Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

Χρῆστος Γιανναρᾶς : Αναλφάβητοι, αλλά ξερόλες

Posted: 29 Sep 2019 11:01 PM PDT
Η ιστορική επιβίωση της κρατικής υπόστασης του Ελληνισμού είναι συνάρτηση κάποιων παραγόντων. Δύσκολο να συμφωνήσουμε οι σημερινοί Ελληνώνυμοι στον καθορισμό τους. Ο κάθε ένας από μας είναι απολύτως βέβαιος ότι «ξέρει». Από ερασιτεχνικά ψιλοδιαβάσματα, από ακούσματα ανεύθυνων συζητήσεων στην τηλεόραση, από προσκόλληση σε γοητευτικούς «ανθρώπους του πνεύματος». Ξέρει ποιοι παράγοντες εξασφαλίζουν την ιστορική μας επιβίωση. Ξέρει και πώς διαβαθμίζεται η σπουδαιότητα αυτών των παραγόντων.
Ετσι, το ζητούμενο γίνεται ένα και μοναδικό: Πώς να συντονίσουμε τη δεδομένη, πολύ διευρυμένη (και αράγιστα παγιωμένη) γνώση, να συμβιβάσουμε τόσες αξιωματικές πεποιθήσεις. Δηλαδή, πώς θα πάψουμε να τα ξέρουμε όλοι όλα. Πώς θα αναχαιτισθεί η αντικοινωνική, αλλά δυσκατάσχετη λοιμική της δοκησισοφίας.
Πληθωρικά υπέρμετροι οι Ελληνώνυμοι, που δεν έχουν ανοίξει ποτέ βιβλίο, πέρα από τα σχολικά. Κι όμως έχουν γνώμη για τον Βενιζέλο και τον Μεταξά, τον Κοραή και τον Ιωνα Δραγούμη, τον Καποδίστρια και τη Βαυαροκρατία, την «εθνική αντίσταση» ως άλλοθι εξωραϊστικό της ζαχαριαδικής ένοπλης παραφροσύνης. Το ελλαδικό κράτος είναι αδιέξοδα βυθισμένο σε εξωφρενικά εξευτελιστικές δουλείες και ζει κάτω από ατιμωτικές αυθαιρεσίες της Αγκυρας, επειδή οι Ελληνώνυμοι «ξέρουμε» τι ψηφίζουμε, οι «πολιτικές» μας πεποιθήσεις είναι «προοδευτικά» απολιθωμένες.
Βέβαια, σε διεθνή πια κλίμακα σήμερα, τα συστήματα οργάνωσης και λειτουργίας του ανθρώπινου βίου θεμελιώνονται στην ενεργό κατάφαση της δοκησισοφίας, στην καλοστημένη ψευδαίσθηση της εγωτικής αυτεξουσιότητας. Κάθε προϊόν που θέλει να επιβιώσει στην αγορά, τοπική ή και διεθνή, ακολουθεί την ίδια παντού συνταγή: Να πείσει τον καταναλωτή ότι το προϊόν προορίζεται για χρήστες εξαιρετικά ευφυείς, μοντέρνους, ελκυστικούς, θεληματικούς. Όποιος προτιμάει το συγκεκριμένο προϊόν «ξέρει τι κάνει». Ξέρει να εκτιμά την ποιότητα, να αξιολογεί το καλύτερο, να τολμάει.
Μακροπρόθεσμα και ανεπαίσθητα αυτή η μετάγγιση αυτοβεβαιότητας θωρακίζει το εγώ, τρέφει την αυταρέσκεια. Από το άρωμα και το κόσμημα (ή και από το τυρί ή το αλλαντικό) που προκρίνουμε, ώς την ποδοσφαιρική ομάδα που προτιμάμε και το κόμμα που ψηφίζουμε, οι επιλογές μας ταυτίζονται με την εγωτική μας αυτοβεβαιότητα, αφομοιώνονται και καθορίζουν την υπαρκτική μας ταυτότητα. Δεν λέμε: ο τάδε ψηφίζει ΠΑΣΟΚ ή του αρέσει ο «Ολυμπιακός» – λέμε: είναι Πασόκ, είναι «Ολυμπιακός».
Οπουδήποτε της γης σήμερα, η οργάνωση και λειτουργία της ανθρώπινης συλλογικότητας υποτάσσεται σε μεθόδους εξουσιασμού του ατόμου μέσω ευφραντικών ψευδαισθήσεων: Οι ψευδαισθήσεις δημιουργούνται και συντηρούνται όχι με συλλογισμούς, κριτικές αποτιμήσεις, θεληματικές επιλογές, χτίζονται «ανεπαισθήτως» με αθέλητες εντυπώσεις. Θα τολμούσε να ισχυριστεί κανείς ότι, για τον σύγχρονο άνθρωπο, που η ψηφιακή τεχνολογία καθορίζει (όχι επηρεάζει απλώς) την καθημερινότητά του, τα όσα σήμαινε κάποτε η λέξη «πραγματικότητα» το συνιστούν σήμερα οι εντυπώσεις. Η γνωστική του ικανότητα και συγκρότηση, ο κοινωνικός του βίος, οι πολιτικές του επιλογές, οι σεξουαλικές του ενορμήσεις, οι οικονομικές του συναλλαγές, η αισθητική του καλλιέργεια, όλα είναι απότοκα εντυπώσεων. Και αξιολογούνται με κριτήριο το ευάρεστο ή δυσάρεστο των εντυπώσεων.
Στη σημερινή Ελλάδα οι θεσμοί είναι μεταπρατικοί, λειτουργούν μιμητικά, δεν γεννήθηκαν από την εγχώρια πείρα και ανάγκη. Ετσι, η υποκατάσταση της πραγματικότητας από τις εντυπώσεις γεννάει ακόμα και θεσμούς: Θα μείνει ίσως στην Ιστορία ως κορυφαίο δείγμα μικρονοϊκής κουφότητας η πρωτοβουλία «προοδευτικών» επαγγελματιών της εξουσίας να καταργήσουν τη βαθμολόγηση των επιδόσεων κάθε μαθητή στο σχολείο ή να την καταστήσουν εσκεμμένα συμβατική. «Πρόοδος» σε αυτή την οπτική είναι η ισοπέδωση όλων προς τα κάτω, η αριστεία χαρακτηρίστηκε ως «ρετσινιά» και η κριτική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών καταργήθηκε.
Ο τυραννικός ολοκληρωτισμός της προτεραιότητας των εντυπώσεων ψηλαφείται στο γεγονός ότι οι διάδοχοι των «προοδευτικών» αυτών πολιτικών δεν τολμούν να επαναφέρουν στο σχολείο την κριτική αποτίμηση, την άμιλλα, την αριστεία, μήπως και χαρακτηριστούν ασυγχρόνιστοι. Τρέμουν το ενδεχόμενο να δημιουργήσουν εντύπωση «συντηρητικού». Και το θετικό ή αρνητικό πρόσημο στη λέξη «συντηρητικός» δεν το καθορίζει η λαϊκή ορθοβουλία, το επιβάλλουν, με δόλια δεξιοτεχνία, οι χρυσοπληρωμένοι Opinion Makers των κομματικών παρασκηνίων.
Πραγματική σχιζοφρένεια στην περίπτωση των σημερινών Ελληνωνύμων και κανένας δεν μπορεί να προβλέψει πού θα καταλήξουμε. Μιλάνε στα «μέσα» με λέξεις ακόμα ελληνικές, αλλά το νόημα των λέξεων (συχνά και η σύνταξη) είναι δάνειο παρμένο από τη γλώσσα της πλανητικής κυριαρχίας των «Αγορών». Η συντήρηση, π.χ., είναι λέξη ελληνική με θετικό βιωματικό φορτίο, που την κατανοούμε σήμερα με προσλαμβάνουσες εντελώς αρνητικές. Συμβαίνει το ίδιο με πάμπολλες λέξεις.
Απαιτούν από μας (οι «εταίροι» μας!) να απαλειφθούν από τα πτυχία και τα απολυτήρια η ιθαγένεια και το θρήσκευμα. Γιατί άραγε; Δεν τους αρκεί που έχει απαλειφθεί κάθε ελληνική παρουσία από το πεδίο πρωτογενούς παραγωγής; Τα οκτώ από τα δέκα βασικά είδη διατροφής μας στη σημερινή Ελλάδα εισάγονται, τα εργοστάσια παραγωγής έχουν κλείσει, η αποβιομηχάνιση είναι συνεπέστατα ολοκληρωτική, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, τα τρένα, το οδικό δίκτυο έχουν πουληθεί σε ιδιοκτήτες αδήλωτης ιθαγένειας και θρησκείας, τα «κοσμήματα» της χώρας (αρχαιότητες, μουσεία, τοποθεσίες έκτακτου φυσικού κάλλους) έχουν υποθηκευθεί για τα επόμενα ενενήντα εννέα χρόνια – γιατί ακόμα ενοχλεί τους επικυρίαρχους της ζωής μας η αναγραφή ιθαγένειας και θρησκεύματος;
Δυστυχώς, η ελευθερία και η δημοκρατία μόνο γεννιούνται. Δεν εξασφαλίζονται με συνταγές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)