Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης 1 ώρ. · ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΕΜΟ

 


ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΕΜΟ

Αντώνης Ανδρουλιδάκης   1 ώρ.    ·

ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΕΜΟ

Ποιος μας έμαθε για ποια πράγματα αξίζει να τρέχουμε;

Η εικόνα είναι σχεδόν αλληγορική. Οι μπάρες ανοίγουν και εκατοντάδες άνθρωποι αρχίζουν να τρέχουν. Τρέχουν πραγματικά, με όση δύναμη έχουν, για να προλάβουν μια καλύτερη θέση στη συναυλία, να βρεθούν λίγο πιο κοντά στη σκηνή, εκεί όπου συμβαίνει το γεγονός.

Θα ήταν πολύ εύκολο να τους ειρωνευτούμε. Και θα ήταν λάθος.

Γιατί το ενδιαφέρον στην εικόνα δεν είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι τρέχουν. Είναι ότι μπορούν ακόμη να τρέξουν. Μπορούν να επιθυμήσουν κάτι τόσο πολύ ώστε να περιμένουν ώρες, να στριμωχτούν, να κινητοποιηθούν, να συγκεντρωθούν κατά χιλιάδες στον ίδιο τόπο.

Άρα το πρόβλημα δεν είναι ότι η κοινωνία μας έχασε την επιθυμία της. Το ερώτημα είναι άλλο: Ποιος έμαθε μια κοινωνία για ποια πράγματα αξίζει να τρέχει; Γιατί καμία κοινωνία δεν γεννιέται γνωρίζοντας τι είναι σημαντικό. Μαθαίνει τι αξίζει να θαυμάζει, να επιθυμεί, να αγοράζει, να φοβάται, για ποιο πράγμα αξίζει να περιμένει, να ταξιδέψει, να συγκινηθεί ή να θυμώσει. Και αυτή η εκπαίδευση δεν γίνεται μόνο στο σχολείο. Γίνεται καθημερινά από τις οθόνες, τη διαφήμιση, την τηλεόραση, τις πλατφόρμες, από τα πρόσωπα που προβάλλονται αδιάκοπα και από εκείνα που δεν προβάλλονται ποτέ.

Μια κοινωνία εκπαιδεύεται κυρίως από αυτά στα οποία μαθαίνει να στρέφει την προσοχή της. Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο αθέατες λειτουργίες του σύγχρονου καπιταλισμού. Δεν χρειάζεται να σου απαγορεύσει να σκέφτεσαι. Δεν χρειάζεται καν να σου πει τι να σκέφτεσαι. Αρκεί να επηρεάζει αποφασιστικά για ποια πράγματα θα σκέφτεσαι. Η εξουσία πάνω στην προσοχή προηγείται συχνά της εξουσίας πάνω στη σκέψη.

Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει μέσα σε έναν πρωτοφανή μηχανισμό παραγωγής προσοχής και επιθυμίας: κοίτα εδώ, θύμωσε γι' αυτό, συγκινήσου μ' εκείνο, αγόρασε αυτό, φοβήσου το άλλο, δες το επόμενο, συνέχισε να σκρολάρεις. Δεν χρειάζεται κάποιο σκοτεινό κέντρο που τα σχεδιάζει όλα. Αρκεί η σύγκλιση ενός οικονομικού και πολιτισμικού συστήματος που ευνοεί έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου: έναν άνθρωπο με αστείρευτη επιθυμία για κατανάλωση και εξασθενημένη επιθυμία για συμμετοχή και ευθύνη.

Κι εδώ εμφανίζεται ο Ρέμος. Όχι ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Ο κάθε Ρέμος. Ο Ρέμος ως πολιτισμικό σημείο, ως θέαμα, ως «εμπειρία», ως οργανωμένη συγκίνηση. Μόνο που αυτή η συγκίνηση έχει συχνά κάτι το πλαστικό. Όχι επειδή είναι ψεύτικη. Οι άνθρωποι μπορεί πράγματι να συγκινούνται, να κλαίνε, να θυμούνται έναν έρωτα, έναν άνθρωπο που έχασαν, μια εποχή της ζωής τους. Το πλαστικό δεν βρίσκεται στην αλήθεια του αισθήματος αλλά στη βιομηχανική του μορφή. Είναι μια συγκίνηση προκατασκευασμένη, σκηνοθετημένη, επαναλήψιμη και έτοιμη προς κατανάλωση.

Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε π λ α σ τ ι κ ό σ υ ν α ί σ θ η μ α: ένα συναίσθημα που μπορεί να είναι απολύτως αληθινό τη στιγμή που βιώνεται, αλλά έχει οργανωθεί έτσι ώστε να καταναλωθεί χωρίς να αφήσει πίσω του υποχρεώσεις. Γιατί το πραγματικό συναίσθημα έχει συνέπειες. Η αγάπη ζητά παρουσία. Η θλίψη ζητά μνήμη. Η οργή απέναντι στην αδικία ζητά θέση. Η συμπόνια ζητά να πλησιάσεις τον άλλον. Το πλαστικό συναίσθημα ζητά κυρίως… το επόμενο συναίσθημα. Όπως, άλλωστε, συμβαίνει συχνά και στις σύγχρονες "ερωτικές" μας σχέσεις.

Συγκινούμαι χωρίς να δεσμεύομαι. Θυμώνω χωρίς να πράττω. Πενθώ χωρίς να θυμάμαι. Συμμετέχω χωρίς να αναλαμβάνω ευθύνη. Ένταση χωρίς διάρκεια. Συγκίνηση χωρίς συνέπεια. Συμμετοχή χωρίς ευθύνη.

Και ίσως αυτή να είναι η ιδανική συναισθηματική κατάσταση του καταναλωτικού υποκειμένου: όχι ένας άνθρωπος που δεν αισθάνεται τίποτε, αλλά ένας άνθρωπος που αισθάνεται διαρκώς και δεν προλαβαίνει να μεταβολίσει τίποτε. Το ώριμο συναίσθημα χρειάζεται χρόνο και σιωπή. Χρειάζεται να αντέξεις αυτό που ένιωσες αρκετά ώστε να αναρωτηθείς τι σημαίνει για τη ζωή σου. Το πλαστικό συναίσθημα δεν σου δίνει αυτόν τον χρόνο. Σου δίνει το επόμενο συναίσθημα, όπως τα προϊόντα στο ράφι ενός σούπερ μαρκετ.

Η βιομηχανία του θεάματος έχει καταλάβει κάτι θεμελιώδες: ο άνθρωπος δεν καταναλώνει μόνο πράγματα. Καταναλώνει αισθήματα. Συγκίνηση, ταύτιση, νοσταλγία, ερωτισμό, ένταση, συλλογικότητα, ακόμη και την αίσθηση ότι ανήκει κάπου. Το γεγονός γίνεται εικόνα, η εικόνα περιεχόμενο και το περιεχόμενο επιστρέφει στις πλατφόρμες για να παραγάγει νέα προσοχή, νέα επιθυμία και νέα κατανάλωση.

Και κάπου εδώ αρχίζει η νηπιοποίηση του δυτικού υποκειμένου.

Όχι επειδή όποιος διασκεδάζει είναι νήπιο. Αυτό θα ήταν ανόητο και περιφρονητικό. Η νηπιοποίηση βρίσκεται αλλού. Το νήπιο κατοικεί σε έναν κόσμο που έχει κατασκευαστεί από άλλους. Δεν αποφασίζει τους κανόνες του, δεν οργανώνει τους θεσμούς του, δεν αναλαμβάνει ευθύνη για το μέλλον του. Κάποιος άλλος φροντίζει γι' αυτά. Εκείνο επιθυμεί, ζητά, καταναλώνει, δυσανασχετεί, χαίρεται, θυμώνει και περιμένει την επόμενη ικανοποίηση.

Κάπως έτσι εκπαιδεύεται και ο σύγχρονος πολίτης. Του ζητούν να είναι απολύτως ενήλικος όταν πρόκειται να εργαστεί, να πληρώσει φόρους και δάνεια, να ανταγωνιστεί, να αυτοβελτιωθεί, να αναλάβει την «ατομική του ευθύνη». Όταν όμως πρόκειται για τον κοινό κόσμο, του ζητείται να παραμένει παιδί. Κάποιος άλλος θα αποφασίσει για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, τον πόλεμο και την ειρήνη, την παιδεία, την εργασία, το μέλλον των παιδιών του. Κι εκείνος θα επιλέξει κυρίως ανάμεσα σε προϊόντα, πλατφόρμες, κόμματα, πρόσωπα και εμπειρίες που έχουν ήδη τοποθετηθεί μπροστά του.

Ενηλικιώνεται ως καταναλωτής και νηπιοποιείται ως πολίτης.

Εδώ ακριβώς η διασκέδαση αποκτά πολιτική σημασία. Όχι επειδή υπάρχει κάτι κακό στο τραγούδι, στον χορό ή στη χαρά. Ένας πολιτισμός χωρίς γιορτή θα ήταν νεκρός. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η γιορτή δεν είναι πια ανάπαυση από τη συμμετοχή στον κοινό κόσμο, αλλά υποκατάστατό της. Όταν εκπαιδευόμαστε να είμαστε θεατές παντού: στη συναυλία, στην τηλεόραση, στην πολιτική, στον πόλεμο, στην καταστροφή, ακόμη και στην ίδια μας τη ζωή. Και ο θεατής έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα για κάθε σύστημα εξουσίας: μπορεί να είναι εξαιρετικά συγκινημένος χωρίς να είναι καθόλου επικίνδυνος. Μπορεί να φωνάζει, να κλαίει, να εξοργίζεται, να χειροκροτεί, να κάνει like και share. Μπορεί ακόμη και να πιστεύει ότι συμμετέχει. Αρκεί η συγκίνησή του να μην αποκτήσει διάρκεια. Να μη γίνει οργάνωση, κρίση, συλλογική βούληση, πράξη.

Η σύγχρονη εξουσία δεν χρειάζεται πάντοτε να σου πει «σώπα».

Μπορεί να σου πει: «Φώναξε όσο θέλεις. Αρκεί να παραμείνεις θεατής».

Δεν με ενοχλεί, λοιπόν, που τρέχουν για τον Ρέμο. Με ανησυχεί το ενδεχόμενο ότι μια κοινωνία φαίνεται να έχει ξεχάσει για τι άλλο αξίζει να τρέξει. Πότε τρέξαμε τελευταία φορά έτσι για ένα σχολείο; Για ένα νοσοκομείο; Για έναν δημόσιο χώρο; Για μια αδικία που δεν συνέβη προσωπικά σ' εμάς; Για έναν θεσμό που καταρρέει; Για το δικαίωμα να αποφασίζουμε εμείς για το μέλλον μας;

Γι' αυτό το ερώτημα δεν είναι γιατί έτρεξαν στον Ρέμο. Ούτε αν έπρεπε να πάνε στη συναυλία. Ούτε αν η διασκέδασή τους ήταν «ποιοτική» ή «ευτελής». Το δύσκολο ερώτημα είναι άλλο: Ποιος έμαθε μια κοινωνία για ποια πράγματα αξίζει να τρέχει; Και το ακόμη δυσκολότερο: Ποιος ωφελείται όταν δεν τρέχει πια για τίποτε άλλο; Γιατί ίσως η πιο αποτελεσματική εξουσία δεν είναι εκείνη που ακινητοποιεί τους ανθρώπους. Είναι εκείνη που τους αφήνει να τρέχουν όσο θέλουν - αφού πρώτα τους έχει μάθει προς τα πού.

Λιγότερα



ΑΝΤΙΟ ΝΤΑΛΑΡΑ, ΠΑΡΙΟΥ Κ.Α ... ΓΙΑ ΜΑΖΩΝΑΚΗ. «ΛΑΙΚΗ ΑΓΡΥΠΝΙΑ»

ΑΝΤΙΟ ΝΤΑΛΑΡΑ ΓΙΑ ΜΑΖΩΝΑΚΗ 


ΑΝΤΙΟ ΑΠΌ ΠΑΡΙΟ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥΣ/2



Επικήδειος Αλέκου Μιχαηλίδη για Βάσο Φτωχόπουλο

 Costas Tsiantis 2 λ.   Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια

Eugenia Sarigiannidi - «λουμπενοποίηση των πάντων».

 

Η παρακμή της ελληνικής κοινωνίας είναι συνδεδεμένη με ένα ευρύτερο φαινόμενο πολιτισμικής, ηθικής και κοινωνικής εξαθλίωσης – ούτως ειπείν, «λουμπενοποίησης των πάντων». Πρόκειται για ένα ψυχοπολιτικό, κοινωνιοπολιτισμικό φαινόμενο το οποίο διασχίζει την κοινωνία οριζοντίως και καθέτως προσβάλλοντας σχεδόν το σύνολό της. Προφανώς και υπάρχουν εξαιρέσεις. Προφανώς και όλοι συγκυριακά μπορεί να «φάνε γλύστρα» στον κατήφορο της ψυχο-κοινωνιο-πολιτικής παρακμής της εποχής που ζουν: όλα τα άτομα ζουν κάτω από την ομπρέλα της ιστορίας που τους επηρεάζει και τους καθορίζει. Προφανώς, η συνειδητοποίηση και η εγρήγορση αναφορικά με αυτόν τον κίνδυνο είναι μια πράξη αντίστασης και ψυχοδιανοητικής ενάργειας.
Παρατηρώντας αυτήν την πορεία λουμπενοποίησης, θα σημειώναμε πως κυρίως κατά τη διάρκεια της περιόδου κόβιντ και λίγο μετά παρατηρήθηκε εκ μέρους της κοινωνίας μια προσπάθεια ενεργοποίησης, συνειδητοποίησης των κακώς κειμένων, ανησυχία για το κοινωνιοπολιτικό μέλλον κλπ. Από την άλλη μεριά όμως, «έσκασε το απόστημα» που αποτελούσε τμήμα της «μόλυνσης του κοινωνικού σώματος» από τα μνημόνια και ύστερα. Η ανυπαρξία «θεραπείας», η κακοδιαχείριση και η σφαλιάρα που έφαγαν οι όποιες τότε αντιδράσεις και αγώνες, χειροτέρευσαν την κλινική εικόνα του «ασθενούς». Βεβαίως, οι προϋποθέσεις του «σαπίσματος» είχαν ήδη προηγηθεί, τις «καλές εποχές» που «έπεφτε και έρρεε» το χρήμα και εξαγοράζονταν συνειδήσεις, ηθικές υποστάσεις, νοοτροπίες κλπ. Και φτάνουμε στην μετά κόβιντ περίοδο, όπου το «πύον» πλέον ρέει άφθονο και κάνει ακόμα πιο ολισθηρό το έδαφος της ψυχοκοινωνιοπολιτικής και πολιτισμικής κατηφόρας.
Λουμπενοποίηση λοιπόν, χωρίς σαφή ταξικά σύνορα, μορφωτικά όρια, ιδεολογικές περιχαρακώσεις κλπ. Την βλέπεις παντού: Στον γιο Ελλήνων μεταναστών που είναι ο «πατέρας» της υπόθεσης στην Κυψέλη και σε όλες τις σχετικές υποθέσεις οι οποίες έχουν δει τα τελευταία χρόνια το φως της δημοσιότητας. Την βλέπεις επίσης στα δημόσια σχολεία, αλλά και στα πανάκριβα ιδιωτικά σχολεία με τις συμμορίες γόνων ευκατάστατων οικογενειών, τα ναρκωτικά και τόσα άλλα. Την βλέπεις στους δημοσιολογούντες και παρεμβαίνοντες που έχουν μπερδέψει την κριτική με την κουλτούρα του κραξίματος. Την βλέπεις στους λογοκλόπους που γράφουν και μιλούν για ιδέες και πράγματα σαν αυτοί να τα σκέφτηκαν πρώτη φορά, χωρίς ποτέ να αναφέρουν τις πηγές ή τους εμπνευστές τους. Την βλέπεις στους Καθηγητές Πανεπιστημίου στις κοινωνικές ιδίως και πολιτικές επιστήμες, που έχουν μπερδέψει την επιστήμη τους με την κυρίαρχη ιδεολογία και σαν τυπικοί δημόσιοι υπάλληλοι συνεισφέρουν στην μετατροπή του πανεπιστημίου σε χώρο πολιτικά ορθής καθεστωτικής προπαγάνδας και παροχής μεταλυκειακών σπουδών. Την βλέπεις στο δρόμο, καθώς οδηγείς. Την βλέπεις στις μαφιοποιημένες νοοτροπίες της αρπαχτής. Την βλέπεις στην απαξίωση της ηθικής της εργασίας και την αντικατάσταση της από την αισθητική της «διακεκριμένης» κατανάλωσης. Την βλέπεις στους πατριδέμπορους και θρησκέμπορους που δεν θυμίζουν σε τίποτα τον ταπεινό, λαϊκό πιστό του παρελθόντος. Την βλέπεις στο μεσοαστικό καλοβαλμένο διαμέρισμα της Αγίας Παρασκευής, της Πεύκης ή της Κηφισιάς που το παιδί παίζει gaming από το πρωί ως το βράδυ κάνοντας την μέρα νύχτα. Την βλέπεις στην προσχηματική αγάπη των σύγχρονων γονέων για τα παιδιά τους. Την βλέπεις στην τραπ, στις χοντροκομμένες συμπεριφορές που είναι «μαγκιά». Την βλέπεις στα πανάκριβα γιοτ της παγκόσμιας ελίτ, αλλά και σε ένα φτωχικό διαμέρισμα στον Άγιο Παντελεήμονα. Την βλέπεις στις λίστες Epstein, αλλά και στις λίστες Μίχου της Ψωροκώσταινας. Την βλέπεις στις δηλώσεις Μασκ και στα βιβλία του Χαράρι. Την βλέπεις στην αγραμματοσύνη της παγκόσμιας, αλλά και εγχώριας ψευτο ελίτ του «πνεύματος» που διακρίνεται για την αμορφωσιά της, συζητώντας με στόμφο θέματα για τα οποία έχει χυθεί άπειρο μελάνι, σαν να τα ανακάλυψαν οι ίδιοι μόλις χθες. Την βλέπεις στα γραφεία των ψυχολόγων, των ψυχιάτρων και στους θαλάμους αναμονής των νοσοκομείων. Την βλέπεις στα ιδιωτικά ιατρεία, όπου η υγεία έχει γίνει το μεγαλύτερο εμπόρευμα και η πιο επικερδής «μπίσνα». Την βλέπεις στα αεροδρόμια. Την βλέπεις στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις. Την βλέπεις στο tinder, στο bubble. Την βλέπεις στο κυρίαρχο lifestyle… ή στον τρόπο που οι γυναίκες (αλλά και οι άντρες) αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους σαν «κρέας», είτε στην φροντίδα και συντήρησή του, είτε στην εμπορευματοποίησή του. Την βλέπεις στην μιζέρια, στην ζηλοφθονία, στην κακία, στην εμπάθεια. Την βλέπεις στην έλλειψη χιούμορ (εκεί κι αν την βλέπεις…). Την βλέπεις στους τρόπους επικοινωνίας, που όλα «έχουν γίνει ίσιωμα». Την βλέπεις στην απαξίωση στοιχειωδών κανόνων κοινωνικής συμβίωσης και πρώτα από όλα στην έλλειψη της καθημερινής ευγένειας. Στην αισθητική του trash. Στην σκουπιδοποίηση των σχέσεων. Στα βαρύγδουπα λόγια, τα τόσο κενά περιεχομένου. Στην παραγωγή κειμένων που γράφονται ή διορθώνονται από την Τ.Ν. (Για να «πω κι εγώ κάτι. Να διακριθώ κι εγώ κάπως»… Πόσο κομπλεξικός πρέπει να νιώθεις… Πόσο μίζερα πρέπει να αισθάνεσαι για να θέλεις, σώνει και καλά, να βαφτίσεις «δικό σου» κάτι που στην πραγματικότητα δεν είναι δικό σου, διότι γράφτηκε από την Τ.Ν. κατά παραγγελία από εσένα. Θα μπορούσες απλά να μην πεις τίποτα… θα ήταν πιο έντιμο και αξιοπρεπές.) Παράλληλα, η λουμπενοποίηση εδράζεται εν μέρει στις ιδεολογικές επιπτώσεις του διάχυτου δικαιωματισμού: «Θέλω να γίνω ο Ελύτης ή ο Σαίξπηρ ή ο Πλάτωνας ή ο Νταλί, αλλά δεν γράφω, ούτε ζωγραφίζω σαν κανέναν από αυτούς. Ναι, αλλά θέλω… Δεν έχω δικαίωμα; Θα βάλω την Τ.Ν. να γράφει ή να ζωγραφίζει σαν αυτούς. Θα δημοσιεύω, όπου μπορώ και έχω προφίλ, τα επιτεύγματά της σαν δικά μου. Θα πουλήσω μούρη». Κατόπιν θα κάνω μαθήματα στους υπόλοιπους για το ότι «πρέπει να είσαι ο εαυτός σου». Θα μιλήσω με στόμφο περί αυθεντικότητας, περί ειλικρίνειας στις σχέσεις με τους άλλους και τον εαυτό… χίλια δυο στερεότυπα δηλαδή, που κι αυτά ενδεχομένως από κάπου θα τα έχω φωτοτυπήσει, λέγοντας πως είναι δικά μου. Κομμάτι της λουμπενοποίησης είναι κι ο φαρισαϊσμός. Το ότι οι άνθρωποι μιλούν ή γράφουν για την φιλοσοφία του Χ ή του Ψ, ενώ δεν μπορούν να «χωρίσουν δυο γαϊδάρων άχυρα», γιατί έχουν απωλέσει την κοινή λογική (ανεξαρτήτως της τυπικής εγγραμματοσύνης τους), είναι κομμάτι της λουμπενοποίησής τους. Η εξαχρείωση, η εξοικείωση με το αποτρόπαιο είναι κομμάτι της λουμπενοποίησης. Η ανοχή του επίσης.
Άρα στο ερώτημα «τι κάνουμε;» «Τι προτείνετε;» κλπ., που θέτει κάθε φορά ο, όπως υποτίθεται, ρεαλιστικά και «πρακτικά» σκεπτόμενος ενεργός πολίτης που στρουθοκαμηλίζοντας, κοροϊδεύει τον εαυτό του (νομίζει ίσως και τους άλλους), η απάντηση που παριστάνει ότι δεν βλέπει είναι πως το μόνο που γίνεται με επιτυχία είναι η λουμπενοποίηση της κοινωνίας. Για να κάνουμε οτιδήποτε πέραν και έξω από αυτό, πρέπει πρώτα να μπει ένα φρένο σε αυτή την λουμπενοποίηση. Αλλιώς, το μόνο που θα κάνουμε είναι να γυρνάμε σαν τους γύπες, κρώζοντας γύρω από την συμπλεγματική προσομοίωση του «εξέχοντος εαυτού μας» και το ημιθανές κουφάρι της κοινωνίας μας.
Κλείνοντας, θα σημειώναμε πως η λουμπενοποίηση όλων των στρωμάτων της κοινωνίας, όλων των κοινωνικοοικονομικών και μορφωτικών επιπέδων, είναι ίσως από τις πιο βασικές ενδείξεις της παρακμής, της απώλειας της αυτοσυντήρησής μας, της πολιτισμικής αποικιοποίησης της σκέψης μας, της καλλιέργειας των σύγχρονων δουλικών συνειδήσεων. Όπως χαρακτηριστικά είχε επισημάνει εδώ και πάνω από 20 χρόνια ο Κονδύλης «η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: Το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και επιδεικτική χυδαιότητα.». Θα προσθέταμε πως οι «κινήσεις του νευρόσπαστου» το βυθίζουν ακόμα περισσότερο στην κινούμενη άμμο επιταχύνοντας την λουμπενοποίησή του, άρα την οριστική και ανεπίστρεπτη (αυτό) καταστροφή του…
Λιγότερα

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Ηλίας Σταμπολιάδης: Το "Πάτερ ημών" ως κάλεσμα για τη Βασιλεία και "επί της γης"

 


Το "Πάτερ ημών" ως κάλεσμα για τη Βασιλεία και "επί της γης"

Κατά Ματθαίον 6:9-13, στην επί του Όρους Ομιλία, ο Χριστός δίνει το πιο σύντομο και ουσιαστικό παράδειγμα προσευχής, εστιάζοντας σε πέντε απλά σημεία:

1. Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς• ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου• Δεχόμεθα ότι ευρίσκεται σε ουράνιο, πνευματικό κόσμο και τον δοξάζουμε για την Αγιοσύνη Του, συνώνυμο δικαιοσύνης και ελευθερίας.

2. Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου• γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς• Παρακαλούμε να έλθει η Βασιλεία Του, δηλαδή μία κατάσταση αρμονίας και ευημερίας, όπου επικρατεί το θέλημά Του, οι νόμοι λειτουργίας της δημιουργίας ζητώντας να πραγματοποιηθεί και επί της γης όπως γίνεται και στον ουρανό.

3. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον• Αφορά άμεσα την συντήρηση της ζωικής, υλικής μας υπόστασης και την εξασφάλιση των καθημερινών βιοτικών αναγκών μας.

4. Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν• Μας προτρέπει να έχουμε αλληλεγγύη μεταξύ μας, για να ξεπερνάμε τις προσωπικές μας δυσκολίες δείχνοντας κάποια ανοχή στην συμπεριφορά των άλλων.

5. Καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ. Τον παρακαλούμε να μας ενισχύσει ενάντια στις δυνάμεις του κακού, που όντας αόρατες μας δημιουργούν προβλήματα επί της γης, με σκοπό να μας αποτρέψουν από το θείο θέλημα, ώστε να μην έχουμε καλή απολογία μετά θάνατον και να χάσουμε την αιώνια ζωή, στην οποία προσδοκούμε ως Χριστιανοί.

Τα πέντε αυτά σημεία μας τα έχουν εξηγήσει ιεροκήρυκες και τα έχουμε διαβάσει σε πολλά θεολογικά κείμενα. Τα 2ο, 3ο και το 4ο αφορούν κυρίως τον τρόπο ζωής μας επί της γης που συνίσταται στον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας μας και τις μεταξύ μα σχέσεις ώστε να τα εξασφαλίσουμε χωρίς διαμάχη. Δηλαδή ένα κοινωνικό-πολιτικό σύστημα που ο καθένας να έχει πρόσβαση στα αναγκαία με δικαιοσύνη και ελευθερία.

Για όλα ο ίδιος ο Θεός-Δημιουργός έχει φροντίσει σε αυτή τη ζωή η ίδια η φύση να μας παρέχει τα υλικά αγαθά και συγχρόνως μας έχει δώσει νου με λογική, θεληματική και θυμική ιδιότητα για να επιλύουμε τα προβλήματά μας. Μας έχει ήδη χαρίσει τη δυνατότητα να επιβιώσουμε σε ένα αρμονικό περιβάλλον και σε εμάς εναπόκειται να το πετύχουμε χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες και τις οδηγίες που μας έχει δώσει , με άλλα λόγια ‘συν Αθηνά και χείρα κίνει’.

Στην ουσία η παρούσα ζωή μας αποτελεί το πεδίο όπου κρίνεται η διάθεση του καθενός για συμμόρφωση μας με τους νόμους της δημιουργίας για να ενταχθεί στην αιωνιότητα, στο βιβλίο της Ζωής όπως αναφέρει η αποκάλυψη. Ο τρόπος που ζούμε την παρούσα ζωή καθορίζεται κυρίως από το κοινωνικό-πολιτικό μας σύστημα. Όταν επικρατεί η αδικία και η στέρηση της ελευθερίας, αναγκαζόμαστε να διαλέγουμε μέσα που παραβιάζουν το θείο θέλημα και μας στερούν την καλή απολογία μετά θάνατον.

Παραδόξως, το Ιερατείο δίνει έμφαση στη μέλλουσα ζωή, η κατάκτηση της οποίας θα γίνει με κριτήρια της παρούσας, χωρίς όμως να βοηθά τους ανθρώπους να λύσουν τα παρόντα κοινωνικά-πολιτικά προβλήματα που επηρεάζουν τον υλικό αλλά και πνευματικό τρόπο ζωής επί της γης.

Γιατί νιώθουμε ότι η Εκκλησία "παραιτείται" από το "επί της γης"

i. Ιστορικά: Μετά τον 4ο αιώνα, που η Εκκλησία συνδέθηκε με την κοσμική εξουσία, πολλές φορές διάλεξε την ησυχία αντί για σύγκρουση. Φοβήθηκε μην ξανασταυρωθεί, αν και πολλοί άνθρωποι σταυρώθηκαν όντως.

ii. Θεολογικά: Από τους πρώτους αιώνες τονίστηκε πολύ το "η βασιλεία μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου". Έτσι η προετοιμασία για τον θάνατο και η σωτηρία της ψυχής πήρε προτεραιότητα, το "επί της γης" μεταφράστηκε συχνά ως "να υπομένουμε" πράγμα που δε συνάδει ακριβώς με την επίτευξη δικαιοσύνης και ελευθερίας που χαρακτηρίζουν την δημιουργία.

iii. Πρακτικά: Είναι πολύ πιο εύκολο να μιλάς για τον ουρανό παρά να τα βάλεις με την εξουσία που αδικεί. Ο Χριστός το πλήρωσε αυτό. Πολλοί μετά δεν θέλησαν.

Αλλά δεν είναι όλη η Εκκλησία έτσι. Υπήρχαν και υπάρχουν πάντα άνθρωποι μέσα της που πήραν στα σοβαρά το "επί της γης": Οι Πατέρες που μίλησαν για τους φτωχούς, οι μοναχοί που έφτιαξαν νοσοκομεία, οι μάρτυρες που είπαν "όχι" σε άδικους αυτοκράτορες, ακόμα και σήμερα παπάδες που μπαίνουν μπροστά σε αδικίες.

Το "Πάτερ ημών" αν το πεις αληθινά, δεν μπορείς μετά να κάθεσαι ήσυχος όταν γίνεται αδικία "επί της γης". Προσευχόμαστε "γενηθήτω το θέλημά σου επί της γης" και βγαίνοντας έξω βλέπουμε αδικία, φτώχεια, εκμετάλλευση... και σιωπή. Είναι σαν να λέμε τα μισά λόγια της προσευχής.

Ο Χριστός δεν δίδαξε μια θρησκεία που λέει "παραιτηθείτε από τον κόσμο". Τον σταύρωσαν ακριβώς επειδή μίλησε για το "επί της γης": για τους φτωχούς, για τους αδυνάτους, για την υποκρισία της εξουσίας. Δεν έκανε μόνο λειτουργίες, μπήκε στην αγορά, στο δικαστήριο, στον ναό και είπε την αλήθεια.

Το "σώσον τας ψυχάς ημών" χωρίς το "επί της γης" καταντάει εύκολο. Σώζουμε την ψυχή μας αλλά αφήνουμε το κακό να κυβερνά τον κόσμο, παρασύροντας συνανθρώπους μας.

Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν ιερείς που νοιάζονται, αλλά συχνά η Δομή, το Ιερατείο φοβάται. Φοβάται μην χάσει προνόμια, μην μπλέξει με την πολιτική, μην "σκανδαλίσει".

Το "Πάτερ ημών" είναι προσευχή που ταράζει, είναι το πιο πολιτικό από τα θεολογικά κείμενα που υπάρχουν. Ζητάει τη Βασιλεία του Θεού από εδώ, όχι μόνο μετά θάνατον.

Ηλίας Σταμπολιάδης

Μηχανικός Μεταλλείων, Μεταλλουργός

πρώην Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτη

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Μαζωνάκης,τα ερωτικα .Mazw

 

Γιώργος Μαζωνάκης- Ανήκω Σε Μένα @Κέντρο Αθηνών 2022-2023 (φινάλε)

 

AI+math

Το πρόβλημα είναι ωραίο: συνδυάζει AM–GM, Cauchy–Schwarz και μια έξυπνη ομαδοποίηση.

🎯 Στόχος

Να δείξουμε ότι για a,b>0:

a2b+b2a+a2+b22    3a6+b626.

Βήμα 1 — Ενίσχυση του δεξιού μέλους

Χρησιμοποιούμε ότι:

a6+b626max(a6,b6)6=max(a,b).

Άρα:

3a6+b6263max(a,b).

Αρκεί λοιπόν να δείξουμε:

a2b+b2a+a2+b223max(a,b).

Χωρίς απώλεια γενικότητας, έστω ab. Τότε η ανισότητα γίνεται:

a2b+b2a+a2+b223a.

Βήμα 2 — Απόδειξη της βασικής ανισότητας

Θα δείξουμε ότι:

a2b+b2a2a.

Πράγματι:

a2b+b2a=a(ab)+a(ba)=a(ab+ba).

Και επειδή:

ab+ba2,

έχουμε:

a2b+b2a2a.

Βήμα 3 — Το τρίτο μέλος

Θέλουμε:

a2+b22ab.

Αυτό ισχύει γιατί:

a2+b22(ab)2

ισοδύναμο με:

a2+b22a24ab+2b2

ή

0a24ab+b2=(ab)22ab.

Και επειδή ab>0, η ανισότητα ισχύει.

Άρα:

a2+b22ab.

🎯 Τελική σύνθεση

Προσθέτουμε τα δύο αποτελέσματα:

a2b+b2a2a,
a2+b22ab.

Άρα:

a2b+b2a+a2+b222a+(ab)=3ab.

Επειδή ab, έχουμε:

3ab3aa=2a3a6+b626.

Και έτσι η αρχική ανισότητα αποδεικνύεται.

🏁 Απόδειξη ολοκληρώθηκε

Η ανισότητα ισχύει για όλα τα a,b>0.

Αν θέλεις, μπορώ να σου δώσω εναλλακτική απόδειξη με Cauchy–Schwarz, ή να τη μετατρέψω σε Theorem–Proof μορφή για δημοσίευση.

Γιώργος Μαζωνάκης - Ανήκω σε μένα. Στίχοι : Πάνος Φαλάρας Μουσική : Νίκος Τερζής

 

Έσβησαν τα φώτα, χαμήλωσαν οι εντάσεις των ηχείων. Λένε, αιτία θανάτου: ανακοπή καρδιάς. Πουθενά δεν θα γραφτεί η κούραση της ψυχής, η προδοσία, η "γεύση" της μοναξιάς κι εκείνο το "Σάββατο που έκλαιγε μαζί σου κι ο Θεός"...
Πόσες φορές, πίσω από τα φώτα, σαν μαριονέτα πάνω στη σκηνή, έκρυβες το δάκρυ σου γυρνώντας το κουμπί του ενισχυτή;
Πόσες φορές ήθελες να χαθείς μέσα σε ένα τραγούδι τις νύχτες της σιωπής, στα "μπάσα" της βροχής;
Τώρα βαδίζεις σε δρόμους όπου δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα και σε κανέναν. Εκεί που δεν θα τραγουδάς για το πλήθος, αλλά για τη ψυχή σου. Εκεί που δεν θα υπάρχουν «σωτήρες» - εκμεταλλευτές της ζωής σου, ούτε μάσκες και υπερβολές για να καλύψουν το κενό.
Θα είσαι εκεί που η νύχτα παρέδωσε τη σκυτάλη στο φως. Γιατί η λαμπερή διαδρομή σου σταμάτησε να τρέχει με σπασμένα φρένα. Γιατί στο στερνό σου ταξίδι άφησες πίσω τους «Ιούδες» που σου πουλούσαν την αγάπη τους με ακριβό αντίτιμο, τις αυλές που τρέφονταν από τη λάμψη σου.
Σε βλέπω σε μια απέραντη, ήσυχη ακρογιαλιά, την ώρα που βασιλεύει ο ήλιος, να περπατάς ξυπόλητος στην άμμο, ντυμένος στα λευκά, αλαφρωμένος από το βάρος της εικόνας σου, χαμογελώντας με την αθωότητα του παιδιού που ξεκίνησε κάποτε με μόνο όπλο το όνειρό του.
Ελεύθερος, συμφιλιωμένος με την αλήθεια σου, να τραγουδάς πια στο σύμπαν: «Ανήκω σε μένα και στα όνειρά μου»...
Καλό σου ταξίδι, Γιώργο...
Άννα Μπιθικώτση
💜
Love you always Γιώργο

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)