Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης 17 λ. · ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΚΑΙ Ο ΑΕΤΟΣ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

17 λ. 
ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΚΑΙ Ο ΑΕΤΟΣ
«Μια μέρα ένα αηδόνι πέταξε πλάι μου. Κι εγώ νόμιζα πως είχα δει αετό. Τώρα, όλος ο κόσμος καταπιάνεται να μου αποδείξει πόσο λάθος έκανα... Λοιπόν, ποιος βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα; Εγώ, ο "εξαπατημένος", που χάρη στην επίσκεψη αυτού του πουλιού κατοίκησα για ένα ολόκληρο καλοκαίρι σ' έναν ανώτερο κόσμο ελπίδας· ή εκείνοι που κανείς δεν τους εξαπατά;»
Φρίντριχ Νίτσε
Υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο σ' αυτή τη μικρή ιστορία του Νίτσε. Οι περισσότεροι άνθρωποι στέκονται στο λάθος. «Δεν ήταν αετός.» «Ήταν αηδόνι.» Σαν να πιστεύουν ότι η μεγαλύτερη αξία της ζωής είναι να έχει κανείς πάντοτε δίκιο ή να μην κάνει ποτέ λάθος.
Ο Νίτσε, όμως, δεν ενδιαφέρεται για την ορνιθολογία. Ενδιαφέρεται για κάτι πολύ βαθύτερο. Για το τι συνέβη μέσα του εκείνο το καλοκαίρι. Γιατί υπάρχουν αλήθειες που δεν μετριούνται με την ακρίβεια των γεγονότων, αλλά μετριούνται με τη μεταμόρφωση που προκαλούν.
Κι αναρωτιέμαι πόσες φορές στη ζωή μας κάνουμε το ίδιο "λάθος".
Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος πιστεύει περισσότερο στις δυνατότητες ενός παιδιού απ' όσο πιστεύει το ίδιο το παιδί. Ήταν άραγε πλάνη;
Ένας δάσκαλος βλέπει έναν σπουδαίο μουσικό εκεί όπου όλοι οι άλλοι βλέπουν έναν μέτριο μαθητή. Ήταν αυταπάτη;
Ένας θεραπευτής συνεχίζει να ελπίζει για έναν άνθρωπο που έχει πάψει να ελπίζει για τον εαυτό του. Είναι εξαπάτηση;
Κι ένας ερωτευμένος βλέπει στον άνθρωπο που αγαπά όχι μόνο αυτό που είναι σήμερα, αλλά και αυτό που μπορεί να γίνει.
Πόσες φορές άραγε ο έρωτας γεννιέται μέσα από μια τέτοια δημιουργική υπέρβαση της πραγματικότητας;
Ο Winnicott έλεγε πως το παιδί αναπτύσσεται μέσα σε έναν μεταβατικό χώρο, έναν χώρο παιχνιδιού και δημιουργικής ψευδαίσθησης, όπου δεν είναι όλα απολύτως πραγματικά ούτε απολύτως φανταστικά. Εκεί γεννιέται η δημιουργικότητα, εκεί γεννιέται η εμπιστοσύνη, εκεί γεννιέται η δυνατότητα να φανταστεί κανείς έναν κόσμο λίγο καλύτερο από αυτόν που ήδη υπάρχει.
Χωρίς αυτή τη δημιουργική υπέρβαση, ο άνθρωπος δεν θα ερωτευόταν ποτέ, δεν θα δημιουργούσε ποτέ, δεν θα πίστευε ποτέ ότι μπορεί να αλλάξει.
Βέβαια υπάρχει και η άλλη πλευρά. Η εξιδανίκευση μπορεί να γίνει άρνηση της πραγματικότητας. Μπορεί να μας κρατήσει φυλακισμένους σε σχέσεις που έχουν τελειώσει. Μπορεί να μας κάνει να βλέπουμε έναν αετό εκεί όπου υπάρχει μόνο ένα πληγωμένο αηδόνι.
Η ωριμότητα, όμως, δεν βρίσκεται στην κατάργηση της ελπίδας.
Βρίσκεται στη συνάντησή της με την πραγματικότητα. Να μπορείς να δεις καθαρά και παρ' όλα αυτά να μη χάσεις την ικανότητά σου να θαυμάζεις. Να ξέρεις ότι ο άλλος δεν είναι τέλειος κι όμως να συνεχίζεις να τον αγαπάς. Να γνωρίζεις πως η ζωή δεν είναι δίκαιη κι όμως να συνεχίζεις να επενδύεις σ' αυτήν.
Ο έρωτας, η αγάπη, η ίδια η ζωή είναι τελικά πάντα ένα μικρό ή μεγάλο "π α ρ' ό λ α α υ τ ά" που συνεχίζει να μας κινεί.
Κι' ισως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό ερώτημα του Νίτσε; ποιος ζει πραγματικά πλουσιότερα; Ποιος ζει την μία και μοναδική ζωή του αξιοβίωτα; Εκείνος που δεν κάνει ποτέ λάθος; Ή εκείνος που επιτρέπει στον εαυτό του να συγκινηθεί, να ελπίσει, να ονειρευτεί, ακόμη κι αν κάποτε ανακαλύψει ότι δεν ήταν όλα όπως τα φανταζόταν;
Θέλω να πω, πότε θα μάθουμε να είμαστε και λίγο υπερήφανοι για τις ματαιώσεις μας;
Γιατί οι άνθρωποι που δεν εξαπατώνται ποτέ είναι συχνά οι ίδιοι άνθρωποι που δεν ερωτεύονται ποτέ πραγματικά. Δεν εμπιστεύονται, δεν ρισκάρουν, δεν παραδίδονται. Κι ίσως έχουν πάντοτε και μια ρεαλιστική εξήγηση για όλα. Αλλά σπάνια έχουν μια ιστορία που να τους έχει αλλάξει.
Ίσως τελικά η ζωή να μην ανήκει σε όσους βλέπουν πάντοτε σωστά. Ίσως να ανήκει σε εκείνους που εξακολουθούν να κοιτούν τον ουρανό με την παιδική δυνατότητα να μπερδέψουν, έστω για λίγο, ένα αηδόνι με έναν αετό.
Γιατί πολύ συχνα αυτό που μας μεταμορφώνει δεν είναι η ακρίβεια ή ο ρεαλισμός της ματιάς μας, αλλά η γενναιοδωρία της ψυχής μας που -παρ' όλα αυτά- είδε έναν αετό εκεί όπου όλα έδειχναν ένα μικρό τρομαγμένο αηδόνι.
Κι' ίσως τελικά η ζωή να μην ανήκει σε εκείνους που δεν εξαπατήθηκαν ποτέ. Ίσως να ανήκει σε εκείνους που τόλμησαν να πιστέψουν, ακόμη κι αν κάποτε πλήρωσαν το τίμημα της πίστης τους. Γιατί είναι προτιμότερο να έχεις μια καρδιά που κάποτε ράγισε, παρά μια καρδιά που δεν άνοιξε ποτέ.
Λιγότερα

ΑΝΤΡΙΟΥ ΚΑΝΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ - Μια σύγχρονη εισαγωγή

 


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις μας.
ΑΝΤΡΙΟΥ ΚΑΝΙΑ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ - Μια σύγχρονη εισαγωγή
Μετάφραση: Γιάννης Βογιατζής
Επιμέλεια: Στασινός Σταυριανέαs

"Η Φιλοσοφία της δυτικής μουσικής του Άντριου Κάνια είναι το βιβλίο που εγώ και οι φοιτητές μου περιμέναμε. Επιστημονικό, διαυγές και απολαυστικά αδιάλλακτο, θα διαφωτίσει και θα ενθουσιάσει όποιον ενδιαφέρεται σοβαρά για την αναλυτική φιλοσοφία της μουσικής."
Julian Dodd, University of Manchester

"O Άντριου Κάνια παρουσιάζει μια βαθυστόχαστη επισκόπηση της φιλοσοφίας της δυτικής μουσικής συνυφαίνοντάς τη με μια εισαγωγή στη μουσική θεωρία, διατηρώντας ταυτόχρονα ξεκάθαρη τη δική του φωνή. Το κοινό στο οποίο απευθύνεται είναι κυρίως προπτυχιακοί φοιτητές φιλοσοφίας, αλλά οι έννοιες αναλύονται με τέτοια σαφήνεια, που το κείμενο να είναι κατάλληλο και για αναγνώστες χωρίς φιλοσοφική προπαιδεία."
Jennifer Judkins, Adjunct Professor of
Music, UCLA, Journal of Aesthetics and Art Criticism

Η πρώτη ολοκληρωμένη εισαγωγή στη φιλοσοφία της δυτικής μουσικής που ενσωματώνει πλήρως τη δημοφιλή μουσική (ποπ, ροκ, τζαζ κ.ά.), καθώς και υβριδικές μουσικές φόρμες, ιδίως το τραγούδι. Αφετηρία του συγγραφέα αποτελεί το ερώτημα αν ο Μπομπ Ντίλαν πληρούσε καν τις προϋποθέσεις ως υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, δεδομένου ότι είναι μουσικός. Το ερώτημα αυτό πυροδοτεί μια συζήτηση γύρω από τη μουσική ως καλλιτεχνικό μέσο, καθώς και για το τι μπορεί να συνεισφέρει η φιλοσοφία στην αντίληψη που έχουμε για τη μουσική. Τα κεφάλαια 2-5 διερευνούν τις δημοφιλέστερες απαντήσεις στο ερώτημα από πού πηγάζει η αξία της μουσικής: από τη συναισθηματική της δύναμη, από τη μορφή της και συγκεκριμένα από τα μουσικά χαρακτηριστικά (όπως ο τόνος, ο ρυθμός και η αρμονία). Στα κεφάλαια 6-9 ο συγγραφέας εξετάζει ζητήματα που προκύπτουν από διαφορετικές μουσικές πρακτικές, όπως η εκτέλεση έργων (με εστίαση στην κλασική μουσική), ο αυτοσχεδιασμός (με εστίαση στην τζαζ) και η ηχογράφηση (με εστίαση στη ροκ και την ποπ μουσική). Το κεφάλαιο 10 εξετάζει επίσης τα σημεία που η μουσική διασταυρώνεται με την ηθικότητα. Το βιβλίο κλείνει με μια απόπειρα να απαντήσει στο ερώτημα τι είναι τελικά η μουσική.
Βασικά χαρακτηριστικά: Σε όλο το βιβλίο, χρησιμοποιούνται παραδείγματα δημοφιλών τραγουδιών, ενώ εξετάζονται ποικίλες μουσικές παραδόσεις (ροκ, ποπ, τζαζ και κλασική μουσική). Εξηγούνται τόσο οι φιλοσοφικοί όσο και μουσικοί όροι, όταν εμφανίζονται για πρώτη φορά. Τα παραδείγματα που αναλύονται στο βιβλίο περιέχονται σε δημόσια διαθέσιμες λίστες στο Spotify. Κάθε κεφάλαιο ξεκινάει με μια σύνοψη και ολοκληρώνεται με ερωτήσεις κατανόησης που δίνουν το ερέθισμα για περαιτέρω σκέψη, ενώ περιλαμβάνει και προτάσεις για επιπλέον πηγές

Ο Άντριου Κάνια (Andrew Kania) είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στο Trinity University του Σαν Αντόνιο·το κύριο ερευνητικό του ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη φιλοσοφία της μουσικής, του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας. Έχει επιμεληθεί τον τόμο Memento (στη σειρά του Routledge Philosophers on Film, 2009) και μαζί με τον Theodor Gracyk έχει επιμεληθεί τον τόμο The Routledge Companion to Philosophy (2011).
Λιγότερα

«Χρίσμα Τραμπ στην Τουρκία», «εξαγοραζόμενη η ελληνική κυβέρνηση»! Καταιγιστικός Γιώργος Αυφαντής

 

Π. Παναγιωτόπουλος: «Είναι ολίσθημα να ειπωθεί ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία»| Ethnos

 

David Hilbert Kurt Gödel

 πληρότητα και συνέπεια, όπως αποδείχθηκε, δεν μπορούσαν να συνυπάρχουν.


Πληροφορίες τεχνητής νοημοσύνης
 8 ώρ.   
In 1900, David Hilbert proposed a program to place all of mathematics on a complete and consistent axiomatic foundation. He believed every true statement could eventually be proven within a finite formal system. Certainty, he insisted, was mathematics' ultimate destiny.

In 1931, Kurt Gödel dismantled this vision. His incompleteness theorems demonstrated that any axiomatic system powerful enough to describe arithmetic contains true statements that cannot be proven within that system. Completeness and consistency, it turned out, could not coexist.

Gödel's first theorem showed such systems are inherently incomplete. His second theorem went further, proving a system cannot demonstrate its own consistency without stepping outside itself. Mathematics could not close the loop around itself.

The implications rippled far beyond logic. Hilbert's dream of a self contained, mechanically verifiable mathematics collapsed. Yet the very tools Gödel used, formal encoding of statements as numbers, quietly seeded ideas that would later shape computer science.

Hilbert's optimism did not fade entirely. His epitaph carries the words "Wir müssen wissen, wir werden wissen," we must know, we will know. Gödel's theorems suggest otherwise for formal systems, yet human curiosity persisted undeterred by mathematics' own limits.

Reference: Gödel, K. (1931). Über formal unentscheidbare Sätze der Principia Mathematica und verwandter Systeme I. Monatshefte für Mathematik und Physik, 38, 173-198.

👍👍👍
Follow Munnu PremPratik for
More Science and Math Stories and Updates 
🎯
 
🎯
 
🎯


ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

 


Μαρία Καρυστιανού ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΙΤΚΗ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ: ΑΡΤΕΜΙΣ

 Μουσική: Δήμητρα Γαλάνη

Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου Lyrics: Δε θα σε βάλω εγώ ποτέ να μαγειρέψεις θα `μαι κοντά σου μοναχά σαν με γυρέψεις Μετά θα φεύγω πάλι να μ’ επιθυμείς Δε θα κρατήσω μαύρη τσάντα στο γραφείο ένα φτερό γυπαετού θα έχω λοφίο στη λεγεώνα της πιο ένδοξης τιμής Άρτεμις θεά των κοριτσιών φόβιζε με μ’ ασημένιο τόξο απ’ τις ψευτονίκες των ανδρών και από τη θλίψη που `χουν να `μαι απ έξω Δε σ’ έχω δίπλα για να έχω να ζηλεύω Πέτα τα πέπλα σου στα δάση που χορεύω να σε λατρέψω όλη νύχτα σαν φρουρός Με τις δερμάτινες τις βρωμικες μου μπότες έσπασα μέσα μου και είδωλα και πόρτες να σ’ αγκαλιάσω σαν το χώμα καθαρός Άρτεμις θεά των κοριτσιών...

Εισήγηση στο φιλοσοφικό συνέδριο του Πανεπιστημίου Αθηνών για την ειρήνη. Ο JFK για την ειρήνη

 (διαβάστε το πατώντας το κουμπί -κάτω δεξιά- για πλήρη οθόνη)

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ #ΤΟ_ΔΩΡΟ_ΤΗΣ_ΣΧΕΣΗΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΥ

 

Φίλα με!
«Αυτό» που μας ωθεί από τη μια να ερωτευτούμε, κι αυτό που από την άλλη μας συγκρατεί, η ανάγκη μας να συναντηθούμε με τον Άλλο από τη μια, και οι αναστολές μας από την άλλη, ορίζουν ένα χώρο. Έναν ιερό χώρο, μια περίπου εκκλησία. Τα όρια αυτά ανάμεσα στα «θέλω» και στα «πρέπει», μοιάζουν σαν δυο όρια-όρη, που χαράζουν τη μορφολογία της «πεδιάδας» ανάμεσα τους. Η Σχέση, είναι αυτός ο κάμπος ανάμεσα στα βουνά. Και μπορεί κανείς να σταθεί στην κορυφή κάθε ορίου, κοιτώντας με δέος την ομορφιά που απλώνεται μπροστά στα μάτια του.

Μπορεί να σταθεί στην κορυφή των «πρέπει», να βάλει το χέρι κάπως στο πρόσωπο για να αποκρύψει τον ήλιο που ανατέλλει πίσω από το βουνό των «θέλω». Μπορεί να σκαρφαλώσει στο βουνό των «πρέπει», να αποστρέψει το βλέμμα του από την εύφορη πεδιάδα, να γυρίσει την πλάτη του και να παριστάνει, ίσως και για χρόνια, τον «αδιάφορο καμπόσο», που λέει και το τραγούδι.

Το βέβαιο είναι, ότι στον κάμπο αυτό, στον Παράδεισο της Σχέσης, συχνά-πυκνά τελείται μια Θεία Λειτουργία. Μια Λειτουργία για δυο. Ένα μυστήριο. Μια νέα γέννηση, μια νέα βάφτιση, ιερουργείται εδώ, με τα τραγούδια-ύμνους της, με τα καλά της ρούχα, με καρφιτσωμένα τα «μαρτυρίκια» στο μέρος της καρδιάς. Και μια παράλογη βεβαιότητα ισχυρίζεται, ότι τώρα όλα μπορούν να είναι αλλιώς. Ξανά.

Όπως το λέει ο Georges Bataille, «επιθυμούμε να ζήσουμε σταματώντας να ζούμε, να πεθάνουμε χωρίς να πάψουμε να ζούμε». Αυτή η αινιγματική συνάντηση των αντιθέτων που γυρεύουν να σαρκωθούν μαζί. Να γίνουμε σώμα και αίμα του Άλλου, να γίνει ο Άλλος σώμα και αίμα μας. Να ενσωματωθούμε στον αγαπημένο Άλλο, σ αυτόν που, ταυτόχρονα, τόσο θέλουμε να ενσωματώσουμε. Να γίνουμε, μ΄ έναν τρόπο, αναπόσπαστο τμήμα του Άλλου κι εκείνος αναπόσπαστο τμήμα μας, κι’ όμως και οι δυο να είμαστε ολόκληροι. Κι είναι αυτό ένα αληθινά παράδοξο για το νου μας: να χρειάζεται να γίνεις τμήμα του Άλλου για να είσαι ολόκληρος, λες και απαιτείται να γίνεις κομμάτι για να είσαι ακέραιος. Ζόρικα πράγματα. Όχι να υπάρχεις και μετά να αγαπάς, αλλά να υπάρχεις στο βαθμό και στο μέτρο που αγαπάς. Αλλιώς, να κατεβαίνεις στο κέντρο του «κάμπου» και να δηλώνεις ανύπαρκτος. Να σ’ ακούνε τα βουνά των «θέλω» και των «πρέπει» και να εκπλήσσονται, τόσο, που να θέλουν να σφιχταγκαλιαστούν. Να καλύψουν προστατευτικά, σαν μια τρυφερή μητέρα, το ιερό πεδίο της Σχέσης.

Σ’ αυτήν την εκκλησία της ερωτικής κλήσης, μπαίνεις, «κάνεις το σταυρό σου» και φιλάς το εικόνισμα του Άλλου που αγαπάς. Προσκυνάς τις μικρές γωνίες του, γονατίζεις, στέκεσαι για λίγο, κοιτάς σα χαζός, αναρωτιέσαι τι κάνεις, και ξαναφιλάς. Το αίνιγμα απαντάται μονομιάς σ’ ένα φιλί. Πάντα ο γρίφος λύνεται στα χείλη, στο σημείο του κορμιού από όπου τόσα λέγονται, τόσες λέξεις γεννιούνται, συχνά χωρίς να λένε και τίποτα, κι’ όμως ένα φιλί μπορεί να τα πει όλα με μιας. Ένα φιλί μπορεί να σου «πει» κι ας μην «έχει να λέει». Πάντα ένα φιλί λέει αυτό που «είναι».

Η ανελέητη επιθυμία να ενσωματώσουμε και να ενσωματωθούμε, αποκρυσταλλώνεται σ’ ένα άγγιγμα των χειλιών. Αιώνες τώρα, οι άνθρωποι, αναζητούμε, «εκ γενετής», εκείνο το αρχετυπικό φιλί του μητρικού θηλασμού. Το πιο γνήσιο φιλί που υπήρξε ποτέ. Επιδιώκουμε με λυσσαλέο τρόπο την αποκατάσταση της χαμένης αυθεντικότητας εκείνου του πρωταρχικού φιλιού. Συχνά σε μάταιες δοκιμές και άχαρες επαναλήψεις. Και η παμπόνηρη Φύση είναι πάντα εκεί να μας θυμίζει νοσταλγικά την πρωταρχική ευχαρίστηση που νιώθει το βρέφος καθώς βυζαίνει την ίδια τη ζωή. Δεν πρόκειται για μια ανταλλαγή υγρών, για μια χρηστική συναλλαγή, απαραίτητη για την συντήρηση της νέας ζωής. Δεν είναι ότι το βρέφος πεινά για τροφή. Είναι ότι διψά για Σχέση. Πρόκειται για την ίδια τη ζωή και μάλιστα, για τον πιο ανεπίγνωστο ζωοποιό πυρήνα της. Σ’ αυτό το πρώτο φιλί του θηλασμού θα συσταθεί το φροϋδικό ασυνείδητο μας, που θα αφυπνίζεται σε κάθε φιλί της υπόλοιπης ζωής μας.

Τα χείλη μας είναι το πρώτο σημείο συνάντησης με τον τόπο του Άλλου, είναι το πρώτο ορόσημο. Μια αφετηριακή σημαδούρα που ορίζει τον κοινό μας «κάμπο». Όλες οι γεύσεις ξεκινούν εδώ, όλες οι αισθήσεις εδώ σβήνουν και χάνονται σ’ έναν «τελευταίο ασπασμό». Τα χείλη μας είναι ο πρωταρχικός τρόπος για να πάρουμε ζωή, για να αγαπηθούμε και να αγαπήσουμε. Κι αυτή η βαθιά βιωμένη εμπειρία θα μας ακολουθεί, γεμάτη δίψα, υποκινώντας μας στη διαρκή αναζήτησή της. Τα χείλη είναι ο αρχικός τόπος συνάντησης με ό,τι δεν είναι ο Εαυτός μας και, ταυτόχρονα, το μέσο για την ύπαρξη και τη συντήρηση αυτού του Εαυτού. Αυτό που με κάνει να υπάρχω, είναι έξω από μένα και το συναντώ με τα χείλη μου. Υπάρχω, χάρις σ’ ένα φιλί.

Ο κινηματογράφος, το μυθιστόρημα, οι ιστορίες των ανδρών, μιλούν συχνά για μια πόρνη που έδινε ολόκληρο το κορμί της, όχι όμως και τα χείλη της. Δεκάδες διψασμένοι «πελάτες» αγωνιούσαν για ένα της φιλί κι όμως εκείνη πεισματικά έσφιγγε τα δόντια και τα χείλη, αρνούμενη να ενσωματωθεί, αδιάφορη να ενσωματώσει. Αρνούμενη να ζήσει.

Εκατομμύρια άνθρωποι του καιρού μας, μιμούνται ανεπίγνωστα την εκδοχή της. Κάνουν έρωτα, δηλώνουν ερωτευμένοι, μιλούν για πάθος, αναζητούν απελπισμένοι μια ακόμη πιο ηδονιστική εκδοχή, «προσκυνούν» οθόνες και ιλουστρασιόν εικόνες, ανταλλάσσουν υγρά, μα "φιλιούνται" μάλλον δίχως να φιλιούνται.

Ξέρουμε καλά πια, από την πρώτη στιγμή της γέννησης μας, πως όταν δεν νιώθουμε την ανάγκη να ενώσουμε τα χείλη μας με τα χείλη του ανθρώπου που αγαπάμε, η Σχέση έχει γίνει κάπως ά-σχετη, μια χρηστική φλυαρία, μια χημική ένωση των εκκρίσεων κάποιων αδένων.

Όταν δεν σε φιλώ, ο ιερός κάμπος μας μικραίνει, γίνεται ένα ξερό χωράφι που τσαλαπατούν ανυποψίαστοι περαστικοί και τα βουνά των «θέλω» και των «πρέπει» μας είναι οι μάρτυρες της απώλειας της ίδιας της ζωής. Μια μαρτυρία θανάτου. Κι το «ιερό» μας είναι πια σαν τα μικρά εκκλησάκια στις απότομες στροφές των εθνικών δρόμων. Μαρτυρούν πως κάποτε, κάπου εδώ, δόθηκε ένα φιλί που δεν κατάφερε να συνεχίσει να υπάρχει ως τέτοιο.

Μια πλήρης νοήματος ζωή που διακόπηκε.

Κι εσύ σταματάς, ανάβεις ένα κερί στη μνήμη, μα δεν υπάρχει πια εικόνα να φιλήσεις…
Λιγότερα

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)