Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Στέλλα Βρακά~ Μεγάλη Πέμπτη


Ιησού Θεάνθρωπε ήμουν κι εγώ εκεί τις ώρες του μαρτυρίου Σου.
Τις ώρες που σε εχλεύαζε ο όχλος τότε που το σώμα Σου πονούσε
στο μαστίγιο και το κεφάλι Σου μάτωνε στο στεφάνι των αγκαθιών.
Την στιγμή που το κορμί σου ενεδύθει τον πορφυρούν μανδύα της χλεύης.
Ήμουν εκεί στην πορεία Σου στον Γολγοθά σηκώνοντας τον Σταυρό Σου,
τον Σταυρό μου, τον Σταυρό όλων.
Στον κήπο της Γεθσημανή είπες το "απελθέτω" σαν άνθρωπος και το "Γεννηθήτω"
σαν Υιός Θεού.
Και η νύχτα σιώπησε περισσότερο από ποτέ κι έκλαψε.... κι αυτά τα δάκρυα τα γεύτηκε η επόμενη μέρα και ντράπηκε, ντράπηκε.
Οι αγαπημένοι σου μαθητές, εκεί στον κήπο, την ώρα της προσευχής Σου, είχαν αποκοιμηθεί.
Τα "ωσαννά" των ανθρώπων είχαν πάψει.
Ήταν οι ώρες των Φαρισσαίων και των Γραμματέων.
Οι ώρες του σκότους.
Όσοι είχαν θαυμάσει την ανατρεπτική Διδασκαλία Σου, δεν ήταν αυτές τις ώρες κοντά Σου. Εκείνοι που είδαν τα θαύματά Σου, απουσίαζαν. Απόντες όσοι είχαν συγκλονιστεί απ' το Όλον Σου!
Ήταν νύχτα.
Η Νύχτα των υποκριτών Φαρισαίων.
Ο δυστυχής Πιλάτος διέταξε να σε μαστιγώσουν, σε ενέδυσε τον πορφυρούν μανδύα
της ντροπής και το ακάνθινο στεφάνι για να κατευνάσει την οργή του πλήθους και να σε γλυτώσει απ΄τον θάνατο.
Πίστεψε πως ο όχλος θα σταματούσε να φωνάζει: Άρον, άρον σταύρωσον αυτόν. Κι έτσι δεν θα υπήρχε καμιά ανάγκη να νίψει τας χείρας του.
Ο Πέτρος σε αρνιόταν λίγο πιο κεί. Κι όταν ο πετεινός λάλησε τρεις... Έκλαψε πικρά..!!
Αυτός ο Πέτρος που έκοψε το αυτί του στρατιώτη την στιγμή της σύλληψης Σου!
Μα έκλαψε πικρά και τα δάκρυα του ξέπλυναν την άρνηση και την βάπτισαν "κατάφαση" και "πίστη".
Κι αυτό το ¨δεν γνωρίζω τον άνθρωπο" έγινε: Σε γνωρίζω Κύριε και Θεέ. Σε πιστεύω και σ' αγαπώ.
Ο Ιούδας θα επιστρέψει τα αργύρια, θα πει: Σας παρέδωσα έναν αθώο!
Και θα αυτοκτονήσει.
Αυτή την μαύρη νύχτα.
Ο Υιός του Θεού στον Σταυρό.
Ο αναμάρτητος ως κακούργος.
Αληθώς είσαι μαζί μου στον παράδεισο, είπες στον μετανοημένο ληστή
που τόλμησε να τον ζητήσει.
Και οι έσχατοι έσονται πρώτοι.
Γυναίκα, να ο Γιός σου, στην μητέρα Σου δείχνοντας τον αγαπημένο Σου μαθητή πιυ δεν φοβήθηκε, δεν δείλιασε, δεν αναρωτήθηκε γιατί δέχτηκες όλο αυτό το μαρτύριο.
Εσύ που έκανες τα πάνω απ' τα ανθρώπινα!
Τι μπορεί να κάνει η Αγάπη;
Εκεί, εκεί πριν το τέλος συγχώρεσες τους σταυρωτές Σου, με αυτό το: Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι...!"
Έτσι μας έδειξες τον τρόπο της ζωής, εκεί, ένα βήμα πριν τον θάνατο.
Οι Ρωμαίοι στρατιώτες έπαιξαν στα ζάρια τον κόκκινο χιτώνα της ντροπής.
Ήμουν κι εγώ εκεί.
Μπορεί να ήμουν το καρφί στο χέρι Σου.
Μπορεί το στεφάνι των αγκαθιών.
Ίσως να ήμουν ο Ρωμαίος χιλίαρχος που κέρδισε στα ζάρια
τον χιτώνα Σου.
~στέλλα βρακά~
Μεγάλη Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)