Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025

Η μετανάστευση στη Δυτική Ευρώπη

 Vasiliki Lazou

Δεν ήταν «η κακιά η ώρα» – ήταν μια συνειδητή επιλογή εκπατρισμού 760.000, νέων στην πλειονότητά τους, Ελλήνων από το 1955 έως το 1977, οι περισσότεροι προς τη Γερμανία. Μια εύκολη λύση εξαιτίας της ανικανότητας της μεταπολεμικής εξουσίας να συντάξει ένα υγιές παραγωγικό μοντέλο δίκαιης αναδιανομής, όπως έκαναν τόσες άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Αντί αυτού, οι κυβερνήσεις θυσίασαν ολόκληρες γενιές, βαφτίζοντας τον ξεριζωμό «αναπτυξιακή πολιτική».
Η μετανάστευση στη Δυτική Ευρώπη –οι επιπτώσεις και οι πληγές– αποτελεί το θέμα που διεξοδικά αναλύεται στο HotDoc.History που θα διατίθεται με το Documento την Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025.
Μια άρχουσα τάξη εθισμένη στην ξένη βοήθεια –που κατά κανόνα κατέληξε στις τσέπες της– μαθημένη στις ξένες επενδύσεις και απρόθυμη για παραγωγικές επενδύσεις προτίμησε τον εύκολο δρόμο: Έστειλε «στις φάμπρικες της Γερμανίας και του Βελγίου τις στοές» το παραγωγικότερο τμήμα του πληθυσμού και ερήμωσε ολόκληρες περιοχές. Μανάδες που έμειναν μόνες σε άδεια χωριά, παιδιά που μεγάλωσαν με φωτογραφίες αντί για πατεράδες, οικογένειες που λύγιζαν από την απουσία.
Ο «γκασταρμπάιτερ», κατά τον γερμανικό ευφημισμό «φιλοξενούμενος εργάτης», δηλαδή χωρίς μόνιμη εγκατάσταση και χωρίς εξασφαλισμένα δικαιώματα, έγινε το αναλώσιμο εξάρτημα της δυτικογερμανικής βιομηχανικής ανάπτυξης. Πειθαρχικός, υποτιμημένος, εργαζόμενος δεύτερης κατηγορίας. Στριμωγμένος σε καταλύματα ερείπια, στα περιβόητα κοινόβια όπου οι καμαρούλες δεν ξεπερνούσαν τα 16 τετραγωνικά για οκτώ άτομα.
Την ίδια ώρα, το ελληνικό κεφάλαιο, απελευθερωμένο από κάθε κοινωνικό έλεγχο μετά την ήττα της Αριστεράς στον Εμφύλιο, θωράκιζε τα προνόμιά του· επιδοτήσεις και φοροαπαλλαγές. Μετέτρεψε τη μετανάστευση στην τέλεια βαλβίδα εκτόνωσης: Εξαφάνισε ως διά μαγείας την ανεργία, περιόρισε κοινωνικές εντάσεις και έφερε εμβάσματα που σταθεροποιούσαν ένα σαθρό οικονομικό οικοδόμημα.
Οι ξεριζωμένοι υπέστησαν μια βίαιη πολιτική ωρίμανση. Άνθρωποι αταξίδευτοι, συντηρητικοί, προσγειώθηκαν σε έναν νέο κόσμο. Καχύποπτοι προς τον συνδικαλισμό υποχρεώθηκαν να ενταχθούν σε συνδικάτα που υπερασπίζονταν τα δικαιώματά τους. Συγκρότησαν τις δικές τους κοινότητες, ανελίχθηκαν κοινωνικά και οι περισσότεροι επέστρεψαν. Καθόλου τυχαία στη Γερμανία αναπτύχθηκε ένα από τα ισχυρότερα αντιχουντικά κινήματα.
Γράφουν: Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Μιχάλης Λυμπεράτος, Σταύρος Παναγιωτίδης, Βαγγέλης Βάγιας, Τάκης Κατσιμάρδος, Βασιλική Λάζου.

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2025

Ο Λάσλο Κρασναχορκάι, ο σκοτεινός προφήτης της Ευρώπης, κέρδισε το Νόμπελ | LiFO. Γράφει η Τίνα Μανδηλαρά

 Φέτος, το βραβείο δόθηκε στον συγγραφέα που κατά τη Σουηδική Ακαδημία αποτελεί ένα ελπιδοφόρο βήμα προς τον χαμένο ανθρωπισμό, την υψηλή λογοτεχνία και τη στοχαστική ακρίβεια, στοιχεία που ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τόσο πολύ ανάγκη.... το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2025 δόθηκε στον Ούγγρο λογοτέχνη, Λάσλο Κρασναχορκάι, στην πιο σκοτεινή ίσως στιγμή της Ευρώπης και σε μια περίοδο που οι ανθρωπιστικές αρχές τίθενται εν αμφιβόλω και οι λογοτεχνικές αρετές δεν αποτελούν καν μέρος της συζήτησης. Με το φετινό Νόμπελ και σε αυτήν ακριβώς τη συγκυρία ο λογοτέχνης όχι μόνο φαίνεται να στέκεται στο ύψος των περιστάσεων αλλά επαναφέρει στην πρώτη γραμμή όλα τα κρίσιμα ερωτήματα της Ευρώπης.

ΤΙΠΟΤΑ : Στίχοι-Μουσική Κώστας Τσιαντής

 Νέο Τραγούδι:

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος (1946-1949)

O Εμφύλιος συνεχίζεται ακόμα | Μαρία Ευθυμίου | Bookvoice: The Podcast -...

Τζον Μαρτίνης: Νόμπελ Φυσικής 2025

Τζον Μαρτίνης: Νόμπελ Φυσικής 2025

Manos Lambrakis.....''το οικογενειακό τραπέζι''

 Manos Lambrakis

Είναι από τις πιο σιωπηλές μορφές πένθους της εποχής μας: η μοναξιά των ηλικιωμένων που κάθονται μπροστά σε ένα στρωμένο τραπέζι, χωρίς να ακούγεται πια το τρίξιμο της καρέκλας από την επιστροφή του παιδιού ή το γέλιο του εγγονού. Ζουν ένα είδος «αποσυνδέσεως εντός της εγγύτητας»— βρίσκονται ένα τετράγωνο πιο κάτω ή πιο πάνω, αλλά έχουν χαθεί μέσα στην υπερσυνδεδεμένη ερημία των νέων ρυθμών. Δεν πρόκειται για αδιαφορία μόνο, είναι το σύμπτωμα μιας κοινωνίας που δεν αντέχει πια τη διάρκεια, τη μνήμη, το τραπέζι. Γιατί το οικογενειακό τραπέζι είναι ο κατεξοχήν τόπος όπου συναντιούνται τα σώματα και οι χρόνοι, εκεί όπου η κουζίνα γίνεται θεσμός και το φαγητό, μυστήριο σχέσης. Όταν λείπει το κάλεσμα για φαγητό, λείπει και η αφορμή για συνάντηση — και η απουσία αυτή, με τον καιρό, γίνεται καθεστώς.
Αυτή η απομάκρυνση δεν είναι απλώς προϊόν αμέλειας, είναι μορφή άμυνας. Ο σύγχρονος άνθρωπος, απορροφημένος από την επιτελεστικότητα της καθημερινότητας, φοβάται τον καθρέφτη που του κρατά η τρίτη ηλικία: το πρόσωπο του πατέρα ή της μητέρας του φέρει τη μνήμη του χρόνου, την υπόμνηση της φθοράς, το ανείπωτο της τρυφερότητας που δεν προλαβαίνουμε να εκφράσουμε. Έτσι αποφεύγει τη συνάντηση όχι επειδή δεν αγαπά, αλλά επειδή δεν αντέχει τη συνειδητοποίηση του χρέους της αγάπης.
Της αγάπης ως πράξης, όχι ως συναισθήματος.
Το τηλέφωνο γίνεται μια γρήγορη μετάθεση της ευθύνης — «είμαι καλά;» «είσαι καλά;» — χωρίς να ειπωθεί τίποτα, χωρίς να ακουστεί το κουτάλι μέσα στο πιάτο, χωρίς τη μυρωδιά του μαγειρεμένου φαγητού που δένει τα μέλη της οικογένειας σε κοινό χρόνο.
Αυτή η απώλεια του μαγειρέματος δεν είναι τυχαία. Είναι το σημάδι μιας απομαγείας της καθημερινής ζωής. Το φαγητό, κάποτε πράξη προσφοράς, σχέσης και τελετουργίας, έχει μετατραπεί σε καταναλωτικό γεγονός. Οι Κυριακές έξω στα εστιατόρια δεν είναι απλώς αλλαγή συνηθειών, είναι ένδειξη μιας κοινωνίας που έχει απολέσει την εσωτερικότητα της φιλοξενίας. Το σπίτι δεν είναι πια τόπος, αλλά σταθμός. Η κατσαρόλα δεν βράζει από αγάπη, αλλά από μνήμη — και όταν σταματά να βράζει, σβήνει κι ένα κομμάτι της οικειότητας. Οι γιαγιάδες που συνεχίζουν να στρώνουν το τραπέζι, παρότι γνωρίζουν πως κανείς δεν θα έρθει, είναι οι τελευταίοι φύλακες της σχέσης, οι τελευταίοι ποιμένες της κοινότητας. Κρατούν, μέσα στην κουζίνα τους, ένα υπόλειμμα ανθρωπιάς απέναντι σε μια κοινωνία που, όσο πιο πολύ επικοινωνεί, τόσο λιγότερο συναντιέται.
Ίσως, λοιπόν, δεν πρόκειται μόνο για μοναξιά, αλλά για μια νέα μορφή κοινωνικής ασθένειας: την απουσία του κοινού χρόνου. Το μαγείρεμα και το κάλεσμα δεν είναι παρωχημένες χειρονομίες. Είναι μορφές αντίστασης απέναντι στην αποξένωση. Κάθε φορά που ένα παιδί κάθεται στο τραπέζι της μάνας ή της γιαγιάς του, αποκαθίσταται, έστω και για λίγο, ο δεσμός της μνήμης και της συνέχειας. Και κάθε φορά που αυτό δεν συμβαίνει, ο κόσμος γίνεται λίγο πιο ψυχρός, λίγο πιο σιωπηλός — ένας κόσμος χωρίς άρωμα μαγειρεμένου φαγητού, χωρίς τη φωνή που ρωτά: «έφαγες;». Μια φράση απλή, που όμως κάποτε σήμαινε την πιο βαθιά μορφή αγάπης που γνώρισε ποτέ ο άνθρωπος.

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2025

ΑΓΑΛΙΑΝΟΣ

 


ΠΡΟΣΦΕΡΑΝ/ΘΕΛΟΥΝ ΜΙΑ ΑΠΟΙΚΙΑΚΗ ΔΟΜΗ (ΑΠΑΡΧΑΪΝΤ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΟΥΣ! Something BIG Is About to Happen to ISRAEL and the U.S... | Prof. Jeff S...

Russia Is Ready To Flatten NATO — The U.S. Will Not Remain Passive | Col...

Κεντρικό δελτίο ειδήσεων 08/10/2025 | OPEN TV. ΤΟ 82/% ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ ΤΟΝ ΜΑΚΡΟΝ! ΠΟΛΕΜΟΣ ΡΩΣΙΑΣ-ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)