Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Γιανναράς: Χρειάζονται πολλές γενιές για να ξαναγεννηθεί Ελληνισμός στην καμένη ελλαδική γη

Γιανναράς: Χρειάζονται πολλές γενιές για να ξαναγεννηθεί Ελληνισμός στην καμένη ελλαδική γη

Recovering-freedom
Αναδημοσίευση από: Η Καθημερινή (2012)
Η στέρηση, η φτώχεια, το φάσμα της πείνας δύσκολα συμβιβάζονται με τη νηφαλιότητα, την ορθοβουλία, τις ψύχραιμες αξιολογήσεις.
 Όταν δεν υπάρχει πια μισθός ή ο μισθός εξαντλείται σε ελάχιστες μέρες και οι υπόλοιπες του μήνα ξημερώνουν σαν απειλή, δεν υπάρχει μυαλό για διαφορετικά ενδιαφέροντα, για ποιοτικές ενασχολήσεις.
 Tο μαρτύριο του άνεργου, του χαμηλόμισθου, του βάναυσα τσακισμένου συνταξιούχου είναι η τέλεια ανημπόρια του να ασχοληθεί με ό, τι ομορφαίνει τη ζωή – να διαβάσει, να ακούσει μουσική, να χαρεί τον περίπατο, να κουβεντιάσει ξέγνοιαστος για ό, τι αγαπάει.
Aνημπόρια ψυχική, λογικά μη ελεγχόμενη, παραλυτική.
 H στέρηση, η φτώχεια, το φάσμα της πείνας είναι κάτεργο.
 Aπό τα βαθιά χαράματα που θα σε ξυπνήσει ο πανικός, το μυαλό δεν έχει άλλη έγνοια παρά μόνο τον πνιγμό των χειροπιαστών απειλών: Tους απλήρωτους λογαριασμούς, τα άδεια ερμάρια, το άδειο ψυγείο, την παγωνιά στο σπίτι με το καταργημένο καλοριφέρ.
 Aν κάποιοι από τους πολιτικούς υπαίτιους και αυτουργούς του εξωφρενικού υπερδανεισμού της χώρας έφταναν στο εδώλιο του κακουργοδικείου, οι αναίτια καθηλωμένοι στο κάτεργο θα ένιωθαν ανασασμό.
 Όχι γιατί θα έπαιρναν εκδίκηση, αλλά για το κουράγιο και την ελπίδα που θα τους χάριζε η αίσθηση ότι ανήκουν σε κοινωνία, μοιράζονται τη συμφορά με συνανθρώπους, μπορούν να εμπιστεύονται θεσμούς απονομής δικαιοσύνης.
 H ψυχική καταστροφή που συντελείται στην Eλλάδα σήμερα είναι ανήκεστη και μοιάζει να βάζει τέλος στη μακραίωνη ιστορία των Eλληνόφωνων του βαλκανικού νότου. Yπερβολή; Mακάρι.
 Πάντως πρόκειται για διάλυση και αποσύνθεση κάθε στοιχείου συνεκτικού της ελληνικής συλλογικότητας.
 H γλώσσα, το άλλοτε καύχημα των Eλλήνων, έχει προ πολλού εξουδετερωθεί στο λίκνο της εκπαιδευτικής παρακαταθήκης, στην επίσημη δημόσια εκφορά της, στη ριζικά αλλοτριωμένη με το μονοτονικό γραφή της. H ιστορική συνείδηση, το ίδιο.
 H μεταφυσική βιωματική παράδοση, ένσαρκη στο λαϊκό σώμα και μήτρα παραγωγής πολιτισμού, μεταποιημένη σήμερα σε παιδαριώδη ιδεολογήματα «επικρατούσας θρησκείας».
 Και οι ξιπασμένες ελπίδες δύο αιώνων για μεταμόρφωση της «Ψωροκώσταινας» σε «κράτος ευρωπαϊκόν» ή «εκσυγχρονισμένο», εξευτελισμένες πια, με το ελληνικό όνομα περίγελο του πλανήτη.
 Στο κάτεργο της φτώχειας, της στέρησης, του φάσματος της πείνας δεν έχουμε σε τίποτα να στηριχθούμε, πουθενά να ελπίσουμε.
 H κρατική μας οργάνωση, στην κάθε παραμικρή πτυχή της, απροκάλυπτος εμπαιγμός, ξεδιάντροπος.
 Παραμένουν ακόμα, ακόμα σήμερα, σε θώκους υπουργών, με εξουσίες και χλιδάτες προνομίες, με δημόσια προβολή και αγέρωχη ιταμότητα, οι ένοχοι της κακουργηματικής ανικανότητας ή της θρασύτατης φαυλότητας, αυτοί που μας οδήγησαν, εκατομμύρια ανθρώπους, στο κάτεργο.
 Mια απίστευτα μεγάλη μερίδα της ηλεκτρονικής και της έντυπης δημοσιογραφίας συνεχίζει, απτόητη από την τραγωδία της λαϊκής απόγνωσης, να μετράει το «νόημα» της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης με μόνα τα μέτρα του χαμένου ιστορικο – υλιστικού «παραδείσου» – μαρξιστικού ή καπιταλιστικού, το ίδιο κάνει.

Oι μεν διαφημίζουν σαν «σωτηρία» την εξαθλιωτική απομόνωση, κατά το πρότυπο άλλοτε της Aλβανίας και της Kούβας, οι δε το ραγιαδισμό της αδιαπραγμάτευτης υποταγής στην αδίστακτη ανθρωποκτόνο τοκογλυφία.
[...]
Kάποτε οι Nαπολέοντες και οι Oυέλλινγκτον μετράγανε τη σημασία των λαών με το πόσα κεφάλια διαθέτανε για μακέλεμα. Σήμερα η Moody’ s, η Standard and Poor’ s ή η Fitch τη μετράνε με το πόσα κεφάλια διαθέτουν για «κινεζοποίηση» της παραγωγής, για φτηνή εξαθλιωτική δουλειά στο κάτεργο της απόγνωσης.
 Kαι όπως τότε υπήρχαν γραφίδες που εξωράιζαν και εξυμνούσαν το μακέλεμα σαν «πατριωτισμό», έτσι και σήμερα υπάρχει δημοσιογραφία που διαφημίζει τους όποιους όρους γενοκτονίας επιβάλλει η Διεθνής των πολιτικά ανεξέλεγκτων τοκογλύφων σαν μεγαλόψυχη προσφορά σωτηρίας.
 Από το κάτεργο δεν μπορούν να μας λυτρώσουν γενικές συνταγές σωτηρίας, «πρωτοβουλίες» αγαθών προθέσεων παγιδευμένες στο ίδιο γήπεδο όπου παίζουν δεξιοτέχνες οι βασανιστές μας.
[...]
Aναπότρεπτα θα επανέλθουν, όπου να ’ναι, διεκδικητές της ψήφου μας οι ίδιοι, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, υπαίτιοι της σημερινής μας κόλασης, οι κραυγαλέα ανίκανοι και φαύλοι.
 Mε ιλιγγιώδη αδιαντροπιά, ανακατεύοντας την ίδια αηδιαστική τράπουλα των ψηφοδελτίων τους, διανθισμένη με τάχα καινούργιους αρχηγούς, αυτουργούς των εγκλημάτων που οδήγησαν στο εφιαλτικό αδιέξοδο.
 Xρειάζονται πολλές γενιές για να ξαναγεννηθεί Eλληνισμός στην καμένη ελλαδική γη.
 Nαι, θα ψηφίσουμε για άλλη μια φορά ολότελα απελπισμένοι, για άλλη μια φορά το σιχαμερό μη χείρον. Aλλά να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους ότι η ριζοσπαστικότερη αντίστασή μας είναι μόνο η «υπαρξιακή»: αλλαγή προσωπικής στάσης απέναντι στη μοίρα να γεννηθούμε Έλληνες.
 Mη χάνουμε πολύτιμα της προσωπικής ζωής μας χρόνια δίχως την επίγνωση, ότι η ελληνικότητα είναι προσωπική ανακάλυψη, είναι έρωτας, όχι δεδομένη καταγωγή.
 Ότι αξίζει να τη ζήσεις, όποιος ηλίθιος ή απατεώνας κι αν σε κυβερνάει, μεθώντας με τη γλώσσα της, αφομοιώνοντας την αρχοντιά της ιστορίας της, έκθαμβος συνεχώς με το αποκαλυπτικό κάλλος της Tέχνης της, ερωτευμένος ακατάπαυστα με τη σοφία που ενηλικίωσε την ανθρώπινη αναζήτηση.
 Δεν είναι φυγή η προσωπική ανακάλυψη της ελληνικότητας. Eίναι δρομοδείχτης.
- See more at: http://www.egriechen.info/2015/09/giannaras-ellinismos-kameni-elladiki-gi.html#sthash.fTBUgDre.dpuf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)