Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Παρασκευή 24 Απριλίου 2020

Χρῆστος Γιανναρᾶς Να ξανασμίξουν η Γιορτή με το «νόημα»

Posted: 20 Apr 2020 10:52 PM PDT
Στην πλειονότητά τους οι σύγχρονες κοινωνίες διαστέλλουν την όποια γιορτή (θρησκευτική ή εθνική) από το «νόημά» της. «Νόημα» λέμε την αιτία και τον σκοπό πράξεων, συμβάντων, ενεργημάτων, τη σημασία τους για τη ζωή μας. Και «γιορτή» ονομάζουμε τη συλλογική χαρά και ευφροσύνη που εισπράττουμε από συμβάντα - γεγονότα ευεργετικά για τη ζωή όλων μας.
Ο συλλογικός εορτασμός συνεπαγόταν πάντοτε κοινή αργία. Οταν οι άνθρωποι γιορτάζουν, δεν εργάζονται, έχουν «σχόλη», εγκαταλείπουν την «α-σχολία». Η ασχολία είναι δουλεία στην ανάγκη, η σχόλη ανακουφίζει την ασχολία, η ασχολία παρηγορείται από τη σχόλη. «Ασχολούμεθα ίνα σχολάζωμεν», είπε ο Αριστοτέλης.
Σχολάζουμε και γιορτάζουμε με τη μνήμη πάντοτε κάποιας μεγάλης χαράς που δίνει σταθερά «νόημα» στη ζωή μας. Εστω, σε μια «μικρά ζύμη», ελάχιστη πληθυσμική ομάδα. Κάποτε, στις χριστιανικές κοινωνίες, όταν η συνοχή της συλλογικότητας προέκυπτε από μια κοινή εύρεση και βίωση ελπίδας για ελευθερία από τον θάνατο, οι γιορτές ήταν εκρήξεις χαράς από ρεαλιστική ψηλάφηση αυτής της προσδοκίας. Τότε αυτονόητο πλαίσιο του βίου ήταν η κοινωνία των σχέσεων, οικογένεια και κοινότητα. Οι άνθρωποι μοιράζονταν τη ζωή, ανάγκες, χαρές και πόνους – δεν λογάριαζαν για «πρόοδο» τη θωράκιση της εγωτικής ακοινωνησίας με ατομικά «δικαιώματα».
Σήμερα, το «νόημα» της γιορτής αρχίζει και τελειώνει στην αργία, ίσως και σε κάποια διαφοροποίηση των εδεσμάτων. Το αίνιγμα του θανάτου το απωθούμε ή το παρακάμπτουμε, οι άνθρωποι προτιμάμε το απλοϊκότερο ενδεχόμενο: να μηδενίζεται η ύπαρξη με τον θάνατο. Συντηρούμε ακόμα εθιμοτυπικά κατάλοιπα της άλλοτε εόρτιας χαράς του κοινοτικού βίου, εκκλησιαστικές ονομασίες περιόδων ή ημερών αργίας και ευωχίας, ίσως και τη συναισθηματική εμμονή σε θρησκευτικές τελετουργίες που εκτιμώνται για τη γραφικότητά τους. Συντηρούμε προσχήματα, οι «γιορτές» μας δεν έχουν «νόημα».
Σε αυτή την ανεπρόκοπη χώρα, που συνεχίζουμε να τη λέμε «Ελλάδα», η ιστορική αποτυχία μας των κατοίκων και πολιτών της είναι μια πραγματική οδύνη.
Κυριολεκτικά και συγκεκριμένα: Διακόσια χρόνια τώρα, είναι αδύνατο να συνειδητοποιήσουμε (ο λαός, οι πολιτικοί μας ηγέτες, το επιστημονικό δυναμικό, οι δάσκαλοι, οι δημιουργοί - καλλιτέχνες) πως όταν στο Σύνταγμά μας ονομάζουμε την Εκκλησία «επικρατούσα εν Ελλάδι θρησκεία» κατεδαφίζουμε και διαγράφουμε, όχι δοξασίες, «πεποιθήσεις», χρησιμοθηρικές πρακτικές κοινωνικής συνοχής, αλλά την ιστορική δυναμική ενός πολιτισμού.
Αυτές οι δύο λεξούλες «επικρατούσα θρησκεία» αρνούνται και ατιμάζουν την «πόλιν» των Ελλήνων, την «εκκλησία του δήμου», την «πολιτικήν τέχνην» ως άθλημα μίμησης του «τρόπου της του παντός διοικήσεως», τρόπου της αθανασίας και του συμπαντικού κάλλους. Να μιλάνε οι Ελληνες για «επικρατούσα θρησκεία» σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουν πια τίποτε από τον Παρθενώνα, τίποτε από την Αγια-Σοφιά, γέννησαν κατά λάθος τον Πανσέληνο και τον Ρωμανό τον Μελωδό, πέρασαν τυχαία από την τραγωδία στην ευχαριστιακή δραματουργία, τυχαία από τον Αριστοτέλη στον Μάξιμο τον Ομολογητή.
Ισως σκόπιμα, όσοι πιθηκίζουν τον μηδενισμό και αμοραλισμό για να ακκίζονται σαν «προοδευτικές» δυνάμεις, υπερτονίζουν τα συμπτώματα παρακμής, δηλαδή θρησκειοποίησης, της Εκκλησίας στην Ελλάδα.
Βλέπουν στην Εκκλησία μόνο την παιδαριώδη ηθικολογία, τον θεολογικό αναλφαβητισμό, την ψυχανωμαλία των δήθεν «συντηρητικών» κληρικών και λαϊκών – με πολυθόρυβη αγραμματοσύνη και ψυχαναγκασμό.
Χαρακτηριστική η συγκεφαλαίωση όλων αυτών των συμπτωμάτων σε δύο κραυγαλέες εμμονές που ταλαιπώρησαν την ελλαδική Εκκλησία στο φετινό Πάσχα: Ο ναρκισσισμός των «συντηρητικών» απαιτούσε να υποταχθεί η εκκλησία στην ψυχολογική τους ανάγκη να λατρεύουν είδωλα. Πρώτο είδωλο, το Αγιο Φως, το «αυθεντικό» και «γνήσιο», που με προγραμματισμένη κάθε χρόνο θαυματοποιία, εξάγεται αεροπορικώς από τα Ιεροσόλυμα. Και δεύτερο είδωλο, ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας, που (όπως το απαίτησε η ρωμαιοκαθολική νοησιαρχική ειδωλοποιία) υφίστανται «μεταστοιχείωση» (transubstantiatio), θεοποιούνται μαγικά.
Δεν υποψιάζονται οι θλιβεροί νάρκισσοι της «συντηρητικής» εγωπάθειας ότι έτσι καταργούν τον πυρήνα του χριστιανικού ευ-αγγελίου. Οτι ο Θεός δεν είναι «οντότητα», ένα αναγκαία προκαθορισμένο «τι», είναι σχέση, η ύπαρξη ως σχέση: είναι «Πατήρ», «Υιός», «Πνεύμα», υποστάσεις που ορίζονται ως ελευθερία αγάπης – «ο Θεός αγάπη εστί» (1 Ιωαν. 4,16). Δεν προκαθορίζεται από την αναγκαιότητα να υπάρχει, αλλά αυτοκαθορίζεται ως ελευθερία αγάπης, αγάπης που «γεννά» και «εκπορεύει». Η αγάπη (ο «μανικός έρως») είναι ο τρόπος ύπαρξης (όχι απλώς συμπεριφοράς) του Θεού.
Επομένως, το Αγιο Φως είναι άγιο, επειδή κοινωνείται αγαπητικά «εκκλησιαζόμενο», όχι μαγικά επιβαλλόμενο καθιστώντας την πίστη «αναγκαστή κατά πάντων».
Και τα «τίμια δώρα» της Ευχαριστίας, η κοινωνία του άρτου και του οίνου, δεν μεταστοιχειώνουν το κτιστό σε άκτιστο, αλλά χαρίζουν στο κτιστό να υπάρχει με τον τρόπο του ακτίστου, την αγαπητική ελευθερία.

ΣΧΟΛΙΟ
Σχόλια
  • Αδύνατο να βρεις άνθρωπο να συνεννοηθείς σ' αυτή τη χώρα!. Αυτοί που έβαλαν στο Σύνταγμα τον όρο ''επικρατούσα θρησκεία'', κ. Γιανναρά, δεν ήταν κάποια παιδάκια. Φιλόσοφοι ήσαν και δοκιμασμένοι και καταξιωμένοι πολιτικοί και θεράποντες της επιστήμης του Δικαίου. Δεν υπολείπονταν σε τίποτα από το μέγεθος του πνευματικού ανδρός που εσείς θέλετε να εκπροσωπείτε. Ούτε υπήρξαν λιγότερο αρχαιολάτρεις από εσάς. Ούτε αρνήθηκαν ποτέ ούτε ατίμασαν την ''πολιτικήν τέχνην'', την ''εκλησία του δήμου'' , και την ''πόλιν των Ελλήνων''. Την πόλιν αυτή υπερασπίζονταν και τον πολιτισμό της Δύσεως έναντι της Ανατολής του Ισλάμ, της βαρβαρότητας και του φανατισμού. Δυόμισι χιλιάδες χρόνια τον ίδιο κίνδυνο ζούμε.και είμαστε με το δάκτυλο στη σκανδάλη κάθε μέρα ενάντια σ' αυτούς που επιβουλεύονται τα όσια και τα ιερά μας. Αλλά εσείς δεν θέλετε να το δείτε και μάλιστα ρίχνετε νερό στο μύλο της υπονόμευσης των δεσμών μας με τη Δύση και την ΕΕ [και φοβάμαι με την επιστήμη και το διάλογο] όπου το μέτρο της φρόνησης μας έθεσε. Για φανταστείτε να είχαν υποβάλλει οι Τούρκοι πρώτοι την αίτηση σύνδεσης που υπέβαλε η Ελλάδα το 1963. σε τι κατάσταση θα βρισκόμασταν σήμερα ως λαός και έθνος. Πώς γίνεται λοιπόν να μη βρίσκετε μια καλή λέξη να πείτε για τούτη τη χώρα, να μην σημειώνετε και αναδείχνετε ένα καλό παράδειγμα, αλλά να αρέσκεστε φορώντας την τήβεννο του δικαστή να μας χαρακτηρίζετε ''ανεπρόκοπους''. Ποιός είστε εσείς? Πότε σαν αναθέσαμε αυτό το ρόλο? Επιχειρήσατε και πετύχατε ποτέ να μας μας ενώσετε σε κάτι κοινό?

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)