πληγωμένος, εύθραυστος, σαν "πλάσμα μιας μέρας", αλλά δίχως τίποτα απ αυτά να σε ορίζει. Γιατί είσαι κι αυτά, αλλά και πολύ περισσότερα απ' αυτά. Και αυτό είναι/είσαι εντάξει.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)