Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Georgios Manos 6 Απριλίου Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Θρακιωτών.

 

6 Απριλίου
Ημέρα Μνήμης
της Γενοκτονίας των Θρακιωτών.
Πώς από 370.000 το 1913,
ύστερα από τις απελάσεις και τους εκτοπισμούς,
γλίτωσαν τον ξεριζωμό μόνο 40.000-50.000.
«Δεν ξεύρω από πού ν’ αρχέψω, πάτερ. Ούλα τα χωριά μας από δω σα πάν’, το ένα κατόπ’ στ’ άλλο, σηκώθηκαν, ευκαίρωσαν. Το δικό σας και καμπόσα τροϋρινά για την ώρα γλίτωσαν, μα κι αυτά…».
«Κάτσε, μπρε Πολύβιε, σαν πολύ μαύρα με τα λες!... Σηκώθηκαν, λες, τα χωριά… ευκαίρωσαν. Πώς ευκαίρωσαν; Γιατί ευκαίρωσαν; Κι ο κόσμος; Πού πήγε ούλος αυτός ο ντουνιάς; Εδώ μιλούμε για χιλιάδες!» είπε αναστατωμένος ο παπάς.
«Ο κόσμος! Ο κόσμος, πάτερ, και τώρα που μιλούμε παρατάει το βιος του και κοσεύει (τρέχει) να φύγει στην Ελλάδα, να γλιτώσει. Ξεύρεις τι θα πει να κοιμάσαι το βράδυ και να μην ξεύρεις άμα θα ξημερωθείς; Θυμάσαι τις σφαγές πέρσι το καλοκαίρι στην Κεσσάνη και τα Μάλγαρα; Ε, δε γένηκαν κουτουρού. Σκεδιασμένες ήτανε. Κι ούλα, όσα γένουνται από τότες, γένουνται με σκέδιο. Φοβερίζουνε τον κοσμάκη, να σηκωθεί να φύγει.
«Μπορεί, μπρε Πολύβιε, να είναι μπόρα και να περάσει…».
«Τι μπόρα, πάτερ! Ξεύρεις τι γένεται μες στη Ραιδεστό, τώρα που μιλούμε; Σε μιαν εβδομάδα έχουμε Πασκαλιά, κι απάν’ από έξ’ χιλιάδες ξεσπιτωμένοι Ρωμιοί, απ’ τη Βιζώ, τη Μαγκριώτισσα, το Μουσελίμ και το Άβγουζα, στοιβιάζουνται εδώ κι εκεί, νηστικοί και ξυπόλυτοι. Ούλα τα σκολειά μας, τα χάνια και τα μεϊντάνια είναι γιομάτα, ακόμα κι οι εκκλησιές. Απ’ ό,τι λέει η μητρόπολη, και στην Ηράκλεια είναι άλλες πέντε χιλιάδες από Κρυονέρι, Κουρούδερε, Καραχαλήλ, Γιαντσικλάρ, Τοπτσίκιοϊ, Σαράι, Καβάκι, Γιοβαλί, Άγιο Γεώργιο, Τσακλί, Άγιο Ιωάννη, Τσόγκαρα… Ούλοι αυτοί καρτερούνε βαπόρι για την Ελλάδα».
«Καλά, κι οι Τούρκοι, οι γειτόνοι, που τόσα χρόνια έχουμε αναμεταξύ μας αλισφερίσι, που λέμε καλημέρες, τι κάμνουνε, για; Πώς το σηκώνει η καρδιά τους να γένουνται τέτοια πράματα;»
«Οι Τούρκοι! Ξέχνα τους Τούρκους που ήξευρες, πάτερ. Άλλαξαν τα πράματα. Τώρα ρουφιανεύουνε με το παραμικρό. Δεν έχουνε νε ντροπή νε τσίπα. Τέτοιο λογιού, πρώτη βολά! Τους ξεσήκωσαν οι Ενωτικοί (οι Νεότουρκοι) κι αγρίεψαν. Παραφυλάνε να φύβγουμε, για ν’ αρπάξουνε το βιος μας. Τον περασμένο Δεκέμβρη (1913) γένηκε εδώ συλλαλητήριο. Κουβάνησαν Τούρκους απ’ ούλα τα χωριά. Ήρτε κι ο αρχηγός του στρατού, ο Μεχμέτ Αλή πασάς. “Αυτός ο τόπος δε χωρεί άλλο μιλέτ εξόν απ’ τους Τούρκους. Κομμένα τα πάρε δώσε με τους άπιστους. Κι όσοι νοικιάζετε εργαστήρια σ’ αυτουνούς, να τους πετάξτε αύριο όξω. Η Τουρκία στους Τούρκους!” τους είπε και τους έδωκε το πρόσταγμα: “Γιαγκίν, κεσίν, γιάγμα (κάψτε, σφάξτε, αρπάξτε)!”. Καταπόδι, όπως ήτανε ούλοι μαζωμένοι, τους μάντρωσαν στα τζαμιά και τους ανάλαβαν οι χοτζάδες. “Είναι θέλημα του Αλλάχ να γλιτώσουμε απ’ τα άπιστα σκυλιά!” τους είπανε και τους αφιόνισαν. Ε, από κει κι ύστερις, καταλαβαίνεις…».
«Άμα γένηκαν τέτοια πράματα…».
«Τέτοια και χειρότερα, πάτερ. Κάθα ημέρα έχουμε κι ένα μαύρο μαντάτο. “Εσφαξαν εδώ”, “άρπαξαν εκεί”, “έκαψαν παρακείθε”. Τελευταία, έβαλαν στο μάτι τα αργαστήρια* μας. Θυμάσαι που πριν τον πόλεμο οι Τούρκοι σταμάτησαν να ψουνίζουνε από μας; Ε, τώρα, ακόμα χειρότερα. Ομπρός στην πόρτα μας στέκουνται Τούρκοι μποϊκοτατζήδες αρματωμένοι. Μουστερής (πελάτης) δεν κοτάει να μπει μέσα. Στην “Άνω Αγορά”, απ’ τα διακόσια πενήντα ρωμαίικα αργαστήρια, μονάχα καμιά εικοσαριά ανοίγουμε ακόμα, κι έρχεται μέρα που δεν κάμνουμε μήτε σεφτέ. Ο ρωμαίικος μαχαλάς, πάτερ, δέ-ειναι σαν παλιά. Πάνε τα καζάντια (κέρδη) που ήξευρες! Δε φτάνει που έχουμε αναδουλειά, κάθε τόσο μας γυρεύουνε και παράδες, γιοκ για το στόλο, γιοκ για το στρατό… Κι άμα δε δώκεις, καλά ξεμπερδέματα. Μας ξετίναξαν για τα καλά. Παλιοί τσορμπατζήδες δεν έχουνε να φάνε. Θυμάσαι τον Ευθυβούλη; Ε, τα ’χασε ούλα».
«Πώς τα ’χασε, δηλαδή;»
«Τ’ άρπαξαν, πάτερ, οι μουχατζίρηδες (μουσουλμάνοι πρόσφυγες). Μπήκανε μες στο αργαστήρι του και τόνε πέταξαν όξω. Κι όχι μονάχα αυτό. Τον είπανε να μην περάσει ούτε από μακριά. Αύριο μπορεί ν’ αρπάξουνε και το δικό μου. Τα βαπόρια μέρα νύχτα φέρνουνε στη σκάλα τέτοιους. Και ξεύρεις; Αυτοί δε χαμπαρίζουνε. Έρχουνται δασκαλεμένοι. Ό,τι βάλουνε στο μάτι το αρπάζουνε. Κι άμα κάμεις πως κρένεις, σε καθαρίζουνε εδεκεί, στον τόπο. Το μαχαίρι το κουβανούνε φανερά στο ζουνάρι τους. Στα χωριά, ακόμα χειρότερα. Σφάζουνε, καίνε, σκοτώνουνε… Γι’ αυτό ευκαίρωσαν τα χωριά μας, πάτερ. Φοβάται ο κόσμος, τρέμει για τα παιδιά του, για τη ζωή του».
«Καταπώς τα λες, Πολύβιε, είμαστε ντίμπιντουζ (εντελώς) στον αγέρα! Δεν ορίζουμε μήτε το κεφάλι μας!»
«Μήτε το κεφάλι μας, μήτε το βιος μας, μήτε τη φαμίλια μας, πάτερ!
Ούλα τα ορίζουνε αυτοί. Πλαγιάζουμε και δεν ξεύρουμε άμα θα ξημερωθούμε. Ωχ, ο Θεγιός να βάλει το χέρι του!»
Ήταν ξημερώματα Μεγάλης Τετάρτης, 2 Απριλίου 1914, όταν ο παπάς ξύπνησε από μεγάλη οχλαγοή. Φωνές πολλές, δυνατές, οργισμένες, έρχονταν απέξω. Δεν ξεχώριζε τι έλεγαν. Έπιανε μόνο δυο σκόρπιες λέξεις: «γκιαούρ» και «Γιουνανιστάν». Σηκώθηκε και πήγε στο παραθύρι. Τα μπροστινά σπίτια τον εμπόδιζαν να δει, αλλά οι φωνές ακούγονταν πιο καθαρά κι έρχονταν απ’ τη μεριά της μητρόπολης. Την αλήθεια την έμαθε το πρωί απ’ το γιατρό τον Αριστόδημο.
«Μουχατζίρηδες ήτανε, πάτερ. Ήρθε βαπόρι απ’ τη Σαλονίκη. Κουβαλούνε αράδα. Ως τα σήμερα έφεραν απάνω από εκατό χιλιάδες. Κάθε φορά, αυτό γίνεται. Μόλις κατέβουνε απ’ το βαπόρι, τους πηγαίνουν έξω απ’ τη μητρόπολη και βρίζουνε το δεσπότη. Τον φωνάζουνε προδότη, άπιστο, και τον φοβερίζουνε πως άμα δεν φύγει στην Ελλάδα μόνος του, θα τον διώξουνε με το ζόρι. Ύστερα, τους μαντρώνουνε οι χοτζάδες στα τζαμιά. “Τώρα θα λογαριαστούμε μια και καλή με τους γκιαούρηδες! Τώρα θα χωρίσει η γήρα απ’ το στάρι!” τους λένε και τους ρίχνουνε το φαρμάκι. Τους τάζουνε τα σπίτια μας και τα χωράφια μας. Βοηθάει και το Κομιτάτο, το “Τουρκ Οτζαγί” (Τουρκική Εστία). Εκεί, μαζεύτηκε η σάρα κι η μάρα. Αφιονισμένοι μουχατζίρηδες, τσέτες, κακούργοι που τους απόλυκαν επιτούτο απ’ τις φυλακές, φυγόστρατοι κι άλλα τέτοια λουλούδια. Όλοι αυτοί, με τα μαχαίρια τροχισμένα, παίρνουνε σβάρνα τα ρωμαίικα χωριά, ίσαμε απάνω την Αντριανού και τις Σαράντα Εκκλησιές. Κι απ’ όπου περνούνε, αφήνουνε πίσω μονάχα χήρες, ορφανά και μαύρες κορδέλες. Μαζώνουνε νύχτα τους άντρες, καίνε σπίτια, σφάζουνε και τουφεκίζουνε ανθρώπους, αρπάζουνε κορίτσια, βλάφτουνε κόσμο, σπέρνουνε τον τρόμο… Ο σκοπός τους ένας: “Η Τουρκία στους Τούρκους”, και το διαλαλούνε. Συχνά, αναγκάζουνε τους Ρωμιούς να πάρουνε στα σπίτια τους μουχατζίρηδες. Σ’ ένα σπίτι, δυο φαμίλιες. Έλα τώρα εσύ, πάτερ, να μοιράζεσαι το σπίτι σου και το βιος σου μ’ αυτουνούς. Σε πιάνει ύπνος;»
«Καλά, και το δοβλέτι τι κάμνει, γιατρέ;»
«Το δοβλέτι! Ποιο δοβλέτι, πάτερ; Πίσω απ’ όλα αυτά που σε είπα, το δοβλέτι κρύβεται. Kαϊμακάμηδες, ζαπτιέδες, μπέηδες, στρατηγοί, υπουργοί, όλοι ένα συνάφι είναι. Σφηγκοφωλιά! Στα φανερά τάχα κυνηγούνε τους κακούργους, μα στα κρυφά τούς λένε πού και πότε να βαρέσουνε. Σκύλιασαν να μας διώξουνε. Και ξεύρεις; Τα έχουνε κανονισμένα όλα. Μόλις ένα χωριό σηκωθεί και φτάσει παραζαλισμένο στο λιμάνι, τρέχει ο καϊμακάμης, ντεμέκ λυπημένος, και με τον τελέγραφο φωνάζει απ’ την Πόλη το βαπόρι που το έχει έτοιμο από τα πριν. Τελευταία, ακούγεται πως τα βρήκε με το Γάλλο πρόξενο της Ραιδεστού, που έχει εταιρία με βαπόρια, και κάμνουνε χρυσές δουλειές. Αλώνια έχουνε. Καταπώς τα βλέπω, πάτερ, Ρωμιός στη Θράκη δε θ’ απομείνει. Ο Θεός να δώκει να έβγω ψεύτης, μα δε θα γλιτώσει κανένας μας. Όλους θα μας σηκώσουνε. Και το χωριό σου και τη Ραιδεστό».
Την άλλη μέρα, Μεγάλη Πέμπτη, ήρθαν στη Ραιδεστό χίλιοι ακόμα πρόσφυγες, απ’ το Σαράι και τα χωριά της Βιζύης. Τη μέρα που ο Χριστός ανέβαινε τον Γολγοθά, οι Ρωμιοί της Θράκης κουβαλούσαν το δικό τους σταυρό.
Ανήμερα του Πάσχα, 6 Απριλίου 1914, η Ραιδεστός ήταν γεμάτη ξεριζωμένους Ρωμιούς. Ημέρα πένθους. Λύπη παντού. Ένα Πάσχα μαύρο! Δευτερανάσταση, με απόφαση του Πατριαρχείου, δεν έγινε, ως αντίδραση στην κυβέρνηση για τον κατατρεγμό της ρωμιοσύνης. Πασχαλιάτικα, το απόγευμα, πλάκωσαν καινούργια κοπάδια ξεριζωμένων απ’ το Αχμέτβεη, τη Μεσσήνη, το Ουζούν Κιοπρού, το Μπαμπάεσκι, τα Μάλγαρα, το Λουλέμπουργκαζ… Απάνω από πέντε χιλιάδες. Με τον τρόμο φωλιασμένο στα μάτια κι αποκαμωμένοι απ’ το περπάτημα μες στο κρύο και τη βροχή, γύρευαν τόπο να κουρνιάσουν. Πού όμως; Τα σχολεία, οι εκκλησίες, τα χάνια κι οι αποθήκες άλλους δεν χωρούσαν. Αναγκαστικά, οι πιο πολλοί έμειναν έξω, στα σοκάκια. Να τους βλέπεις και να μαυρίζει η ψυχή σου! Νηστικοί, γυμνοί κι απόδετοι, οι εχτεσινοί νοικοκεραίοι παρακαλούσαν για μια βούκα ψωμί. Παιδιά ξεψυχούσαν στο δρόμο. Γερόντοι βλαστημούσαν που ήταν ζωντανοί. Μάνες κρατούσαν τα μωρά τους πεθαμένα στην αγκαλιά τους. Γυναίκες έκλαιγαν για τους άντρες τους που τους μάζεψε νύχτα ο στρατός, όταν περικύκλωσε το χωριό τους, κι από τότε δεν τους είδε κανείς.
Όλοι αυτοί, γύρω στις δώδεκα χιλιάδες ψυχές, κυρίως γυναικόπαιδα, καρτερούσαν βαπόρι για την Ελλάδα. Μα ακόμα κι ο καϊμακάμης, που ήθελε να τους διώξει μιαν ώρα αρχύτερα, δεν μπορούσε να βρει μαζεμένα τόσα βαπόρια! Στις 9 Απριλίου, ήρθαν επιτέλους δυο μεγάλα κι έδεσαν στη σκάλα. Ε, τι έγινε τότε! Πανικός! Να ορμάνε όλοι, ποιος θα μπει πρώτος, να σιγουρέψει το φευγιό του. Να πέφτουν κάτω παιδιά, γερόντοι κι ανήμποροι, και το πλήθος να τους τσαλαπατάει. Κι οι ζαπτιέδες να ρίχνουν τουφεκιές στον αέρα για να τους σταματήσουν. Κι ύστερα, πριν κινήσουν,
να τους ζητούν να πληρώσουν τα ναύλα και να υπογράψουν πως φεύγουν με τη θέλησή τους και δεν σκοπεύουν να ξαναγυρίσουν.
Τη Δευτέρα του Θωμά, γιόρταζε η Παναγία η Ρευματοκρατόρισσα, η πολιούχος της Ραιδεστού. Άλλα χρόνια, γινόταν πανηγύρι τρανό, και κόσμος απ’ ολάκερη τη Θράκη ερχόταν να προσκυνήσει τη θαυματουργή εικόνα Της. Έρχονταν πουλητάδες, βαρούσαν όργανα, πάλευαν πεχλιβάνηδες, έτρεχαν άλογα, γίνονταν χοροί. Εκείνη τη χρονιά (1914), δεν έγινε τίποτα απ’ αυτά. Τη Ραιδεστό τη σκέπαζε ένα μαύρο πέπλο πόνου και λύπης.
Η Θράκη άδειαζε, και άδειαζε με σχέδιο. Την ώρα που τα βαπόρια έφευγαν ολόγιομα με παραζαλισμένους Ρωμιούς για την Ελλάδα, στο λιμάνι έφταναν απ’ τη Θεσσαλονίκη άλλα βαπόρια γεμάτα μουχατζίρηδες, που ήταν έτοιμοι να ορμήξουν και ν’ αρπάξουν το βιος του Ρωμιού, τον τόπο του, ακόμα και τη ζωή του.
(Μετά τις απελάσεις, ακολούθησαν οι εκτοπισμοί στη Μικρά Ασία).
Γεώργιος Μάνος
Η ΨΥΧΗ ΤΟΥΣ ΟΜΩΣ ΕΜΕΙΝΕ ΠΙΣΩ
Ιστορικό μυθιστόρημα
Εκδόσεις Λόγος & Εικόνα
Απόσπασμα
Εφημερίδα Ακρόπολις 15 Απριλίου 1914
Εφημερίδα Αστήρ 16 Απριλίου 1914
(Παντελής Αθανασιάδης, https://sitalkisking.blogspot.com/2017/08/1914.html.)

Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Spyros Koutroulis : Κ.Τσάτσος: Ελληνική Πορεία

''Καθώς περνούν τα χρόνια, πληθαίνουν κι οι κριτές που σε καταδικάζουν'' (Γ.Σεφέρης)

Τι θα διδαχθούμε από τους προγόνους μας;...Τίποτα άλλο, απ' το να μάθουμε να κρίνουμε: να εμφανίζουμε το διακύβευμα των αποφάσεών τους αλλά και τις συνθήκες (κοινωνικές, οικονομικές,  γεωπολιτικές, εθνικές) κάτω από τις οποίες οι ηγεσίες αυτές του παρελθόντος έκριναν (σωστά ή λάθος) και τις εναλλακτικές λύσεις που υπήρχαν. Μόνο έτσι (όχι λαϊκίζοντας ίσως για να γινόμαστε αρεστοί σε κάποιους)   μπορούμε να κάνουμε το παρελθόν εθνικά χρήσιμο για το παρόν και να αποδώσουμε δικαιοσύνη. Κώστας Τσιαντής 4-4-2021


Η συλλογή δοκιμίων με τον τίτλο «Ελληνική Πορεία» είναι η περισσότερο αντιπροσωπευτική της πολιτικής διάστασης της σκέψης του και ίσως η περισσότερο προβληματική. Θα ορίσει το Δέον, για το άτομο, το έθνος, την διεθνή κοινότητα, τα καθήκοντα και τις ικανότητες του ηγέτη, τα όρια εντός των οποίων μπορεί να κινηθεί ο πολίτης και να εντοπίσει το περιεχόμενο της ελευθερίας του. Αναζητεί όπως γράφει να καθορίσει μια αποστολή για τον ελληνισμό. Ένα έργο πολιτικά αναγκαίο, αλλά δύσκολο οπωσδήποτε μετά την μικρασιατική καταστροφή, την κατοχή και τον εμφύλιο.

Η σκέψη του τροφοδοτείται από την γερμανική ιδεοκρατία και γι’ αυτό θεωρεί ότι ο υλισμός αρνείται την «ελευθερία της βουλήσεως» και δεν μπορεί «να θεμελιώσει κανενός είδους αγώνα για την εξύψωση του ανθρώπου που δεν μπορεί αλλιώς να νοηθή παρά ως μεγάλωμα της ελευθερίας του». Βέβαια η ιστορική εμπειρία μας δείχνει ότι υψηλά πνευματικά ιδανικά χρησιμοποιήθηκαν για ταπεινούς σκοπούς, ενώ μια «υλιστική» αντίληψη της ιστορίας μπορεί να προτάξει τέτοιες νομοτέλειες, που να έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας θρησκείας και οι οπαδοί της να θυσιάζονται με ένα τρόπο παραπλήσιο με αυτόν που θυσιάζονταν οι μάρτυρες και οι άγιοι.

Η προσπάθεια του να ταυτίσει τον ελληνισμό και την ιστορική αποστολή του, με το «μέτρο» και τον αποκλεισμό της «ύβρεως», μπορεί να είναι ένα θετικό πολιτικό ιδανικό, αλλά δεν μπορεί πάντα να επιβεβαιώνεται στην ιστορία. Πόσο μάλλον όταν την αντίθεση στην απουσία μέτρου την χρησιμοποιεί ως ένα επιχείρημα εναντίον του πολιτικού ρομαντισμού και νεότερων μορφών της τέχνης όπως του σουρεαλισμού, του κυβισμού, του φουτουρισμού, του υπαρξισμού. Το πνεύμα του ελληνισμού και της Ευρώπης ταυτίζεται με τον κλασικισμό και την αντίθεση με τον ρομαντισμό, που αν και είναι δημιούργημα της Ευρώπης το θεωρεί συγχρόνως αντι-ελληνικό και αντι-ευρωπαϊκό. Έτσι προβάλουν κάποιοι κίνδυνοι για την ελευθερία: αν το ελληνικό μέτρο έχει μια συγκεκριμένη διάσταση τότε κάθε τι που ξεφεύγει από αυτό θα πρέπει να καταδικαστεί και να εξοβελιστεί. Αν στόχος είναι η επαναφορά του μέτρου στην πολιτική, δεν μας πληροφορεί ο Τσάτσος πως αυτό θα γίνει και μάλιστα σε παγκόσμιο επίπεδο. Πώς ένας λαός όπως ο ελληνικός θα μπορέσει να τιθασεύσει όλες τις υπέρλογες και παράλογες δυνάμεις, που υπάρχουν στον κόσμο και πως μπορεί αυτό να το κάνει για λογαριασμό όχι μόνο του ελληνισμού αλλά και ολόκληρου του ανθρώπινου γένους; Αυτά τα ερωτήματα δεν τα απαντά, αντίθετα συγχέει κατά παράδοξο τρόπο μια αυστηρά λογική σκέψη με ένα λόγο μυθικό και κατά συνέπεια συμβολικό και υπέρλογο.

Ως συντηρητικός στέκεται εξ ίσου πολέμιος του καπιταλισμού και του κομμουνισμού τους οποίους θεωρεί ότι χρησιμοποιούν τον άνθρωπο όχι ως σκοπό αλλά ως μέσο, ως όργανο «κύτταρο μιας άβουλης ετεροκίνητης μάζας» . Θεωρεί ότι υπάρχει μια κοινή υλιστική, εμπειριστική, ευδαιμονιστική κοσμοθεωρία που εμπνέει και τα δύο συστήματα. Κοινή είναι επίσης η αισιοδοξία τους για την τεχνική και τις μηχανές: «Ο αστός, πλάι στον υλισμό και τον ευδαιμονισμό του, δεν τοποθέτησε καμία πίστη. Ήταν βαθύτατα άπιστος και κατά τούτο συνεπέστερος στον υλιστικό εμπειρισμό του, αλλά ταυτόχρονα και πιο αδύνατος από τον κομμουνιστή. Ο κομμουνιστής ίδρυσε μια θρησκεία με όλα τα τρωτά που ο ίδιος καταλογίζει σε όλες τις άλλες θρησκείες …. Ασύντακτος και απείθαρχος ατομιστής, θρησκευτικά αδογμάτιστος, σκεπτικιστής και άπιστος, ο αστός διατηρούσε την πνευματική του ελευθερία, αλλά έχανε τη δύναμή του μπροστά στη μαχητική ορμή ενός κόσμου που πίστευε με πάθος σ’ ένα όραμα ευτυχίας. Αλλά και η ελευθερία του ήταν πολύ σχετική, διότι δεν μπορούσε να ξεπεράσει τα δεσμά του εμπειρικού υλισμού, που τότε, υπό την επίδραση της προόδου των ειδικών επιστημών και των μεθόδων των, κυριαρχούσε σε όλον τον κόσμο. Ενώ δε η ελευθερία του αστού ήταν τόσο μικρή, η αδυναμία του απέναντι του κομμουνιστή ήταν αντιθέτως μεγάλη, διότι, μοιράζοντας μαζί του τις ίδιες φιλοσοφικές πεποιθήσεις, δεν διέθετε κανένα βασικό επιχείρημα για να αντικρούσει την κομμουνιστική φιλοσοφία» .
Ο Τσάτσος δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει την κοινή θεμελίωση καπιταλισμού και κομμουνισμού: «Οι εκμεταλλευτές αυτοί έχουν πολλά κοινά σημεία με τους κομμουνιστές. Είναι υλιστές σαν τους κομμουνιστές. Έχουν την ίδια κοσμοθεωρητική αφετηρία. Σαν υλιστές που είναι πιστεύουν μόνο στον άνθρωπο που προσδιορίζεται σε όλες του τις ενέργειες από υλικά αίτια. Έτσι πλάθουν τον τύπο του “homo economicus”, τον ίδιο που χρησιμοποιούν στους συλλογισμούς των και οι κομμουνιστές». Μάλιστα τονίζει ότι η εξελικτική και μεταρρυθμιστική του μέθοδος είναι ο καλύτερος τρόπος για το ξεπέρασμα της κεφαλαιοκρατίας: «Βέβαια μια λύση, λύση η οποία εγκολπώνεται το μέγιστο όριο του σοσιαλισμού, που μπορεί να σηκώση η οικονομία, χωρίς να συντριβή, μια λύση μεσότητας και μέτρου, που δεν ικανοποιεί μονομερώς καμμιά τάση, δεν είναι βέβαια λύση που μπορεί να συναρπάση ένα νέο…. Αυτή είναι η πολιτική που θα καταλύση την κεφαλαιοκρατία, εξελικτικά, αλλά αμείλικτα, ενώ η βιαιότητα του κομμουνισμού την τονώνει από αντίδραση. Αυτή είναι η πολιτική που θα εξανεμίση τον κομμουνισμό μέσα στα πλαίσια της δυτικής δημοκρατίας, ενώ της κεφαλαιοκρατίας η ιταμή αρπακτικότητα και η αδικία είναι ο καλύτερος σύμμαχος του».
Στα πλαίσια αυτά η ισότητα τίθεται στην αφετηρία και στις ευκαιρίες που παρέχονται: «Η διεθνής πολιτεία όπως και η κοινή πρέπει να παρέχη ισότητα δυνατοτήτων προαγωγής, ισότητα παιδείας, που προϋποθέτει και ένα minimum οικονομικής ευμάρειας. Για την ισότητα παιδείας θα χρειασθή και διεθνής συνεργασία και ελευθερία κινήσεως των ατόμων. Για την ισότητα οικονομικών δυνατοτήτων η ύλη θα πρέπη να ανήκη από κοινού σε όλους τους λαούς. Η ανισότητα θα αρχίζη από την επεξεργασία της. Το έθνος το πιο δουλευτικό, το εξυπνότερο, το εφευρετικώτερο, θα είναι και πλουσιώτερο».
Το ενδιαφέρον αυτών των σκέψεων, είναι ότι σε αντίθεση με τον νεοφιλελευθερισμό που θα ακολουθήσει, τάσσεται κατά του καπιταλισμού και του ατομικισμού, με μια σφοδρή επιχειρηματολογία, που είναι κοινή σε όλη σχεδόν την ευρωπαϊκή συντηρητική σκέψη και πολιτικά μπορεί να καταλήξει σε έναν μετριοπαθή δημοκρατικό σοσιαλισμό ή σε έναν «βοναπαρτισμό». Το ιδανικό του είναι ο «άνθρωπος που δεν τίθεται δουλικά από την αιτιοκρατία, αλλά που την θέτει, αυτός ο άνθρωπος της ελεύθερης σκέψης και της ελεύθερης πράξης» . Πρόκειται για την εσωτερική ελευθερία, που δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την πολιτική ελευθερία. Κατά τα άλλα συνεχίζονται οι καταγγελίες στο «σλαυικό πάθος» και στο ρομαντισμό που επιζούν κάτω από μια κρούστα που έχει τα χαρακτηριστικά της εμπιστοσύνης στον «ρασιοναλισμό και την τεχνικολατρεία». Ο ίδιος όμως στο πολιτικό του πρόγραμμα προσπαθεί να συνδυάσει τον λόγο με τον μύθο.
Ο λόγος του Κ. Τσάτσου κάνει μια βασική διάκριση ανάμεσα στην κλασσική σκέψη και τον ρομαντισμό. Στην πρώτη μπορεί να χωρέσει και ο μύθος. Στον δεύτερο απαριθμούνται όλη η δυτικοευρωπαϊκή ρομαντική σκέψη από τον Ρουσσώ μέχρι τον Βύρωνα, αλλά και ο σουρεαλισμός, ο υπαρξισμός, ο κυβισμός, ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε και βέβαια ο κομμουνισμός που θεωρείται «ως η επικρατούσα πολιτική μορφή του ρομαντισμού της εποχής μας. Ο ανέφικτος σκοπός που κείται στο άπειρο η λεγόμενη αταξική κοινωνία, το “άλογο” πάθος, ως όργανο επιδίωξης, η συμπαρακολουθούσα δίψα του επαναστατικού χάους, η μυστικοπάθεια που εμψυχώνει και εμπνέει τον αγώνα του και τέλος η “έλλογη” οργάνωση όλης αυτής της “άλογης” κοινωνικής ορμής με την ορθόδοξη ή την κατά τις περιπτώσεις διαστρεβλωμένη θεωρία του μαρξισμού, όλα αυτά είναι συμπτώματα του ρωμαντισμού στην ακραία του φάση. Γι΄αυτό δεν είναι παράδοξο, ότι οι υπερρεαλιστές ήταν ταυτόχρονα κομμουνιστές και αντίστροφα. Δεν είναι παράδοξη η αντίδραση του κομμουνισμού προς το κλασσικό πνεύμα» .
Κατά συνέπεια ο ρομαντισμός και ο μυστικισμός θεωρούνται ως η μήτρα του κομμουνισμού. Πρόκειται για μια διαπίστωση, που παρά το ότι έχει αρνητικά πρόσημα στην σκέψη του Κ. Τσάτσου, είναι πολύ σημαντική και σε κάποιο βαθμό εύστοχη: «ο κομμουνισμός γεννήθηκε μέσα από ρωμαντικούς κύκλους στη ρωμαντική Γερμανία, δεν ρίζωσε πουθενά όπου ο ρομαντισμός καθυστέρησε να εισδύση στην πολιτική ζωή, ρίζωσε αντίθετα στον τόπο όπου η μυστικοπάθεια και γενικά η αχαλινωσία του πάθους είναι ενδημική και όπου ήταν συντριπτικό το βάρος της ρωμαντικής κληρονομιάς από γίγαντες σαν τον Ντοστογιέφσκυ, τον Τολστόη, τον Αντρέιεφ και άλλους». Θα προσθέσει μάλιστα «Ο κομμουνισμός είναι ένας πολιτικός ρωμαντισμός κατά θεωρίαν. Το προσωπείο του ρασιοναλισμού και της τεχνικολατρείας, απομίμηση του ευρωπαϊκού “λόγου” από μέρους έκθαμβων πρωτόγονων ανθρώπων, δεν αλλάζει την ουσία. Η ουσία είναι μεσσιανική, η ψυχολογία είναι μυστικοπαθής στον κομμουνισμό και τις ρίζες του τις εκτρέφει το σλαυϊκό πάθος. Στο πολιτικό πεδίο ο κομμουνισμός καθιερώνει ως κίνητρο τον εωσφορισμό. Οιστρηλατημένος από ένα πανέμορφο όραμα, χυμάει προς αυτό με ακράτητο πάθος και μισεί κάθε εμπόδιο.» Ο Τσάτσος Θα καταλήξει αφοριστικά «είναι μια πολιτική οργάνωση, που ιδρύθηκε από ρωμαντικούς ιδεολόγους, έξαλλους από σλαυϊκό πάθος, ξιπασμένους από τον θετικισμό του Μαρξ, ένα θετικισμό τόσο ξένο στα σλαυϊκό ήθος».
Κατά αυτόν τον τρόπο αποδίδεται έμμεσα κυρίαρχος ρόλος στον ορθόδοξο μυστικισμό –δια μέσου του Ντοστογιέφσκυ - για την γένεση και την κυριαρχία του κομμουνισμού στην Ρωσία, στον οποίο υπάγεται, η σχέση του μαρξισμού με τον διαφωτισμό, τον εμπειρισμό και την πολιτική οικονομία. Βεβαίως η σκέψη του Τσάτσου παραγράφει ορισμένα ουσιώδη γεγονότα. Όπως όλοι οι σουρεαλιστές δεν ήταν κομμουνιστές, έτσι και όλοι οι κομμουνιστές δεν υπήρξαν σουρεαλιστές. Μάλιστα ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» ήταν σε διάσταση και αντίθεση με τον σουρεαλισμό τουλάχιστον τόσο όσο στοχαστές σαν τον Τσάτσο. Ο ρομαντισμός, όπως και ο μυστικισμός, μπορεί να τροφοδότησε τον πολιτικό δυναμισμό της αριστεράς σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ρωσία, αλλά η σχέση αυτή ούτε αναγκαστική είναι, ούτε αποκλειστική. Αντίθετα παρήγαγε πολλές άλλες μορφές ρομαντικού αντικαπιταλισμού όπως τον συντηρητικό (Ε. Μπαίρκ), τον φασιστικό (Ντριέ Λα Ροσσέλ, Μπραζιγιάκ, Ντ’Αννούτσιο) ή και τον ελευθεριακό ρομαντισμό (Γ. Λαντάουερ). Ο Τσάτσος στην κριτική του στις πολιτικές συνέπειες του ρομαντισμού συναντάται με έναν άλλο διακεκριμένο συντηρητικό πολιτειολόγο τον Κ. Σμίτ, με την σημαντική διαφορά ότι η απόρριψη του ρομαντισμού δεν γίνεται για τους ίδιους λόγους . Στην σκέψη του Κ. Τσάτσου ο ρομαντισμός εκπροσωπεί τον ανορθολογισμό και το ανεξέλεγκτο πάθος, ενώ στον Κ. Σμίτ την αδυναμία σύνταξης πολιτικού λόγου αφού εξαντλείται στον υποκειμενισμό και στον αισθητισμό.
Ανεξάρτητα από τις αιτιάσεις του Κ. Τσάτσου προς τον ρομαντισμό, καμία πολιτική πράξη και όραμα που τροφοδοτείται από τον ρομαντισμό δεν έχει την παραμικρή πιθανότητα να τελεσφορήσει αν δεν επιλέξει τα μέσα εκείνα που προωθούν τον σκοπό της, δηλαδή αν δεν έχει αποδεχθεί ένα στοιχειώδη ορθολογισμό. Συνεπώς κάθε ρομαντικό κίνημα όταν σκοπεύει να κατακτήσει την εξουσία – και αυτό συνέβη κατ’ εξοχήν με το κομμουνιστικό κίνημα- μεταβαίνει από τις προλογικές και ρομαντικές αφετηρίες στην έλλογη χρήση των μέσων που εξυπηρετούν τους στόχους του, τουλάχιστον τους τακτικούς.
Ο Μαρξ είχε ως σταθερή αναφορά την αρχαία ελληνική σκέψη όπως αποδεικνύει το θέμα της διδακτορικής του διατριβής, για την διαφορά της δημοκρίτειας και της επικούρειας φιλοσοφίας αλλά και κείμενα όπως το διάσημο απόσπασμα από τα Grundrisse στο οποίο ανάμεσα σε άλλα έγραφε: «Υπάρχουν παιδιά κακομαθημένα και παιδιά μικρομέγαλα. Πολλοί από τους αρχαίους λαούς ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία. Κανονικά παιδιά είταν οι Έλληνες. Η γοητεία της τέχνης τους για μας δεν βρίσκεται σε αντίφαση με την ανεξέλικτη κοινωνική βαθμίδα όπου βλάστησε. Είναι, αντίθετα, αποτέλεσμα της και είναι αναπόσπαστα δεμένη με το ότι οι ανώριμες κοινωνικές συνθήκες που κάτω απ’ αυτές γεννήθηκε, και που μόνο κάτω απ ΄αυτές μπορούσε να γεννηθεί, δεν μπορούν να ξαναγυρίσουν ποτέ».
Ο Τσάτσος τελικά απέτυχε να δώσει μια αποστολή στον ελληνισμό και στο ελληνικό έθνος μετά την μικρασιατική καταστροφή, την κατοχή και τον εμφύλιο. Προτείνει την αποδοχή «στην ύπαρξη μιας αλήθειας», γεγονός που μπορεί να ανοίξει την πόρτα στον ολοκληρωτισμό. Φαντάζεται έναν πλατωνικό ελληνισμό, που θα εκστρατεύει συγχρόνως κατά του σουρεαλισμού, του κυβισμού, του υπαρξισμού, του σχετικισμού, του ανορθολογισμού οι οποίοι σπάνε το λογικό με το άλογο και γκρεμίζουν την αντικειμενικότητα «από την απόλυτη ιδιοτροπία της υποκειμενικότητας» . Επιτίθεται ακόμη κατά του φροϋδισμού που τονίζει την σημασία του υποσυνείδητου. Βεβαίως πολλές από τις αντιπάθειες του Τσάτσου δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να τις προσυπογράψει και ένας κλασσικός μαρξιστής, όπως ο Δ. Γληνός που κατηγορεί τεχνοτροπίες όπως ο εξπρεσιονισμός, ο κυβισμός, ο φουτουρισμός ως τεχνοτροπίες φορμαλιστικές στις οποίες «το περιεχόμενο μηδενίζεται για να αντικειμενοποιηθεί μια υποκειμενική αντίληψη της φόρμας. Η πραγματικότητα διαλύεται και παραμορφώνεται σε αυθαίρετη σύνθεση από επιφάνειες και χρώματα. Οι τεχνοτροπίες αυτές είναι καθαρά αντιδραστικές αφού πηγάζουν από την ανάγκη να μας κρατήσουν όξω από την κοινωνική πραγματικότητα ή να την υποκαταστήσουν με κάποιαν άλλη ή να την παραμορφώσουν υποκειμενικά». Όμως σε έναν τέτοιο κόσμο, όπως είναι αυτός που οραματίζεται ο Τσάτσος ή και ο Γληνός, θα έχουν αποβληθεί ως εχθροί ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος, ο Ρίτσος, ο Κόντογλου. Ευτυχώς, αν εξαιρέσουμε το επεισόδιο με τις «Όρνιθες» του Κ. Κούν και την απαγόρευσή τους, αυτές οι απόψεις του, δεν επηρέασαν ιδιαίτερα την μεταπολεμική ελληνική κοινωνία.
Ως προς τον ρομαντισμό έχουν επισημανθεί από πολλές πλευρές οι θετικές συμβολές του, ιδιαίτερα ως αντίδοτο στον εργαλειακό ορθολογισμό και στην άλογη λατρεία της τεχνικής τόσο από τον καπιταλισμό όσο και στα καθεστώτα που αυτοπροσδιορίστηκαν ως κομμουνιστικά.
Για τον Κ. Τσάτσο το έθνος δεν καθορίζεται από βιολογικούς αλλά πολιτιστικούς παράγοντες. «Δεν πιστεύομεν εις τον ένα, βιολογικώς μάλιστα περιούσιον λαόν. Πιστεύομεν όμως εις την αξιολογικήν διαφοροποίησιν των λαών», όχι όμως τονίζει σε «ξεπερασμένους εθνικισμούς». Βεβαίως όταν η αξιολογική διαφοροποίηση θεμελιώνει μια κλίμακα και μια ιεραρχία στα έθνη και όχι μόνο στα άτομα που τα απαρτίζουν τότε ευνοείται μια ιδεολογία με ρατσιστικά χαρακτηριστικά. Η θέση αυτή έρχεται ως συνέπεια του ευρωκεντρισμού του Κ. Τσάτσου, που δεν θεωρεί την Ευρώπη – ειδικά την Δυτική Ευρώπη-απλά ως κέντρο του κόσμου, αλλά την κατάληξη και την κορυφαία ίσως στιγμή της ανθρωπότητας. Η Ελλάδα θεωρείται μέρος της Ευρώπης και πρόμαχος του Δυτικού κόσμου «για λόγους όχι πρόσκαιρους αλλά μόνιμους» , αλλά οι συγγένειες με αυτόν είναι πνευματικές αλλά συγχρόνως χωρίς ιδιαίτερο βάθος. Για αυτό ομολογείται ότι η Ελλάδα «είναι μόνη. Δεν ανήκει εις μεγάλην τινά οικογένειαν εθνοτήτων, όπως είναι οι Άραβες, ή όπως είναι οι Σλαύοι» και ότι για αυτή «ο εθνικισμός δεν αποτελεί ξεπερασμένον σωβινισμόν, είναι αδήριτος ιστορική ανάγκη».
Ο Τσάτσος ξεκινά από ορισμένες σωστές διαπιστώσεις. Όπως ότι η Ευρώπη θεμελιώνεται στον αρχαιοελληνικό στοχασμό, στο ρωμαϊκό δίκαιο και στον χριστιανισμό αλλά και την επισήμανση ότι η Ελλάδα είναι χώρα «οριακή, ακριτική» που στην ιστορική της πορεία αντιμετώπισε πολλαπλούς εχθρούς από την Δύση, την Ανατολή και τον Βορρά. Ορθή είναι επίσης η θέση του ότι «τα έθνη υπάρχουν για την ανθρωπότητα και όχι η ανθρωπότητα για τα έθνη. Ξεκινώντας από μια τέτοιαν αρχή, καταπνίγεις κάθε κακόν εθνικισμό…Όπως η σωστή πολιτεία δεν εξαφανίζει το άτομο, αλλά το ακεραιώνει, έτσι και η πανανθρώπινη πολιτεία, όταν υπάρξη, θα ακεραιώση τα έθνη…Ο κύριος αναβαθμός της ιστορίας μεταξύ ατόμου και ανθρωπότητας είναι για αιώνες τώρα το έθνος. Ξεκινώντας από αυτήν την αρχή, θεμελιώνεις το σωστό εθνικισμό». Όμως θα καταλήξει σε μια καθαρά ιδεολογική θέση που εξυπηρετούσε τους τρέχοντες πολιτικούς στόχους του, αφού θεωρεί ότι η Ελλάδα απειλείται από την Ασία ταυτίζοντας μάλιστα τον κομμουνισμό με την Ασία παρακάμπτοντας βέβαια το γεγονός ότι αυτός αφενός έχει δυτικοευρωπαϊκή προέλευση, αφετέρου η Ασία έχει μια ύπαρξη – ορθόδοξη, κομφουκιανή κλπ- που δεν ταυτίζεται, ούτε εξαντλείται στον μαρξισμό – λενινισμό. Θα υπερακοντίσει μάλιστα γράφοντας: «Εναντίον της Ασίας, εναντίον των ολοκληρωτικών περί πολιτείας αντιλήψεων, εναντίον εχθρικών προς την ανθρωπίνην προσωπικότητα θεωριών και πράξεων δεν μάχονται μόνοι οι Έλληνες, μάχονται μαζί τους σχεδόν όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί. Επί κεφαλής μάλιστα του αγώνος αυτού είναι άλλοι. Οι τεχνικώς πλέον προηγμένοι, οι πλουσιότεροι, οι πολυαριθμότεροι λαοί. Αλλά αν μάχωνται όλοι μαζί δια τα κοινά ιδανικά του ευρωπαϊκού κόσμου, οι Έλληνες ειδικώς μάχονται και δια την φυλετικήν των επιβίωσιν. Αν ο εξ Ασίας εχθρός είναι μίαν φοράν εχθρός δια την Ευρώπην, είναι δύο φορές δια την Ελλάδα».
Αυτά είναι τα αδιέξοδα που μπορεί να οδηγηθεί μια σκέψη που αντικαθιστά την ψύχραιμη ανάλυση της συγκεκριμένης πραγματικότητας με ένα λόγο βαθύτατα ιδεολογικό που είναι αδύνατο να κατανοήσει ότι στον πραγματικό κόσμο συχνότερα συγκρούονται συμφέροντα παρά αξίες. Ή καλύτερα η σύγκρουση των αξιών και των ιδεολογιών είναι μεταμφίεση της σύγκρουσης συμφερόντων για τον έλεγχο των αγαθών που είναι απαραίτητων για επιβίωση καθώς και των μηχανισμών που εξασφαλίζουν ενίσχυση της Ισχύος σε ένα άτομο ή σε ένα πολιτικό σύνολο.
Η πατριδολατρία του Τσάτσου, ενώ είναι σε έξαρση όταν επιτίθεται στην αριστερά, φαίνεται να υποκύπτει στο Κυπριακό, σε ένα ιδιάζοντα «ρεαλισμό». Σε ένα άλλο κείμενο του, που αποτελεί ουσιαστικά την αυτοβιογραφία του τάσσεται κατά του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων, αλλά και της ανακίνησης του Κυπριακού με στόχο την αυτοδιάθεση-ένωση. Ονομάζει μάλιστα την δράση της ΕΟΚΑ τρομοκρατική όπως ακριβώς έκαναν και οι Άγγλοι αποικιοκράτες και τις ενέργειες της, ως «μια σειρά από τρομοκρατικές πράξεις και δολοφονίες μεμονωμένων ανθρώπων» , ενώ δεν βρίσκει ούτε μια λέξη να αναφέρει για τους Κύπριους αγωνιστές, που σαν τον Αυξεντίου κάηκαν ζωντανοί ή οδηγήθηκαν στο ικρίωμα ή κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Φυσικά θα υμνήσει την συμφωνία της Ζυρίχης- Λονδίνου, που δημιούργησε ένα θνησιγενές κράτος, που υπονομευόταν ανά πάσα στιγμή από τις πρόνοιες που πρόβλεπε για τους Τουρκοκύπριους, και την ύπαρξη των τριών εγγυητριών δυνάμεων (Αγγλία, Ελλάδα, Τουρκία), που είχαν το δικαίωμα επέμβασης στο κατά τα άλλα ανεξάρτητο κράτος. Θεωρεί μάλιστα τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο «ως τον κύριο ένοχο για την απώλεια της Κύπρου». Ούτε η χούντα με το πραξικόπημα που έκανε, ούτε κανείς άλλος.
Είναι προφανές ότι θέλει να αθωώσει τις κυβερνήσεις στις οποίες συμμετείχε για ότι δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να κάμουν για να υπερασπιστούν την Κύπρο. Επίσης δεν αναφέρει τίποτε για τις ευθύνες που είχαν οι συντηρητικές κυβερνήσεις οι οποίες ουσιαστικά αποδέχτηκαν τον ρόλο της Τουρκίας στο Κυπριακό και σύρθηκαν σε μια διαπραγμάτευση με την Βρετανία που αναίρεσε τον στόχο της αυτοδιάθεσης της Κύπρου για χάριν της κολοβής ανεξαρτησίας. Ο Γ. Σεφέρης και σε αυτό το σημείο έλαβε την ορθή πατριωτική θέση και σε ένα υπόμνημα του προς τότε υπουργό Εξωτερικών και άμεσο προϊστάμενο του, Ε.Αβέρωφ κατήγγειλε με τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία την συμφωνία της Ζυρίχης. Μάλιστα ο Τσάτσος τον κατηγορεί ότι με τα συχνά ταξίδια στην Κύπρο, από την Βηρυτό, που υπηρετούσε ως πρέσβης, είχε ταυτιστεί τόσο συναισθηματικά με τους Κύπριους ώστε «ερωτεύθηκε όχι μόνο τις ομορφιές του νησιού αλλά και τους πατριωτικούς ενθουσιασμούς των» και μάλιστα τους «παραλογισμούς των» . Για αυτό δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι με τις συμφωνίες της Ζυρίχης «σωζόταν ό,τι μπορούσε να σωθή, ύστερα από την εγκληματική πολιτική του Μακάριου από το 1950 ως το 1958» και έγραψε στον Αβέρωφ «ένα υπόμνημα εναντίον των Συμφωνιών, υποστηρίζοντας την συνέχιση του αγώνα» .
Συνεπώς η πατριωτική ρητορική του Τσάτσου δοκιμάστηκε δεινά στο Κυπριακό ζήτημα επιλέγοντας να ταχθεί ουσιαστικά όχι μόνο με τον «ρεαλισμό», αλλά και με την Αγγλική πολιτική (σχέδιο Χάρντινγκ κλπ.). Αλλά την ίδια άδοξη τύχη θα έχει και ο έντονα ριζοσπαστικός και σοσιαλιστικός λόγος που θα διατυπώσει.
Ο Τσάτσος, τάσσεται υπέρ ενός αδογμάτιστου ριζοσπαστικού σοσιαλισμού, προσαρμοσμένο σε κάθε εθνική πραγματικότητα, δηλαδή «ένα σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας, όπου τα υλικά αγαθά παράγονται κατά ένα εκλογικευμένο γενικό πρόγραμμα από την ολότητα, τουλάχιστον κατά κύριο λόγο, και διανέμονται κατά κανόνα σε εκείνους που τα παράγανε, ανάλογα με τη συμβολή τους. Έτσι καταργείται κατά βάση η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και της κυκλοφορίας των υλικών αγαθών και η αυθαιρεσία στη διανομή τους. Με αυτό τον τρόπο κάθε άνθρωπος, κατά ένα μέτρο δίκαιο σχετικά με τους άλλους κοινωνούς μετέχει στην απόλαυση των υλικών αγαθών και έτσι του δίνεται η δυνατότητα να αναπτύξη όσο μπορεί και τις πνευματικές του ικανότητες». Κάθε έθνος θα έπρεπε να βαδίσει σε ένα αδογμάτιστο σοσιαλισμό, που όμως δεν είναι ο τελικός σκοπός, αλλά το μέσο για τον ύπατο σκοπό τον οποίο δεν μπορούμε να προμηθευθούμε παρά από τις διάφορες εκδοχές της ιδεοκρατίας που εκπροσωπεί ο Τσάτσος. Παρόμοια και οι «ατομικές ελευθερίες και τα πολιτικά δικαιώματα των ανθρώπων, με μια λέξη η πολιτική τους ελευθερία, υπάρχει για τον ίδιο τελικό σκοπό και η εθνική ελευθερία της πολιτείας. Αλλά η εθνική ελευθερία έχει το προβάδισμα. Η πολιτεία παρέχει τόση πολιτική ελευθερία, όση κάθε φορά δεν διαλύει τη συνοχή του συνόλου ή δεν επιτρέπει την κατάλυση του συνόλου, ως αυθύπαρκτης εθνικής μονάδας. Η περισσότερη πολιτική ελευθερία θα ήταν αντίφαση προς το σκοπό της. Δεν θα είχε ούτε ηθική, ούτε ιστορική δικαίωση».
Παρότι προσπαθεί να ακολουθεί μετριοπαθείς προτάσεις, την «μέση λύση» το «μέτρο» και την «σύνθεση των αντιθέτων», όπως ισχυρίζεται, δεν του είναι δύσκολο να δικαιολογήσει θεωρητικά τις μεταπολεμικές διώξεις της αριστεράς, αποδεικνύοντας ότι στην πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα σχετικό να προσδιοριστεί κάθε φορά το «μέτρο» από αυτούς που το επικαλούνται. Με αξίες που ισχύουν σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία οι ακόλουθες θέσεις αντί να καλλιεργούν την μετριοπάθεια ευνοούν τα άκρα: «Για την όλην αυτή τη διαδικασία, που ανανεώνει και προάγει την πνευματική ζωή ενός λαού και την πολιτική του οργάνωση, θα πρέπη να παρέχεται κάθε ελευθερία. Αλλά όταν, αντί αυτής της διαδικασίας, οι φορείς μιας νέας αλήθειας επιδιώκουν να την επιβάλουν, κατακτώντας τις ανώριμες μάζες, όχι βέβαια με την απρόσιτη σ’ αυτές πολύπλοκη επιστημονική σκέψη, αλλά με την αναρρίπιση παθών και απωθημένων πικριών, καμμιά ελευθερία δεν πρέπει να παρέχεται» .
Θεωρεί πρώτιστο καθήκον του κράτους τον «αντικομμουνισμό». Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιεί και την επιβολή και την πειθώ. Η τέχνη όταν ταυτίζεται με την προπαγανδιστική τέχνη (σε αυτή μπορεί να περιληφθεί τόσο ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» όσο και ο υπερρεαλισμός), προάγει τα άλογα πάθη και ένστικτα και τότε κατά τον Τσάτσο θα πρέπει να υπόκειται σε περιορισμούς από την πολιτεία. Με τέτοιες απόψεις αφενός αιτιολογήθηκε ιδεολογικά η μεταπολεμική ύπαρξη του κράτους «έκτακτης ανάγκης», που ανέστειλε ουσιώδη άρθρα του συντάγματος, αφετέρου και παρά τις προθέσεις του Κ. Τσάτσου προετοιμάστηκε η χούντα των συνταγματαρχών, που αυτή την φορά κατήργησε την ελευθερία και για τον ίδιο τον Κ. Τσάτσο. Οι τελευταίοι ήταν οι «βασιλικοί άνδρες», που ανέλαβαν να υλοποιήσουν τα όρια που επιτρέπεται να κινείται ο πολίτης, ο πολιτικός λόγος, η τέχνη.
Η διπλή καταδίκη της κεφαλαιοκρατίας ως ενός συστήματος υλιστικού, εγωιστικού, οικονομίστικου, ανήθικου («υλιστές της πράξης, που καλύπτουν με την γαλανόλευκη πάσης φύσεως έργα ιδιοτελείας») και του κομμουνισμού για τους ίδιους σχεδόν λόγους («υλιστές της θεωρίας») μπορεί να οδηγήσει σε έναν μετριοπαθή δημοκρατικό σοσιαλισμό που αναγνωρίζει τον ρόλο του κράτους στην παραγωγή και στην διανομή του εισοδήματος, αλλά μπορεί να οδηγήσει και σε άλλες πολιτικές εκδοχές όπως το κράτος έκτακτης ανάγκης και στον «βοναπαρτισμό» που αναιρεί την έννοια της πολιτικής ελευθερίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως εισηγητής του συντάγματος του 1975 αρθρογράφησε υπέρ της δυνατότητας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να κηρύσσει την «κατάσταση πολιορκίας» όταν συντρέχουν λόγοι όπως είναι σοβαρός κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια.
Το πολιτικό δέον θα αποκρυσταλλωθεί στον συνδυασμό του «κλασσικού ευρωπαϊκού πνεύματος» με την «σοσιαλιστικώτερη θεωρία του κόσμου την χριστιανική» στον «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό» Η διαλεκτική σύνθεση του Τσάτσου τροφοδοτείται από «την αστείρευτη πηγή της ελληνικής φιλοσοφίας της ιδέας, από το χριστιανικό κήρυγμα και από την ιστορική παράδοση των λαών.»
Βεβαίως παρακάμπτεται το γεγονός ότι στον αρχαίο κόσμο δεν υπήρξε ένα και μόνο πολιτειακό παράδειγμα, το οποίο θα μπορούσε να ληφθεί ως υπόδειγμα. Όπως και ο χριστιανισμός δεν έχει μία και μόνο δεσμευτική ερμηνεία η οποία παράγει ένα και μόνο αποκλειστικά κοινωνικό σχηματισμό. Αντίθετα γνωρίζουμε ότι ο προτεσταντισμός ευνόησε σημαντικά την πρωτογενή δημιουργία του καπιταλισμού, που ο Τσάτσος θεωρητικά τουλάχιστον απορρίπτει ως υλιστικό σύστημα. Συνεπώς ενώ μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμα στοιχεία τόσο από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, όσο και από τον χριστιανισμό με σκοπό μια νέα σύνθεση θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε τι αξίζει και τι επιθυμούμε να αντλήσουμε σε κάθε περίπτωση, ώστε το μείγμα να βρίσκεται σε αρμονία με το επιδιωκόμενο κοινωνικό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο μπορούμε να εμπνευστούμε από την αθηναϊκή άμεση δημοκρατία και τον ψυχρό ιστορικό ρεαλισμό του Θουκυδίδη. Ενώ από την ορθοδοξία να παραλάβουμε την άνθιση του ατόμου μέσα στην κοινότητα, το πνεύμα ακτημοσύνης που σχετικοποιεί τον πλούτο και μεταφέρει την εσχατολογία, όπως και τον παράδεισο εκτός ιστορίας. Φυσικά δεν θα προάγονταν τα ίδια πολιτικά αποτελέσματα αν από την αρχαία Ελλάδα επιλέγαμε ως πρότυπο την αρχαία Σπάρτη ή ακόμη αντί της ορθοδοξίας επικεντρωνόμαστε σε κάποιες από τις εκδοχές του δυτικού χριστιανισμού.
Τελικά ρεαλιστική και με διαχρονική σημασία είναι η αξιολόγηση της ελληνικής «αστικής τάξης», που αφενός απορρέει από τον ιδεαλισμό του Κ. Τσάτσου (το πνεύμα εναντίον της ύλης, η φιλοσοφία εναντίον του χρήματος) και αφετέρου από την ορθή ερμηνεία του νέου ελληνισμού όπου αστική και εργατική τάξη με τα χαρακτηριστικά που γνωρίσαμε στην Δυτική Ευρώπη δεν υπήρξε: «Εκτός από δύο τρείς δακτυλοδεικτούμενες εξαιρέσεις, εδώ δεν έχομε δυναμικούς κεφαλαιοκράτες, έχομε απλώς πλουσίους παράσιτους, που δεν χρησιμοποιούν το χρήμα τους ως κοινωνική δύναμη, αλλά που βιάζονται να το καταχωνιάσουν υπό μορφήν λιρών, είτε εντός, είτε εκτός της Ελλάδος. Αυτοί δεν είναι βέβαια κεφαλαιοκράτες, είναι μάλλον κεφαλαιοκρατούμενοι, ψιλικατζήδες του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος».
Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
25
3 κοινοποιήσεις
Μου αρέσει!
Σχόλιο
Κοινοποίηση

Φρίντριχ Νίτσε- Η Χαρούμενη Επιστήμη



Ολόκληρο το απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου σε μετάφραση Ζήση Σαρίκα:

«Στο τέλος ας μην ξεχάσω να πω το ουσιαστικότερο: από τέτοιες αβύσσους, από τέτοιο σοβαρό μαρασμό, όπως και από τον μαρασμό της βαριάς υποψίας, επιστρέφει κανείς ξαναγεννημένος, με καινούργιο δέρμα, πιο μυγιάγγιχτος και κακός, με πιο λεπτό γούστο για τη χαρά, με πιο λεπτεπίλεπτη γλώσσα για όλα τα καλά πράγματα, με πιο χαρούμενες αισθήσεις, με μια δεύτερη και πιο επικίνδυνη αθωότητα μέσα στη χαρά, πιο παιδικός και συνάμα εκατό φορές πιο εκλεπτυσμένος απ΄όσο ήταν κανένας ποτέ. Πόσο απωθητική μας φαίνεται τώρα αυτή η χονδροειδής, πνιγηρή, φαιά απόλαυση, όπως την εννοούν εκείνοι που αγαπούν τις απολαύσεις, οι «καλλιεργημένοι άνθρωποί» μας, οι πλούσιοί μας και οι διευθύνοντές μας! Με πόση κακεντρέχεια ακούμε τώρα το μεγάλο πανηγυρτζίδικο ταμπούρλο με το οποίο ο καλλιεργημένος άνθρωπος και κάτοικος της πόλης αφήνεται να βιαστεί από την τέχνη, το βιβλίο και τη μουσική για να φτάσει στις «πνευματικές απολαύσεις» με τη βοήθεια πνευματικών ποτών! Πόσο κακό κάνει τώρα στα αφτιά μας η θεατρική κραυγή του πάθους, πόση ξένη έχει γίνει για το γούστο μας όλη η ρομαντική οχλαγωγία και ανακατωσούρα των αισθήσεων, την οποία αγαπάει η καλλιεργημένη πλέμπα, πόσο ξένες έχουν γίνει για μας όλες οι βλέψεις της πλέμπας αυτής για το υπέροχο, το εξυψωμένο, το παραστολισμένο! Όχι, αν εμείς οι αναρρώνοντες εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε γενικά μια τέχνη, είναι μια άλλη τέχνη- μια σκωπτική, ανάλαφρη, φευγαλέα, θεϊκά ατάραχη, θεϊκά τεχνητή τέχνη, που να ανεβαίνει σαν καθαρή φλόγα σ΄έναν ανέφελο ουρανό. Προπαντός: χρειαζόμαστε μια τέχνη για καλλιτέχνες, μόνο για καλλιτέχνες! Καταλαβαινόμαστε τώρα καλύτερα όσον αφορά στο τι είναι απαραίτητο κατά πρώτο λόγο γι΄ αυτή την τέχνη: ευδιαθεσία, κάθε ευδιαθεσία, φίλοι μου! -ακόμη και ως καλλιτέχνες: θα ήθελα να το αποδείξω αυτό. Μερικά πράγματα τα ξέρουμε τώρα πάρα πολύ καλά εμείς οι γνώστες: ω, πώς μαθαίνουμε τώρα να ξεχνάμε καλά, και να είμαστε καλοί στο να μην ξέρουμε, ως καλλιτέχνες! Κι όσον αφορά στο μέλλον μας: δεν υπάρχει περίπτωση να μας βρει κανείς στα χνάρια εκείνων των νεαρών Αιγυπτίων που κάνουν τη νύχτα ανασφαλή μέρη τους ναούς, αγκαλιάζουν τα αγάλματα και θέλουν με κάθε τρόπο να ξεσκεπάσουν, να αποκαλύψουν και να φέρουν στο άπλετο φως καθετί για το οποίο υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να είναι κρυμμένο. Όχι, αυτό το κακό γούστο, αυτή η θέληση για αλήθεια, για «αλήθεια με κάθε τίμημα», αυτή η νεανική τρέλα με την αγάπη της αλήθειας είναι κάτι που μας αηδιάζει: είμαστε πάρα πολύ έμπειροι, πάρα πολύ σοβαροί, πάρα πολύ πρόσχαροι, πάρα πολύ καμένοι, πάρα πολύ βαθιοί για κάτι τέτοιο. Δεν πιστεύουμε πια πως η αλήθεια παραμένει ακόμη αλήθεια όταν της βγάλεις το πέπλο. Έχουμε ζήσει πάρα πολύ για να πιστεύουμε κάτι τέτοιο. Σήμερα θεωρούμε ζήτημα ευπρέπειας το να μη θέλει κανείς να βλέπει τα πάντα γυμνά, να παρευρίσκεται σε όλα, να καταλαβαίνει και να «ξέρει» τα πάντα. «Είναι αλήθεια πως ο καλός Θεός είναι παρών παντού;» ρωτούσε ένα κοριτσάκι τη μητέρα του: «Αυτό το βρίσκω όμως άπρεπο». Ιδού μια υπόδειξη για τους φιλοσόφους! Θα έπρεπε να δείχνουμε περισσότερο σεβασμό προς την αιδώ με την οποία κρύβεται η φύση πίσω από αινίγματα και πολύχρωμες αβεβαιότητες. Μήπως είναι και η αλήθεια μία γυναίκα που έχει λόγους να μη μας αφήνει να δούμε τους λόγους της; Μήπως το όνομά της είναι- για να μιλήσουμε ελληνικά- Βαυβώ; ...Αχ, αυτοί οι Έλληνες! Ήξεραν να ζουν: πράγμα που απαιτεί να σταματάς θαρραλέα στην επιφάνεια, στην πτυχή, στην επιδερμίδα, να λατρεύεις τη φαινομενικότητα, να πιστεύεις στις μορφές, στους ήχους, στις λέξεις, σ΄ ολόκληρο τον Όλυμπο της φαινομενικότητας! Αυτοί οι Έλληνες ήταν επιφανειακοί- από βάθος! Και μήπως εκεί δεν ξαναγυρίζουμε, εμείς οι ριψοκίνδυνοι του πνεύματος, που σκαρφαλώσαμε στην πιο ψηλή και επικίνδυνη κορυφή της σύγχρονης σκέψης και που κοιτάξαμε ολόγυρά μας από εκεί πάνω- που κοιτάξαμε κάτω μας από κει πάνω; Μήπως δεν είμαστε, ακριβώς απ΄ αυτή την άποψη, Έλληνες; Λάτρεις των μορφών, των ήχων, των λέξεων; Και γι΄ αυτό ακριβώς- καλλιτέχνες; ».
Ρούτα, κοντά στη Γένοβα, φθινόπωρο του 1886.

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)