Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΑΡΙΣΤΕΡΑ (Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ).....ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ...

Τ. Λειβαδίτης  Η Δική μου Αριστερά 
Η δική μου αριστερά, είναι η στρατιά των διπλά ηττημένων ευγενών ηρώων που για ένα πουκάμισο αδειανό, για ένα διαψευσμένο όνειρο, για μια ματαιωμένη ελπίδα έδωσαν τη ζωή τους.
Η δική μου αριστερά διακρινόταν πάντα για την ευγένεια της.
Η δική μου αριστερά ξεχώριζε πάντα για την επιμονή της στις ιδέες της.
Η δική μου αριστερά οριοθετήθηκε για την ανιδιοτελή της προσφορά.
Η δική μου αριστερά φημιζόταν για την ανεκτικότητα της στο διαφορετικό, δίχως αποκλεισμούς, δίχως χαρακτηρισμούς, δίχως «επαγρυπνητές» της ιδεολογικής καθαρότητας, δίχως «στρατόπεδα συγκέντρωσης» για τους «αντιφρονούντες».
Η δική μου αριστερά σταυρώθηκε στα Μακρονήσια της πατρίδας μου και τα μακρινά γκουλάγκ της Σιβηρίας.Βασανίστηκε στο Μπούλγκες, στην Μπουμπουλίνας και σε όλα τα κολαστήρια όπου γης.
Η δική μου αριστερά υμνήθηκε για την ουτοπική της προσμονή στα όρια της μεταφυσικής εσχατολογίας.
Η δική μου αριστερά τραγουδήθηκε για την ομορφιά των στίχων της.
Η δική μου αριστερά απεικόνισε το κάλλος του ήθους των απλών ανθρώπων που πίστεψαν σ’ αυτήν και θυσιάστηκαν για τα ευγενικά ιδανικά της.
Η δική μου αριστερά αγαπούσε τον τόπο μου και μοχθούσε γι’ αυτόν. Για ένα καλύτερο μέλλον.
Η δική μου αριστερά ήταν ρηξικέλευθη, ανατρεπτική, αιρετική, μα πάνω απ’ όλα δημιουργική, ακόμη κι όταν αστοχούσε.
Η δική μου αριστερά διαιωνίστηκε στην ιστορία για την ομορφιά των ίδιων των ανθρώπων της.
Η δική μου αριστερά ποτέ δεν πίστεψε σε δόγματα, ποτέ δεν αναγνώρισε ιερατεία, ποτέ δεν ενθάρρυνε την Ιερά Εξέταση της ιδεολογικής καθαρότητας.
Η δική μου αριστερά δεν είχε ποτέ σωτηριολογικό, εσχατολογικό, τελεολογικό χαρακτήρα.
Η δική μου αριστερά δεν δίστασε ποτέ να αυτό- αναιρεθεί. Να συγκρουστεί μετωπικά με τον εαυτό της, να υπονομεύσει την αλήθεια της και να αναζητήσει την αλήθεια του Άλλου, σε μια προσπάθεια υπονόμευσης και ανατροπής της αδικίας.
Η δική μου αριστερά δεν φορούσε ποτέ κουκούλες, δεν ήταν τρακαδόρικη, δεν ήταν λαϊκίστικη, δεν ήταν ολοκληρωτική, δηλαδή αντι-αισθητική, δεν ήταν τραμπούκικη.
Η δική μου αριστερά δεν ήταν προβοκατόρικη, δεν ήταν αρνητική, δεν ήταν εξ επαγγέλματος καταγγελτική.
Η δική μου αριστερά ποτέ δεν ήταν «μεταπράτης» του ανθρώπινου πόνου, «μεσάζοντας» των συνθημάτων και των στερεοτύπων, «αλληλέγγυα» της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης.
Η δική μου αριστερά δεν πέταξε ποτέ γιαούρτια, απεναντίας, έφαγε σφαίρες.
Η δική μου αριστερά δεν «χάιδεψε» ποτέ αυτιά τεμπέληδων, λουφαδόρων και βολεμένων.
Η δική μου αριστερά δεν θέλησε τις θέσεις και τα αξιώματα. Προτίμησε το είναι από το έχειν. Γι’ αυτό και είναι ταπεινά υπερήφανη για την ανιδιοτελή προσφορά της.
Η δική μου αριστερά διώχθηκε και από τους πολιτικούς της αντιπάλους και από τους «συντρόφους» της. Γι’ αυτό και είναι μια διπλά ηττημένη μα και διπλά δοξασμένη αριστερά.
Η δική μου αριστερά είναι αειφόρως αναστάσιμη γιατί γι’ αυτή το πρόσωπο είναι υπεράνω του όχλου.
Η μοναδική, ανεπανάληπτη, αναντικατάστατη αυταξία του προσώπου είναι το καθοδηγητικό νήμα της πορείας της. Μιας πορείας που ξεκινάει από το ταπεινό σπήλαιο της γέννησης του ανθρώπου, συνεχίζει στον Κήπο της Γεσθημανής, αποκορυφώνεται στο Γολγοθά και ολοκληρώνεται στην Ανάσταση του κάθε ταπεινού και καταφρονημένου τούτης της Γης.
Η δική μου αριστερά, ίσως, να είναι ουτοπική. Μ’ αρέσει όμως η ουτοπία. Είναι σαν τον ορίζοντα, όσο τον πλησιάζεις τόσο απομακρύνεται. Σε κάνει, παρόλα αυτά, να προχωράς πάντα μπροστά.
Εν τέλει, η δική μου αριστερά είναι μια πολύ μοναχική υπόθεση

Τ. Λειβαδίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)