Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

THEODORAKIS 3rd Symphony - 3rd movement


Mikis Τheodorakis / Μίκης Θεοδωράκης
4 ώρες · 
Τρίτη Συμφωνία
............Τέλος οι Βυζαντινοί Ύμνοι του 3ου Μέρους αποτελούν ένα από τα ιερότερα και πολυτιμότερα μουσικά μνημεία του ελληνισμού. Οι ρίζες τους χάνονται στο Βυζάντιο και αποτελούν κλασικά δείγματα της Βυζαντινής εκκλησιαστικής τέχνης. Καθώς ψάλλονται την Μεγάλη Παρασκευή αποτελούν μία από τις δημοφιλέστερες εθνικές παρακαταθήκες για τον κάθε έλληνα.
Είναι φανερό ότι ο Θεοδωράκης επιλέγοντας αυτούς τους τρεις σταθμούς που έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα την πορεία του ελληνικού λαού, θέλησε να παραδώσει στους έλληνες και στον κόσμο όλο ένα μουσικό μνημείο που να εκφράζει τον βαθύτερο χαρακτήρα της σύγχρονης ελληνικότητας.
Το στοιχείο που υπερέχει μέσα στο έργο αυτό είναι η τραγικότητα, ενώ ακολουθεί ο ελεγειακός λυρισμός. Οι Βυζαντινοί Ύμνοι, στην κορυφαία στιγμή της Συμφωνίας, με την υπόμνηση των ήχων από τις καμπάνες της Αγια-Σοφιάς, αυτής της μυθικής ορθοδόξου χριστιανικής Μητροπόλεως της Κωνσταντινούπολης, θεμελιώνουν την αντίληψη για τη συνέχεια της παρουσίας και της πορείας του ίδιου τραγικού πάθους που συνοδεύει την πεμπτουσία της ελληνικότητας δια μέσου των αιώνων...............
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
Λειτουργεί σαν Interludio, «ενδιάμεσο», μέσα στην όλη οικονομία του έργου και για το λόγο αυτό ακριβώς έχει αυτή τη μεγάλη αντίθεση μουσικού κλίματος και ύφους.
Ξεκινά με ιερατικό τρόπο, καθώς ο συνθέτης εμπιστεύεται στο solo Violoncello την πλατειά μελωδία της εισαγωγής, η οποία μας οδηγεί κατ’ ευθείαν στην καρδιά του λυρισμού.
[Το ίδιο θέμα θα χρησιμοποιήσει ο συνθέτης στο Finale της 7ης Συμφωνίας του σαν βάση για τη μελοποίηση της «Κυράς των Αμπελιών» του Γιάννη Ρίτσου. Μια τέτοια επιλογή δεν είναι καθόλου τυχαία, δεδομένης της επιθυμίας του Θεοδωράκη να ενώνει πολλά έργα του το ένα με το άλλο, ώστε να δημιουργούν μικρούς μουσικούς γαλαξίες. Υπάρχει όμως και βαθύτερος λόγος που τον οδήγησε σ’ αυτή την επιλογή: Η «Κυρά των αμπελιών», η Παναγιά, είναι η σύγχρονη Ελλάδα όπως την βίωσε και την ύμνησε ο Γιάννης Ρίτσος μέσα από το πρίσμα των μεγάλων δοκιμασιών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι βυζαντινοί ύμνοι, ο Διονύσιος Σολωμός και ο Κωνσταντίνος Καβάφης στην 3η Συμφωνία είναι η αιώνια, η διαχρονική Ελλάδα. Αυτές τις δύο όψεις της ενιαίας, της μιας Ελλάδας θέλει να ενώσει ο Θεοδωράκης πάνω στο βασικό μουσικό θέμα το οποίο στην 7η Συμφωνία θα το αναπτύξει στο έπακρο, στα απώτατα μουσικά όριά του, χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό τέσσερις σολίστ, μικτή χορωδία και συμφωνική ορχήστρα. Πράγματι δεν υπήρχε ιδανικότερη κορύφωση για να επιστεγάσει τον κύκλο των Συμφωνιών του από αυτόν τον ΥΜΝΟ στη σύγχρονη Ελλάδα.]
Πάνω σ’ αυτή την ίδια μελωδία ακολουθεί η παρέμβαση της Mezzo που θα εκθέσει το κλασσικό για κάθε έλληνα ποιητικό κείμενο του Κωνσταντίνου Καβάφη «Η πόλις».
Ο συμβολισμός είναι φανερός. Οι δύο μέγιστοι νεοέλληνες ποιητές, ο Διονύσιος Σολωμός και ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ενώνονται για να ανοιχτούν οι πύλες της Αγίας Σοφίας που αφήνουν να ξεχυθούν διάπλατα οι φωτεινοί ήχοι από τα χάλκινα και τα κρουστά. Από κει και πέρα ο δρόμος είναι ανοιχτός για να ταξιδέψουμε στον χρόνο και να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής στον τόπο που γεννήθηκε, στην Κωνσταντινούπολη.
(απόσπασμα από Andreas Brandes.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)