Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης ·   Ακολουθήστε  2 ημ.   

ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Λέγεται -και το έχουν καταγράψει άνθρωποι που το έζησαν από κοντά - πως μια μέρα του Γενάρη, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Αθανασίου, ο Άρης Βελουχιώτης βρέθηκε κοντά σε χωριό της Ρούμελης. Οι καμπάνες χτυπούσαν από νωρίς. Όχι για κάποιο συναγερμό ή για κάποιο πένθος. Οι καμπάνες χτυπούσαν την Γιορτή.
Ο Άρης ρώτησε γιατί. Του είπαν.
Και τότε, απλά, χωρίς δηλώσεις, χωρίς ειρωνεία, χωρίς πολιτικό υπολογισμό, είπε πως ήθελε να πάει στην εκκλησία.
Πήγε. Στάθηκε όρθιος. Παρακολούθησε τη λειτουργία μέχρι το τέλος. Πήρε αντίδωρο. Όχι για να δείξει κάτι. Όχι για να “συμβολίσει”. Αλλά γιατί καταλάβαινε ότι η πίστη του λαού δεν είναι ιδεολογικό λάθος προς διόρθωση, αλλά βίωμα προς σεβασμό.
Ο Βελουχιώτης δεν ήταν θρησκευόμενος με την τυπική έννοια. Ήταν κομμουνιστής, αντάρτης, επαναστάτης. Και όμως, δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να χλευάσει αυτό που κρατούσε όρθιο τον κόσμο γύρω του. Δεν ένιωσε ανώτερος επειδή είχε άλλη κοσμοθεωρία. Ήξερε πως ένας λαός δεν ζει μόνο με διανοητικές κατασκευές ή διακηρύξεις, ακόμη κι αν έχει όπλα. Ζει με μνήμη, τελετουργία, πίστη, νόημα.
Και αυτό δεν το αντιμετώπισε ως «συντηρητισμό», ούτε ως «σκοταδισμό». Το αντιμετώπισε ως κομμάτι της αξιοπρέπειας των ανθρώπων που πολεμούσαν, πεινούσαν, έκρυβαν αντάρτες και έθαβαν νεκρούς.
Στις μεταπολιτευτικές δεκαετίες η πίστη του λαού έγινε συχνά αντικείμενο λοιδορίας. Όχι μόνο από μια αυτάρεσκη ελίτ που αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτική», αλλά και από έναν κυνισμό που θεωρεί κάθε πνευματική ανάγκη αδυναμία. Λες και η υπαρξιακή αγωνία απαντήθηκε ποτέ με διανοητικά καταφύγια.
Ο πιστός παρουσιάζεται ως αφελής. Η παράδοση ως βάρος. Η εκκλησία -συλλήβδην-ως κάτι προς εξάλειψη και η λαϊκή θρησκευτικότητα ως ταυτόσημη με τον εθνικισμό.
Και όμως, εκείνος που πολεμούσε στα βουνά, με το όπλο στο χέρι και τον θάνατο δίπλα του, είχε τη στοιχειώδη σοφία να καταλάβει ότι δεν απελευθερώνεις έναν λαό περιφρονώντας τον. Δεν τον χειραφετείς χλευάζοντας ό,τι τον παρηγορεί. Δεν του ζητάς να σταθεί όρθιος, αν πρώτα του έχεις αφαιρέσει το νόημα.
Εκείνη τη μέρα, ο Άρης δεν πήγε απλώς σε έναν ναό. Μετείχε στην Εκκλησία του Λαού, όχι ως πιστός με τη στενή θεολογική έννοια, αλλά ως άνθρωπος που αναγνώριζε το κοινό βίωμα. Στάθηκε ανάμεσα στους χωρικούς, όχι μπροστά τους. Δεν τους δίδαξε. Δεν τους διόρθωσε. Συμμετείχε. Γιατί ήξερε πως η εκκλησία, πριν γίνει θεσμός, είναι σύναξη.
Είναι η στιγμή που ένας λαός αναγνωρίζει τον εαυτό του ως κοινότητα, μοιράζεται τον πόνο, την ελπίδα, την αντοχή. Και σε αυτή την «εκκλησία» -την κοινωνία του λαού- ο Άρης δεν ένιωσε ούτε ξένος, ούτε ντροπή. Ένιωσε συνοδοιπόρος.
Ο σεβασμός στην πίστη του λαού δεν είναι οπισθοδρόμηση.
Είναι ένδειξη τόσο πολιτικής όσο και ανθρώπινης ωριμότητας.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο επίκαιρο μάθημα αυτής ημέρας, της γιορτής του Αγίου Αθανασίου.
Η πραγματική πρόοδος δεν ξεκινά από την περιφρόνηση, αλλά από την κατανόηση. Και ότι εκείνοι που κάποτε τόλμησαν να αλλάξουν τον κόσμο, ήξεραν πρώτα να σέβονται τον άνθρωπο.
Ιδιαίτερα όταν προσεύχονταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)