Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Ταξιδιωτικό Περιοδικό Επαθλο για Σαββόπουλο


 Ταξιδιωτικό Περιοδικό Επαθλο

 
Ακολουθήστε

Περίμενα μερικές μέρες για να γράψω.
Όχι γιατί δεν συγκινήθηκα, αλλά γιατί μέσα στον χαμό των αναρτήσεων ήθελα να σωπάσω λίγο — να σκεφτώ, να θυμηθώ, να ξεχωρίσω τι μένει στ’ αλήθεια.
Τον Σαββόπουλο τον γνώρισα παιδί, από μια κασέτα της μάνας μου — τη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ.
Έκτοτε, κάθε φορά που ακούω εκείνο το τραγούδι, κάτι μέσα μου ανοίγει σαν παλιό συρτάρι με φωτογραφίες∙ μνήμες, ήχοι, εποχές που δεν έζησα, μα κουβαλάω εντός μου.
Κάτι παρόμοιο, θαρρώ, παθαίνουμε όλοι με τα τραγούδια του.
Σαν να σιγοτραγουδά μέσα μας μια ολόκληρη εποχή που μας καθόρισε.
«Είδα την Άννα κάποτε», «Θαλασσογραφία», «Άγγελος εξάγγελος», «Καραγκιόζης», «Δημοσθένους λέξις»,
και βέβαια ο «Μπάλος», που προσωπικά θεωρώ αριστούργημα — ποιητικά και μουσικά.
Υπήρξε πάντα κάτι βαθιά ελληνικό στον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο.
Όχι το φολκλόρ, αλλά εκείνο το υπόγειο ρεύμα που ενώνει τον λόγο με τη μνήμη και τη μουσική με το βλέμμα ενός λαού που ψάχνει να σταθεί — ανάμεσα στη σάτιρα και στην προσευχή.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος έπλεξε τη δική του αφήγηση της Ελλάδας∙
τη χώρα των παραδόξων, των ποιητών και των παιδιών που ονειρεύονται με μια κιθάρα.
Και μπορεί να αλλάξαμε εποχή, ρυθμό και μέσα,
μα οι στίχοι του συνεχίζουν να στέκουν εκεί —
σαν καθρέφτης που μας θυμίζει ποιοι ήμασταν.
«Είδα την Άννα κάποτε…»
Ένα τραγούδι που κουβαλά όλη τη γλυκόπικρη νοσταλγία μιας εποχής που νόμιζε πως μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο.
Τον Σαββόπουλο τον αγαπήσαμε νέοι — με τα λάθη, τις αντιφάσεις και τα θάρρη του.
Δεν χρειάζεται να συμφωνείς για να θυμάσαι.
Και δεν χρειάζεται να τον θεοποιείς για να αναγνωρίσεις πως άφησε ένα μεγάλο αποτύπωμα.
«Σβήνουν τα βήματα στη σκάλα
Κανείς, θα πλανηθούμε μοναχοί
Θάλασσες, πόλεις, έρημοι, σταθμοί —
αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή.
Τι να καταλάβουμε οι φτωχοί;»
Καλό ταξίδι, Νιόνιο. 🌿

Γιωργος Νταλαρας-George Dalaras για Σαββόπουλο

 


Γιωργος Νταλαρας-George Dalaras

*Στάθηκε για χρόνια μέσα σε συγχορδίες και βήματα,
άλλοτε με βλέμμα νεανικό, άλλοτε με το βάρος της μνήμης στους ώμους.Δεν ύμνησε την πατρίδα από απόσταση, την κουβάλησε στις φωνές, στα μικρά της ονόματα, στους απόηχους.
Πάντα με κάτι δικό μας στην άκρη του στίχου: έναν φίλο, έναν δρόμο, ένα χωριό, έναν σκοπό.
Έφτιαξε τραγούδια που περπατούν μονάχα νύχτα.
Με χορούς αθέατους και μάτια που ψάχνουν φως ανάμεσα στους ήχους.
Μια ολόκληρη Ελλάδα μπήκε στις λέξεις του , όχι σαν χάρτης, μα σαν αναστεναγμός.
Κι εμείς, άγνωστοι διαβάτες, βρίσκαμε καταφύγιο στις στροφές.
Αποχαιρετούμε τη φωνή που δεν επεδίωξε να είναι ηχηρή, αλλά να φτάνει βαθιά.
Εκεί που ακόμα αντηχεί ένα παράξενο, πεισματάρικο "Ζήτω".

Sofia Papazoglou Πού πας παλλικάρι ωραίος σαν μύθος.....

 Sofia Papazoglou A

 
Ακολουθήστε

Πού πας παλλικάρι ωραίος σαν μύθος.....
Η είδηση αυτή με κλόνισε και με συγκλόνισε απόψε.... Τι καλλιτέχνης μέγας, τι ευφάνταστος και ευφυής δημιουργός ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος και για όσους τον έζησαν πόσο μαγικός και απολαυστικός συνομιλητής. Προσωπικά, όσες φορές βρεθήκαμε σε παρέα μετά από πρόβες ή συναυλίες(τω καιρώ εκείνω), το χαιρόμουν τόσο να τον ακούω και ρουφούσα όλη αυτήν την ενέργεια και τη ζωντάνια και την πίστη που είχε λες και ήταν εικοσάχρονος.
Σπουδαίο το έργο του.... αν και για μένα μόνο τον δίσκο "τραπεζάκια έξω" να είχε γράψει έφτανε.
Τον είδα πέρυσι στο Ηρώδειο τελευταία φορά. Πάντα με τη σπίθα στο μάτι, στην κίνηση, στο λόγο.
Τυχερή νοιώθω που τον γνώρισα και τον συναναστράφηκα αυτόν τον σπουδαίο Έλληνα.
" Όλα είναι τόσο τρομαγμένα μα τ' αγαπάω ο φτωχός"
Αγαπημένε μας παραμυθά χωρίς εσένα αυτός ο τόπος δε θα είναι ίδιος...

Εκείνο το «εμείς» της νιότης... Ο Σαββόπουλος δεν πρόδωσε κανέναν

 Ο Σαββόπουλος δεν πρόδωσε κανέναν


Οδυσσέας Ιωάννου: «Πού ήσουνα χθες Αριστερά μου;»

Ogdoo.gr 18 λ. 

Ήταν στα τέλη της δεκαετία του ‘80, στο κέντρο Zoom, όταν ο Σαββόπουλος τραγουδούσε από το «Κούρεμα» το εξαιρετικό τραγούδι «Εμείς του ’60 οι εκδρομείς». Στην αίθουσα, οι συνομήλικοί του, πενηντάρηδες τότε, πρώην ρομαντικοί επαναστάτες και φοιτητές του Πολυτεχνείου, κάθονταν γύρω από τραπέζια φορτωμένα με πανάκριβα ουίσκι.

Οι άντρες φορούσαν καλοραμμένα κοστούμια, οι γυναίκες πολυτελή φορέματα, και για μια στιγμή όλοι σώπασαν. Όταν η φωνή του είπε:

«Εμείς, μιας δίψυχης ωδής
παράλογα ανοιχτής
με συμπεριφορές ανατροπής
και της βαθιάς μας ζωής
της συντηρητικής»

Ένα ρίγος διαπέρασε το κοινό. Πολλοί δάκρυσαν.

Δεν ήταν απλώς η νοσταλγία που τους συγκίνησε, ήταν η επίγνωση ότι κάπου στην πορεία είχαν αφήσει πίσω το όνειρο.

Εκείνο το «εμείς» της νιότης, που πίστευε στην αλλαγή και στη συλλογικότητα, είχε διαλυθεί μέσα σε καριέρες, δάνεια και μικρές ήσυχες συνθηκολογήσεις.

Ο Σαββόπουλος, χωρίς να τους κατηγορεί, τους καθρέφτισε, όπως μόνο η τέχνη μπορεί να καθρεφτίσει μια γενιά που μεγάλωσε.

Ο Σαββόπουλος δεν πρόδωσε κανέναν

26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2025-ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ / ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

 https://www.frontpages.gr/get_widget.php

26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2025-ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ / ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)