Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

ΛΑΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, ΚΥΠΡΙΟΙ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ;

ΔΙΩΞΤΕ ΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ!

«Η Γερμανία εναντίον της Ευρώπης»

ΠΗΓΗ http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=56832&category_id=541

ΝΕΑ -ΣΤΑ ΧΑΡΑΚΩΜΑΤΑ ΒΟΡΕΙΟΙ ΚΑΙ ΝΟΤΙΟΙ


Μίκης Θεοδωράκης

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ

Όταν μια Κυβέρνηση καταφεύγει στην χρήση της τυφλής βίας, είναι καταδικασμένη εθνικά, ηθικά και ιστορικά. Όταν τρομάζει με τις λέξεις «Κύπρος-Ρωμιοσύνη» και «Ελευθερία ή Θάνατος», τότε σημαίνει ότι έχει πουλήσει την ψυχή της στους ξένους.

Είναι περιττό λοιπόν να ζητάμε από τα αφεντικά των ΜΑΤ εξηγήσεις για την σύλληψη του συναγωνιστή μας Γαβριήλ Πελεκίδη, που τον συγχαίρω για την πατριωτική στάση του. Αν μπορούσαν, θα μας έπιαναν όλους και θα μας έστελναν σε νέα Μακρονήσια.

Όσο ο ελληνικός λαός θα εξακολουθεί να ανέχεται να βλέπει τη χώρα μας προτεκτοράτο που το κυβερνούν οι ξένοι και τα όργανά τους και τους δήθεν φίλους του να τον ξεγελούν με «ψεύτικες αλήθειες», πρέπει να είναι έτοιμος για νέους εξευτελισμούς, διώξεις, πείνα, εξαθλίωση, σοκ-δέος και ντροπή.
Αντίθετα όσοι είναι και θέλουν να μείνουν με κάθε θυσία Έλληνες, οφείλουν να ακούσουν τη φωνή της Σπίθας, που τους δείχνει την οδό του λυτρωμού.

  • Να σταματήσουμε να είμαστε εξαρτημένοι από την Ευρώπη του 4ου Ράιχ.
  • Βασισμένη στον κρυμμένο τεράστιο πλούτο της χώρας μας, μια νέα ελεύθερη Κυβέρνηση μπορεί να συνάψει άμεσα οικονομικές σχέσεις με χώρες εκτός της γερμανοκρατούμενης Ευρώπης.
  • Έτσι μόνο θα γίνουμε αυτάρκεις, ανεξάρτητοι και ελεύθεροι.
  • Έτσι θα χτίσουμε την αυριανή Ελλάδα, στην οποία θα κυριαρχεί μία μόνο θέληση και μόνο ένας Νόμος: του Ελληνικού Λαού.
  • Όμως για να γίνουν όλα αυτά, θα πρέπει ο κάθε Έλληνας και η κάθε Ελληνίδα να φτάσει μέσα του στο ψυχικό και πατριωτικό ύψος των προγόνων μας, που τόλμησαν να τα βάλουν με την Οθωμανική Αυτοκρατορία με ένα σύνθημα: «Ελευθερία ή Θάνατος» και να μπουν έτσι στον δρόμο του Αγώνα και της Θυσίας.
Αθήνα, 25η Μαρτίου 2013
Μίκης Θεοδωράκης

Ο ΕΛΥΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ (Σταλμένο από φίλους στη Θεσσαλονίκη)

Αυτή είναι η συγκλονιστική ομιλία του Οδυσσέα Ελύτη για την Κύπρο

Ο Νομπελίστας ποιητής, σε αυτή την ξεχασμένη ομιλία, αναφέρεται στην εμπειρία του από τους 5 μήνες που έζησε στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1970 αποδίδοντας μοναδικά την ιστορία και την παλλόμενη ταυτότητά της. Μιλάει και για τον Μακάριο, ενώ σημειώνει: «Αλλά αυτό είναι το θαύμα. Να δυναμώνεις και να αντρειεύεσαι τότε ακριβώς που κινδυνεύεις να χάσεις αυτά που αγαπάς, όμως να ξέρεις πως είναι δικά σου, κατάδικά σου. Και να τους δίνεις την χροιά του ακατάλυτου και του αιώνιου...»
Αναλυτικά η ομιλία -που αυτές τις κρίσιμες και πάλι στιγμές όπου τίθενται και θέματα ταυτότητας και συνέχειας διαβάζεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον- έχει ως εξής:

«Με έχουν ονομάσει, κατά καιρούς, ποιητή της θάλασσας, ποιητή των νησιών και του ήλιου. Και ώς ένα σημείο είμαι. Αλλά δεν είμαι μόνο αυτό. Δεν είμαι μόνο αυτό που αντιλαμβάνεται κανείς, όταν ακούει τέτοιους χαρακτηρισμούς και νομίζει ότι έχει να κάνει με εντυπώσεις και περιγραφές, με μια απλή φυσιολατρεία. Τα φυσικά στοιχεία έχουν μια δεύτερη και μια τρίτη σημασία, όπου η γλώσσα και η ιστορική μνήμη εμπλέκονται και δημιουργούν μια άλλη πραγματικότητα, για τις καθημερινές μας στιγμές ασύλληπτη. Αποτελούν, θα έλεγα, στην κλίμακα του πνεύματος, ένα αλφάβητο που με την κατάλληλη χρήση του, εξαιρετικά δύσκολη –πρέπει να το πω και αυτό αμέσως–, ξεκλειδώνει τα μυστικά και αποδίδει το μυστήριο που μας περιβάλλει, το κάνει προσιτό στην ψυχή μας. Και η ψυχή μας είναι μεγάλη υπόθεση. Η ατομική μας ψυχή και η ομαδική. Γιατί υπάρχει και η ομαδική ψυχή, που αντιπροσωπεύει κάθε λαό στο σύνολό του και στην ιδιοτυπία του. Απ' αυτή την άποψη ήθελα να πω λίγα πράγματα, και αν μίλησα στην αρχή για τον εαυτό μου –πράγμα που δεν το συνηθίζω– το έκανα για να φτάσω ακριβώς εκεί.
Μου δόθηκε η ευκαιρία στους πέντε μήνες που πέρασα στην Κύπρο το καλοκαίρι του '70, να την τριγυρίσω όλη, να δω τα αρχαία της, τα Βυζαντινά της, τα σημερινά της, σε αδιάσπαστη συνέχεια, σε αδιάσπαστη ενότητα ανάμεσα τους και ανάμεσά στο τοπίο. Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Με εντυπωσίασε και μου έδωσε μια βαθιάν ικανοποίηση, θα έλεγα μιαν επαλήθευση της ταυτότητάς μου σαν μέλους μιας κοινότητας που σαν Γένος επέτυχε πάντοτε.
Ο Ελληνισμός είναι μια κοινότητα που με ποικίλες μορφές και κάτω από ποικίλες περιστάσεις αντίξοες, δραματικές, εξοντωτικές κάποτε, κατάφερε παρ' όλα αυτά να επιβιώσει. Δεν ξέρω αν έχουμε άλλο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία. Και το μόνο του όπλο, αλλά ένα όπλο μοναδικό και παντοδύναμο, εστάθηκε η γλώσσα του. Η «ελληνική λαλιά», όπως έλεγε ο Καβάφης, «ως την Βακτριανή την πήγαμε – ως τους Ινδούς».
Να γιατί είμαι υπερήφανος ασκώντας μια τέχνη που χρησιμοποιεί ακριβώς αυτό το όργανο. Και να γιατί μου έδωσε τόση ικανοποίηση η συμβίωσή μου με την πραγματικότητα της Κύπρου. Γιατί βρήκα τα «ανάλογα» της γλώσσας αυτής, έξω από κάθε ιστορική ή πολιτική σκοπιμότητα, σ' αυτή τη «μνήμη» που την κουβαλάτε και την εξωτερικεύετε όλοι σας και που είναι μαρτυρία ενός ανεπανάληπτου πολιτισμού.
Αυτό που θαυμάζουμε στην ελληνική τέχνη της ακμής, δεν είναι αυτό που πίστεψαν οι Δυτικοί ότι συνεχίστηκε με την Αναγέννηση. Ούτε αυτό που πραγματοποιήσανε αργότερα με τα νεοκλασσικά κτίρια που κοσμούν τις πρωτεύουσές τους. Είναι μια ειδική αίσθηση για τα πράγματα και τις αναμεταξύ τους σχέσεις, που οδηγεί στην ευγένεια, είτε καταπιάνεσαι με μεγάλα είτε με ταπεινά έργα. Για την αντίληψή μου –θα μπορούσα να πω για την αντίληψη ολόκληρης της γενεάς μου– η συνέχεια του πνεύματος εκείνου πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά και μόνον από τον λαϊκό πολιτισμό. Μια εσωτερική αυλή σπιτιού με τους ασβεστωμένους τοίχους, τα λουλούδια στους τενεκέδες, τα πέτρινα σκαλάκια, ή ένας περίβολος μοναστηριού με τα κυπαρίσσια, τη στέρνα, τις στοές και τα κελλιά, βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην αντίληψη που έφτιαχνε τους Απόλλωνες και τις νίκες, τους Οσίους και τις Θεομήτορες, απ' όλες τις μεγαλόπρεπες κολόνες και μετόπες των Ευρωπαϊκών Ανακτόρων. Και αυτό συνέβη επειδή, αξεδιάλυτα συνυφασμένα, το τοπίο και η γλώσσα, επιβιώσανε μέσα στο ομαδικό υποσυνείδητο, διατηρηθήκανε μέσα στους ύμνους της Ορθοδοξίας και στα Δημοτικά Τραγούδια –το παρατηρούμε αυτό εντελώς ιδιαίτερα στην Κύπρο– και έφτασαν ώς τις μέρες μας, είτε οι καιροί ήτανε καλοί είτε χαλεποί. Τολμώ, μάλιστα, να πω ότι λειτουργήσανε πιο οργανικά και πιο έντονα στη δεύτερη περίπτωση – κάτι που γεννά την απορία των ξένων και παραμένει για την αντίληψή τους ακατανόητο. Πολύ συχνά μου έτυχε να με ρωτήσουνε στις συνεντεύξεις: Για ποιό λόγο η ποίηση η ελληνική γυρίζει στην μοίρα του φορέα της; Καμιά σχεδόν ποίηση ξένης χώρας δεν ασχολείται με την Ιστορία και την μοίρα του λαού της. Τους απάντησα: Επειδή ο Ελληνισμός έζησε πάντοτε κοντά στον κίνδυνο. Επειδή ό,τι κινδυνεύει, ζητάς να το διασώσεις. Επειδή νιώθουμε μόνοι. Επειδή σαν πολιτιστική μονάδα δεν έχουμε συγγενείς. Και επειδή –προσθέτω εγώ τώρα μεταξύ μας– στο βάθος μας φοβόντουσαν πάντοτε, όσο αδύναμοι και αν είμασταν. Και μας πολεμούσανε, «Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι!», για να ξαναθυμηθώ τον Σολωμό. Ή μήπως αυτό δεν συμβαίνει σήμερα με την Κύπρο;

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Κώστας Τσιαντής - ΠΡΟΤΙΜΟΥΜΕ ΤΗ ΧΡΕΩΚΟΠΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ΝΑΖΙΣΜΟ!

Το φάντασμα του ολοκληρωτισμού ζωντάνεψε ξανά και δηλητηριάζει σήμερα την Ευρώπη



Το έγκλημα που προωθούν στην Κύπρο, την Ελλάδα και  τον Ευρωπαϊκό Νότο οι τραπεζίτες και οι πολιτικοί εκπρόσωποι της Νέας Τάξης και του ναζισμού στην ΕΕ, κατά παραβίαση κάθε έννοιας νομιμότητας και αρχής Δικαίου,  δείχνει ξεκάθαρα ότι όχι μόνο   δρουν  υποκριτικά και προπαγανδιστικά όταν επικαλούνται λέξεις με δικαιικό ή  ηθικό πρόσημο, όπως τη λέξη solidarity -  αλληλεγγύη, αλλά ότι έχουν καταστεί πλέον ουσιαστικά  ο εχθρός για την ελευθερία και τη Δημοκρατία στην Ευρώπη. Καταστρέφουν με μανία τον πολιτισμό, τους θεσμούς και τα ιδεώδη   για τα οποία αγωνίστηκαν επί αιώνες οι ευρωπαϊκοί λαοί και πάνω στα οποία οικοδόμησαν την ελπίδα ενός κοινού μέλλοντος άξιο του ονόματος του ανθρώπου.



Η πολιτική διαχείριση της κρίσης εκ μέρους της Γερμανίας δείχνει ότι η ιδέα μιας ενωμένης, ελεύθερης και δημοκρατικής  Ευρώπης δεν βρίσκεται απλά σε κίνδυνο, αλλά χρησιμοποιείται συστηματικά για να καλύψει την προώθηση των σχεδίων της Νέας Τάξης ανασταίνοντας ξανά τον γερμανικό υπερεθνικισμό ενάντια στα πιο αδύναμα ευρωπαϊκά έθνη και τους λαούς.  Ποιο ευρωπαϊκό όραμα είναι δυνατό να μείνει όρθιο μπροστά σ'αυτή τη νέα επέλαση του Ράιχ που έχει καταστήσει την οικονομία πολεμική μηχανή κουρτισμένη  να παραβιάζει με ψυχοπαθολογική μανία τις αρχές του Δικαίου και την ισότιμη συμμετοχή των εθνών στην ευρωπαϊκή οικογένειαΗ φωνή του υπερανθρώπου στο υποσυνείδητό τους σχεδιάζει για τους λαούς νέο ολοκαύτωμα που οι αξιωματούχοι τους έχουν συνηθίσει  να απολαμβάνουν με μουσική Μπετόβεν.



 Απέναντι στον ολοκληρωτισμό της Νέας Τάξης και στον αναγεννώμενο παγγερμανισμό οι λαοί της Ευρώπης είναι ώρα να ορθώσουν ενωμένοι το ανάστημά τους. Καλούνται από την ιστορία και τον πολιτισμό τους να αντισταθούν όπως παλιότερα απέναντι στη βαρβαρότητα και  να απωθήσουν  τις ποικιλόμορφες ελίτ του οικονομικού πολέμου που λεηλατούν τα μέλη της ίδιας της οικογένειάς τους με σκοπό να τα υποτάξουν στα αβυσσαλέα σχέδιά τους.

Ναι! Το φάντασμα του ολοκληρωτισμού ζωντάνεψε ξανά και δηλητηριάζει σήμερα την Ευρώπη. Κι ενώ επιχειρεί  με τρόπο γκεμπελικό να δείχνει  στην παγκόσμια κοινή γνώμη ότι προσφέρει βοήθεια προς τους λαούς της Νότιας Ευρώπης,  στην πραγματικότητα  προωθεί τον αφανισμό τους και το σφίξιμο της θηλιάς γύρω από το λαιμό τους. Δεν σέβονται πια τίποτα. Ωστόσο διαθέτουν  ποικιλόμορφα ανδρείκελα σε κάθε χώρα ανίκανα μεν να υπερασπισθούν τη συνταγματική νομιμότητα και την  εθνική αξιοπρέπεια, αλλά  ικανά να μας ρίχνουν στην άβυσσο και στη Λερναία Ύδρα των μνημονίων  της αυτοκρατορίας του ολοκληρωτισμού.


ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΕΦΟΥΝ ΑΝΕΝΔΙΑΣΤΑ ΤΑ ΠΥΡΑ ΤΟΥΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΒΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΧΡΕΩΚΟΠΙΑ, ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΔΙΑΤΗΡΟΎΝ ΤΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ ΚΑΤΟΧΗΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΩΜΑ  ΤΗΣ. Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ: ΠΡΟΤΙΜΟΥΜΕ ΤΗ ΧΡΕΩΚΟΠΙΑ ΑΠ' ΤΗ ΒΟΗθΕΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ  ΝΑΖΙΣΜΌ. 



Απέναντι στην κατάσταση αυτή, που βιώνεται σήμερα τραγικά από τον ευρωπαϊκό Νότο αλλά  που η  γενική επέκτασή της είναι ζήτημα χρόνου, οι λαοί της Ευρώπης καλούνται να βγουν από τον εφησυχασμό και να διεκδικήσουν από κοινού το μέλλον  τους. Οι άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης σε κάθε γωνιά της Ευρώπης είναι ώρα να βγουν από τις βιβλιοθήκες και τα εργαστήριά τους  και ν’ αναλάβουν τον πολιτικό και αγωνιστικό τους  ρόλο. Η ιστορία στην Ευρώπη βρίσκεται πάλι στην αρχή. Το δέντρο της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας  πεθαίνει και χρειάζεται ξανά πανευρωπαϊκό μέτωπο αντίστασης, τον ιδρώτα ή το αίμα μας. 

ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ: Γεράσιμου Γ. Γερολυμάτου

ΘΡΑΚΗ


Ομιλία Σάββα Καλεντερίδη στη Μυτιλήνη με θέμα:

ΑΛΚΙΝΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ- ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ


Σκληρή άποψη για τα γεγονότα της Κύπρου 
από τον Αλκίνοο Ιωαννίδη

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013                                                          


Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο...και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:

Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.
Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;

Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.

Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!

Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;
Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!

Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;
Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».
Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.
Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.
Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.
Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

25 ΜΑΡΤΙΟΥ 2013-ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΕΛΛΑΔΑ!

Χρήστος Γιανναράς-Οικονομία χωρίς «οίκο», χωρίς «νομή''.


''O Nίτσε, ο Nτοστογιέφσκυ, ο Kαμύ προφήτεψαν τον μηδενισμό, έζησαν το ρίγος του τρόμου για την επερχόμενη λεηλασία κάθε «νοήματος» της ύπαρξης και του βίου. Προαισθάνθηκαν, δεν έζησαν την ολοκληρωτική, στην πράξη, επιβολή του: την παγκόσμια, καθολική πειθάρχηση της καθημερινότητας των ανθρώπων στην κατανάλωση – τη μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας ως μοναδικό και αποκλειστικό περιεχόμενο ζωής. Nα δουλεύει ο άνθρωπος μόνο για να μπορεί να καταναλώνει, να σπουδάζει, να επιχειρεί, να πολιτεύεται, να εμπορεύεται, να σχετίζεται, με στόχο αποκλειστικό την κατανάλωση. Oχι να χαίρεται την Tέχνη, αλλά να καταναλώνει την Tέχνη, την «ψυχαγωγία», την πληροφόρηση, τον έρωτα, το ταξίδι. H κατανάλωση έγινε ο έμπρακτος μηδενισμός κάθε άλλου στόχου, κάθε ζωτικής ανάγκης για γεύση ποιότητας, για σκοπεύσεις υπαρκτικής γνησιότητας. Mοναδική χαρά ζωής, αντίδοτο στον ανέραστο βίο, στην ερημική μοναξιά, στην κατάθλιψη της ακοινωνησίας η αγορά, τα ψώνια, το καινούργιο στη μόδα – μέτρο επιτυχίας στη ζωή το εισόδημα, όχι η δημιουργία, όχι το πόσο προφταίνει ο άνθρωπος να αγαπήσει''.

ΝΤΡΟΠΗ ΣΑΣ!

ΘΑΥΜΑΣΤΕ ΤΙΣ ΗΓΕΣΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ! 
Διατηρώντας επί 40 χρόνια τη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο, τώρα της επιβάλουν και την οικονομική κατοχή  γελώντας ικανοποιημένοι.

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)