Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Χρήστος Γιανναράς- Μεταρρυθμίσεις: η «ώρα της κρίσεως»

Posted: 01 Mar 2015 11:52 PM PST
Η προκατάληψη και η επίταση της προκατάληψης, ο φανατισμός, δεν χαλιναγωγούνται. Ούτε από την υψηλή ευφυΐα, τη μόρφωση, την καλλιέργεια ούτε με την τετράγωνη λογική επιχειρημάτων, τον αυστηρό έλεγχο των συναισθημάτων. Επακολούθημα της προκατάληψης είναι η αδυναμία «διάκρισης», αδυναμία να αναγνωρίσουμε σε αυτόν (ή σε αυτό) που απορρίπτουμε και κάποια πιθανά θετικά στοιχεία, σωστές επιλογές, ορθές στοχεύσεις. Στο κόμμα που δεν ψηφίσαμε, στην ιδεολογία που δεν αποδεχόμαστε, όλα είναι οπωσδήποτε στραβά, όλα λάθος, όλα ιδιοτελή και πονηρά.
Αν μπορούσε να δημοσκοπηθεί η προκατάληψη, να μετρηθεί ο φανατισμός, τότε θα μπορούσε και να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός ότι τα ποσοστά προκατάληψης και φανατισμού στην ελλαδική κοινωνία βεβαιώνουν βαρύτατη νόσο, ανήκεστη παρακμή. Πώς το έλεγε ο Ελύτης: «Και τα μεν και τα δε, είναι όλα καλά εάν βρίσκονται από το μέρος μας, και όλα κακά εάν βρίσκονται από το άλλο. Δεν υπάρχει τρόπος να χωριστούν αλλιώς».
Δεν γίνεται αλλιώς, γιατί η προκατάληψη και ο φανατισμός είναι η ασυνείδητη θωράκιση του εγώ, ενστικτώδης, ενορμητική αντίδραση στη συμπλεγματική ανασφάλεια. Το να έχω δίκιο στις απόψεις μου, να έχω κάνει τις σωστές επιλογές, να αληθεύουν οι κρίσεις μου, στεριώνει την ισχνή ή ανύπαρκτη αυτοπεποίθησή μου, υπεραναπληρώνει τη μειονεξία μου, ξορκίζει τις φοβίες και τις ενοχές μου. Οταν διαπληκτίζονται οι άνθρωποι υπερασπίζοντας το κόμμα «τους» ή την ιδεολογία «τους» ή την ποδοσφαιρική ομάδα «τους», το διακύβευμα είναι το εγώ τους, η αυτοεκτίμησή τους. Και είναι νόσημα ψυχικό βαρύ, επειδή για να κατασφαλίσεις το εγώ σου απεμπολείς την ελευθερία σου, δουλώνεσαι στη μονοτροπία της προκατάληψης, στη μυωπία του φανατισμού.
* * *
Στον μήνα που πέρασε είδαμε, για πρώτη φορά στην ιστορία του κρατιδίου μας, μια ελλαδική κυβέρνηση να τολμάει να διαπραγματευτεί τα συμφέροντά μας στον διεθνή στίβο, και οι διαπραγματεύσεις της να παραμένουν επί εβδομάδες στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Ασφαλώς και θα μπορούσαν να είναι καλύτερα προετοιμασμένες από την ελληνική κυβέρνηση οι διαπραγματεύσεις, με λιγότερες ρητορικές γενικότητες και περισσότερα αριθμητικά – λογιστικά δεδομένα, αφού οι συνομιλητές της είχαν απόλυτη άρνηση για την πολιτική λογική και γλώσσα – συνεπέστατοι πεισματικά οι «προηγμένοι» Ευρωπαίοι στην αυτονόμηση της οικονομίας από την κοινωνία και τις ανάγκες της.

Ασφαλώς και θα μπορούσαν οι ελλαδίτες πολιτικοί να κοντρολάρουν λίγο την επαρχιώτικη μειονεξία των εξεζητημένων ενδυματολογικών τους επιλογών, τη στιγμή που εκπροσωπούσαν μια κοινωνία σε κατάσταση χρεοκοπίας και «ανθρωπιστικής κρίσης». Ομως, έστω και με τις εξεζητημένες εφηβικές αμφιέσεις, έστω και δίχως έρμα κοινωνικών στοχεύσεων πέρα από τη διαχειριστική, ιστορικο-υλιστική «εξασφάλιση», το σίγουρο είναι ότι για πρώτη φορά το μεταπρατικό κρατίδιο, με δυο αιώνες νοο-τροπία προτεκτοράτου, κράτησε ορθή ραχοκοκαλιά. Και αυτό το ολοφάνερο δεδομένο η προκατάληψη και ο φανατισμός είναι αδύνατο να το δουν. Η εθελοτυφλία γίνεται σωστή παράνοια: Καταλογίζεται σε όσους τόλμησαν τη διαπραγμάτευση ότι αθέτησαν διαπραγματευόμενοι το κομματικό τους πρόγραμμα, «είπαν ψέματα στον λαό»! – ωσάν οι προγραμματικές στοχεύσεις να ακυρώνουν την πολιτική αναγκαιότητα των αμοιβαίων παραχωρήσεων στη διαπραγμάτευση.
Πάντως στην οικονομία οι οιωνοί δείχνουν ότι, κουτσά-στραβά, τα πράγματα θα προχωρήσουν, η «στάση πληρωμών» θα αποφευχθεί (τουλάχιστον για κάποιο ακόμα διάστημα). Ολοι όμως ξέρουμε και ομολογούμε ότι, χωρίς τίμια και ριζοσπαστική «επανίδρυση» των κρατικών λειτουργιών, χωρίς ρεαλιστική εξάλειψη του «πελατειακού κράτους», χωρίς ανυποχώρητη αξιοκρατία σε κάθε πτυχή του δημόσιου τομέα, ακόμα και μια «θαυματουργική» ανάκαμψη της οικονομίας θα είναι υπονομευμένη, πλασματική, βραχύβια. Αν δεν αποκτήσει η χώρα εκπαιδευτικό σύστημα εξαιρετικά υψηλού επιπέδου και σύστημα ταχύτατης και αξιόπιστης απονομής του δικαίου, αν δεν πειθαρχήσει ο συνδικαλισμός στις συνταγματικές (κοινωνικές) προδιαγραφές του, δεν σώζεται το ελλαδικό κράτος. Δεν σώζεται, έστω και με τεράστια κοιτάσματα χρυσού ή πετρελαίου στο υπέδαφός του.
Οι ριζικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για να στηθεί και να λειτουργήσει κράτος στην Ελλάδα, δεν θα αποφασιστούν από την κυβέρνηση ούτε θα επιβληθούν με νόμους. Ας διδαχθούμε, επιτέλους, από την περίπτωση της χρόνιας αναπηρίας που μαστίζει την παιδεία: Πόσες (αναρίθμητες) μεταρρυθμιστικές απόπειρες έχουν επιχειρηθεί. Πόσοι (αναρίθμητοι) νόμοι έχουν ψηφιστεί. Κι όμως η αγλωσσία γίνεται όλο και πιο εφιαλτική, η κριτική σκέψη παιδευτικά ακατόρθωτη, το εξεταστικό σύστημα αμείβει την επιδέξια απατεωνία, όχι την ικανότητα και τη συνέπεια.
Ούτε με «διαλόγους» και ανάλογες πομφόλυγες εντυπωσιασμού των κρετίνων θα κατορθωθούν οι κατεπείγουσες, προϋποθετικές της συλλογικής μας επιβίωσης μεταρρυθμίσεις. Το πώς οργανώνεται και γίνεται κοινωνικά αποδεκτή μια μεταρρύθμιση (στην παιδεία, στη δικαιοσύνη, στον κρατικό μηχανισμό, στον συνδικαλισμό) θέλει επίπονη σπουδή, έκτακτο ταλέντο και, κυρίως, ανιδιοτέλεια, νοο-τροπία ιεραποστολική. Εχουμε ανάγκη από πολιτικούς σε ρόλο κοινωνικού αναμορφωτή – αποδείχτηκε ανεπαρκέστατο το πολυδιαφημιζόμενο προσόν του «αποτελεσματικού» διαχειριστή (ακόμα και στην οικονομία).
Με άλλα λόγια: Με νοο-τροπία και αρχές Ιστορικού Υλισμού, μαρξιστικού ή καπιταλιστικού (ή απλώς χυδαίου πρασινογάλαζου πασοκισμού) οι μεταρρυθμίσεις που χρειαζόμαστε στην Ελλάδα σήμερα δεν μπορούν να γίνουν. Για να παραγάγεις ποιότητα, πρέπει να πιστεύεις στην ποιότητα, να έχεις γευθεί τη χαρά της ποιότητας, να έχεις ελευθερωθεί από τη δουλεία στη χρησιμοθηρία.
Δεν μπορείς ποτέ να πετύχεις εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, αν δεν σε μεθάει η δυναμική της γλωσσικής εκφραστικής. Δεν θα πατάξεις ποτέ τη συνδικαλιστική αγυρτεία, αν για σένα δεν είναι χαρά ζωής και «νόημα» ζωής η στράτευση στον στόχο για κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν θα στηθεί ποτέ λειτουργικό κράτος, αν δεν μεταπλαστεί ο «δημόσιος υπάλληλος», με θεσμούς, σε κοινωνικό λειτουργό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)