Agonas tis Kritis
Blog του ΚΩΣΤΑ ΤΣΙΑΝΤΗ: Πολιτική Πολιτειακή Ανασυγκρότηση για μια Νέα Ελλάδα -THE PERSPECTIVE OF A NEW DEMOCRATIC EUROPE.
Θεέ του ουρανού και του παντός,
αυτείν’ οι γραμματισμένοι,
αυτείν’ οι πολιτισμένοι,
έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…
Το πρόβλημα που αντιμετώπιζε η εργασία είναι εύκολο να διατυπωθεί και ήταν, εκείνη την εποχή, σχεδόν σκάνδαλο. Οι θεωρίες βαθμίδας ήταν όμορφες. Εξήγαγαν τον ηλεκτρομαγνητισμό με μια συμμετρία τόσο αυστηρή που δεν άφηνε περιθώριο για παρεμβάσεις, και οι φυσικοί ήθελαν την ίδια αυστηρότητα για να περιγράψουν τις δυνάμεις που δρουν μέσα στον πυρήνα. Αλλά υπήρχε ένα εμπόδιο που φαινόταν, εκ πρώτης όψεως, θανατηφόρο. Τα μαθηματικά της βαθμιδικής αναλλοιωτότητας απαιτούν τα σωματίδια που μεταφέρουν τη δύναμη να είναι άμαζα, όπως το φωτόνιο. Τα σωματίδια που είναι γνωστό ότι μεταφέρουν την ασθενή δύναμη δεν ήταν. Η φύση, προφανώς, είχε ήδη παραβεί τον κανόνα που οι θεωρητικοί ήθελαν να επιβάλουν.
Η κίνηση του Χιγκς — και αξίζει να ειπωθεί ότι οι Ρομπέρ Μπράουτ και Φρανσουά Ενγκλέρ είχαν φτάσει ανεξάρτητα σε παρόμοια ιδέα λίγες εβδομάδες νωρίτερα, με τους Τζέραλντ Γκουράλνικ, C.R. Χέιγκεν και Τομ Κίμπλ ακριβώς πίσω τους — δεν ήταν να εγκαταλείψει τη συμμετρία αλλά να την κρύψει. Εισήγαγε ένα βαθμιδικό πεδίο που γεμίζει όλο τον χώρο, καθοδηγούμενο από ένα δυναμικό που μοιάζει λιγότερο με μπολ και περισσότερο με τον πάτο ενός μπουκαλιού κρασιού: ένα εξόγκωμα στο κέντρο, μια αυλάκωση γύρω του. Ένα πεδίο που κάθεται στην κορυφή του εξογκώματος σέβεται την πλήρη συμμετρία της θεωρίας. Ένα πεδίο που έχει κυλήσει προς την αυλάκωση δεν τη σέβεται, παρόλο που ο υποκείμενος νόμος εξακολουθεί να τη σέβεται. Το ίδιο το κενό, η πιο άδεια δυνατή κατάσταση, γίνεται το στοιχείο που σπάει τη συμμετρία — αθόρυβα, χωρίς κανείς να χρειάζεται να τη σπάσει «με το χέρι».
Αυτό που συμβαίνει στη συνέχεια είναι το μέρος που είχε περάσει απαρατήρητο, ή είχε απορριφθεί ως τεχνική περιέργεια, σε προηγούμενες εργασίες για τη αυθόρμητη διάσπαση συμμετρίας. Το θεώρημα του Γκόλντστοουν έλεγε ότι η διάσπαση μιας συνεχούς συμμετρίας πρέπει να παράγει ένα άμαζο, άσπινο σωματίδιο — μια υπόσχεση που φαινόταν να γεμίζει τη θεωρία με ανεπιθύμητα νέα σωματίδια που κανείς δεν είχε δει. Η συμβολή του Χιγκς ήταν να δείξει ότι όταν η σπασμένη συμμετρία είναι τοπική βαθμιδική συμμετρία, αντί για παγκόσμια, το μποζόνιο Γκόλντστοουν δεν επιβιώνει ως ανεξάρτητο σωματίδιο. Απορροφάται — οι φυσικοί εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το ελαφρώς χιουμοριστικό ρήμα «τρώγεται» — από το βαθμιδικό μποζόνιο, το οποίο αποκτά αμέσως την επιμήκη πόλωση που ένα άμαζο σωματίδιο απαγορεύεται να έχει και ένα μαζικό απαιτεί. Ο λογαριασμός αυτής της «συναλλαγής» πληρώνεται σε μάζα, ανάλογη με την τιμή αναμονής του πεδίου στο κενό και με τη δύναμη της σύζευξης. Το βαθμιδικό μποζόνιο βαραίνει. Η συμμετρία επιβιώνει, κωδικοποιημένη αντί να εμφανίζεται. Και υπάρχει ένα υπόλοιπο: μια διέγερση του πεδίου γύρω από το νέο σημείο ισορροπίας του, ένα πραγματικό, μαζικό, βαθμιδικό σωματίδιο — αυτό που όλοι εννοούν σήμερα όταν λένε «το μποζόνιο Χιγκς».
Ο Χιγκς φαίνεται να είχε καταλάβει, με τρόπο που οι επικριτές του αρχικά δεν είχαν, ότι αυτό ήταν το κεντρικό σημείο: όχι μια υποσημείωση για τη δομή του κενού, αλλά ένας μηχανισμός αρκετά στιβαρός ώστε να στηρίξει τη θεωρία ηλεκτρασθενούς αλληλεπίδρασης που ο Βάινμπεργκ και ο Σαλάμ θα έχτιζαν πάνω του λίγα χρόνια αργότερα, και αρκετά ανανεώσιμη, όπως θα αποδείκνυε αργότερα ο ’τ Χουφτ, ώστε να εμπιστευτεί κανείς πραγματικούς υπολογισμούς και όχι να τη θεωρεί απλώς ένα τυπικό τέχνασμα. Η εργασία δεν επιμένει σε τίποτα από αυτά. Διατυπώνει τον μηχανισμό, σημειώνει τη συνέπεια που ο κριτής είχε παραβλέψει και σταματά. Όποιο δράμα το συνοδεύει σήμερα ανήκει στα σαράντα οκτώ χρόνια ανάμεσα στη μιάμιση σελίδα του 1964 και το πρωινό του Ιουλίου του 2012, όταν δύο ανιχνευτές στο CERN, ανεξάρτητα, βρήκαν το «εξόγκωμα» στα δεδομένα που το δυναμικό τύπου μπουκαλιού κρασιού είχε υποσχεθεί εξαρχής.
Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής
«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)
Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)
Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!
Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *
Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;
Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.
Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****
* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.