Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Δημήτρης Παπαδημητρίου θα πραγματοποιήσει μεγάλη συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά στις 25 Μαΐου, με δωδεκαμελή ορχήστρα.


Η απαίδευτη, ανεκπαίδευτη, ακαλλιέργητη κι αντιπνευματική δημοκρατία φέρνει τη δικτατορία. Η δικτατορία υπάρχει ήδη, απλά δεν είναι ονομασμένη. Για εμάς τους καλλιτέχνες, ζούμε μια δικτατορία. 

Δημήτρης Παπαδημητρίου θα πραγματοποιήσει μεγάλη συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά στις 25 Μαΐου, με δωδεκαμελή ορχήστρα. 

Manos Lambrakis

 Manos Lambrakis

 
Ακολουθήστε

Γεννήθηκα στα Εξάρχεια όταν η Αθήνα ακόμα αιμορραγούσε χαμηλόφωνα. Οι σφαίρες ήταν πάνω στους τοίχους πριν μετατραπούν σε αισθητική της μνήμης και σε επετειακή φλυαρία ανθρώπων που αγαπούν την Ιστορία μόνο όταν έχει ήδη τελειώσει. Ο πατέρας μου αξιωματικός του Εθνικού Στρατού. Η γειτονιά ανταρτοκρατούμενη. Κι όμως η γειτονιά προστάτευε τη μάνα μου. Μετά άλλαξαν οι ρόλοι, πάντα αλλάζουν οι ρόλοι στην Ελλάδα, και η μάνα μου άρχισε να κουβαλά γάλατα και τρόφιμα σε ανθρώπους που είχαν ήδη ηττηθεί ιστορικά αλλά συνέχιζαν να ζουν μέσα στη φτώχεια και στην ταπείνωση. Από τότε κατάλαβα πως η Ιστορία εδώ δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά. Απλώς σοβατίζεται. Όπως σοβατίστηκαν αργότερα και οι τρύπες από τις σφαίρες στα Εξάρχεια. Η Αθήνα έγινε ειδική στο να καλύπτει τις πληγές της χωρίς ποτέ να τις θεραπεύει.
Το σπίτι μας ήταν μια μονοκατοικία με μαυρόασπρα πλακάκια, χαγιάτι και ζωγραφισμένα ταβάνια. Από την ταράτσα έβλεπα την Ακρόπολη και τη θάλασσα μαζί. Από τότε με κυνηγά αυτή η ανάγκη να βλέπω την Ακρόπολη όπου κι αν ζω, σαν να φοβάμαι πως αν χαθεί από μπροστά μου θα χαθεί κι ένα κομμάτι του εαυτού μου. Δεν αγάπησα ποτέ την Αθήνα επειδή ήταν όμορφη. Η Αθήνα είναι κουρασμένη, βίαιη, γεμάτη ανθρώπους που μιλούν αδιάκοπα για ελευθερία ενώ ζουν σαν φοβισμένοι μικροαστοί μέσα στις ίδιες τους τις ζωές. Κι όμως την αγάπησα παθολογικά. Η μυρωδιά από τα καμένα λάδια στα στενά, ο ιδρώτας στα λεωφορεία, τα βρεγμένα πεζοδρόμια της Σταδίου, οι σκάλες της Πλάκας αργά το βράδυ όταν επιστρέφω εξαντλημένη από πρόβα και νιώθω ότι ολόκληρη αυτή η πόλη είναι ένα σώμα κουρασμένο που συνεχίζει να κινείται ενώ έχει ήδη αρχίσει να πεθαίνει εσωτερικά.
Ο πατέρας μου ζωγράφιζε αλλά δεν εξέθεσε ποτέ ούτε έναν πίνακα. Η μητέρα μου έγραφε ποιήματα αλλά δεν εξέδωσε ποτέ ούτε μία σελίδα. Μεγάλωσα ανάμεσα σε ανθρώπους που κουβαλούσαν την τέχνη σαν ιδιωτική ασθένεια. Όχι σαν δημόσιο θρίαμβο. Ίσως γι’ αυτό δυσπιστώ τόσο απέναντι στους ανθρώπους του πολιτισμού που μιλούν αδιάκοπα για «όραμα», «παρέμβαση», «πολιτιστική ευθύνη». Πολύ συχνά πίσω από αυτές τις λέξεις κρύβεται απλώς κοινωνική ματαιοδοξία με πιο καλλιεργημένο λεξιλόγιο. Το ελληνικό θέατρο ειδικά είναι γεμάτο ανθρώπους που συμπεριφέρονται σαν κρατικοί υπάλληλοι της ευαισθησίας. Επιτροπές, επιχορηγήσεις, μικρές εξουσίες, παρέες που γερνούν μαζί και συνεχίζουν να μιλούν για «ριζοσπαστικότητα» ενώ έχουν γίνει μέρος ενός μηχανισμού βαθιά συντηρητικού. Καμαρίνια γεμάτα υποτιθέμενη αριστεροσύνη και βλέμματα φθόνου. Άνθρωποι που μιλούν για τον Μπέκετ και μετά μετράνε ποιος πήρε καλύτερη κριτική. Το θέατρο στην Ελλάδα συχνά δεν είναι χώρος ελευθερίας. Είναι ένας ασφυκτικός μηχανισμός κοινωνικής επιτήρησης μεταμφιεσμένος σε κουλτούρα.
Άλλαζα συνεχώς σχολεία. Σέρρες, Κοζάνη, Λάρισα, Αθήνα. Μεγάλωσα μέσα σε μετακινήσεις, στρατιωτικές μεταθέσεις, χιόνια, πανηγύρια, επαρχιακές σιωπές. Δεν ρίζωσα ποτέ πραγματικά πουθενά. Κι ίσως αυτό να με έσωσε. Έμαθα να παρατηρώ τους ανθρώπους πριν μάθω να ανήκω σε αυτούς. Να βλέπω πώς γελούν όταν θέλουν να κρύψουν τον φόβο τους. Πώς αλλάζει η φωνή τους όταν αισθάνονται κοινωνικά κατώτεροι. Η υποκριτική ξεκίνησε πολύ πριν ανέβω στη σκηνή. Ξεκίνησε όταν κατάλαβα πως όλοι παίζουν ασταμάτητα έναν ρόλο για να επιβιώσουν μέσα σε αυτή τη χώρα. Άλλοι τον ρόλο του αριστερού. Άλλοι του καλλιεργημένου. Άλλοι του ηθικού. Άλλοι του προοδευτικού. Και πίσω από όλους αυτούς τους ρόλους έβλεπα πάντα κάτι βαθιά τρομαγμένο.
Θυμάμαι ακόμη τις εξετάσεις στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Το πορτοκαλί φόρεμα, το κραγιόν, το καλοκαιρινό μαύρισμα. Έπεσαν επάνω μου να με ξεβάψουν λες και η θηλυκότητα ήταν κάτι ανάρμοστο που έπρεπε πρώτα να αφαιρεθεί για να επιτραπεί η είσοδος στη «σοβαρή τέχνη». Από τότε κατάλαβα κάτι βαθιά βίαιο για το ελληνικό θέατρο. Συγχωρεί εύκολα τη μετριότητα αλλά όχι τα σώματα που κουβαλούν ζωή, λαϊκότητα, επιθυμία, ερωτισμό. Υπάρχει πάντα μια υπόγεια απέχθεια προς τους ανθρώπους που δεν μοιάζουν αρκετά πεινασμένοι, αρκετά βασανισμένοι, αρκετά «σωστοί» με τον ενδεδειγμένο αισθητικό τρόπο. Η κουλτούρα στην Ελλάδα πολύ συχνά δεν λειτουργεί ως χώρος απελευθέρωσης αλλά ως τελετουργία ταπείνωσης.
Ερωτεύτηκα πολύ στη ζωή μου. Παθολογικά ίσως. Με εκείνον τον τρόπο που ερωτεύονται οι άνθρωποι που φοβούνται βαθιά τη μοναξιά τους αλλά δεν μπορούν και να συμβιώσουν εύκολα με κανέναν. Υπήρξαν άντρες που ερωτεύτηκαν τη «φωνή» μου, το πρόσωπό μου πάνω στη σκηνή, το βλέμμα μου κάτω από το φως, αλλά τρόμαξαν όταν συνάντησαν εμένα χωρίς ρόλο. Υπήρξαν νύχτες που γύριζα μόνη σπίτι μετά από ένα ποτό και αισθανόμουν πιο άδεια απ’ όσο πριν. Κοιτούσα τα χέρια μου μέσα στο ταξί. Το πρόσωπό μου στον καθρέφτη του ασανσέρ. Σαν να μην ήξερα αν με αγάπησαν ποτέ πραγματικά ή αν απλώς πέρασαν για λίγο μέσα από τη λάμψη του θεάτρου μου. Και μεγαλώνοντας αυτό γίνεται όλο και πιο βίαιο. Να συνεχίζεις να επιθυμείς ενώ γύρω σου ο κόσμος θεωρεί σχεδόν ανάρμοστη την επιθυμία μιας γυναίκας που γερνά.
Με τον Κάρολο Κουν κατάλαβα για πρώτη φορά πως το θέατρο μπορεί να γίνει σχεδόν θρησκευτική κατάσταση. Όχι εξαιτίας κάποιας υψηλής θεωρίας αλλά εξαιτίας της απόλυτης αφοσίωσης. Ο Κουν δεν σκηνοθετούσε μόνο παραστάσεις… καταβρόχθιζε ανθρώπους. Έβλεπα γύρω μου ηθοποιούς εξαντλημένους, ερωτευμένους, διαλυμένους από την ανάγκη να σταθούν αντάξιοι απέναντί του. Κι όμως υπήρχε μια αλήθεια εκεί. Μια σκληρότητα που δεν ήταν κοινωνική πόζα αλλά πραγματική εργασία πάνω στο σώμα και στη φωνή. Μετά ήρθαν οι μεταγενέστεροι. Πολύ θεωρία, πολύ ύφος, πολλή αυτοαναφορική διανόηση. Συχνά αισθανόμουν ότι το ελληνικό θέατρο γέμιζε ανθρώπους που μιλούσαν ακατάπαυστα για το θέατρο χωρίς να ιδρώνουν πραγματικά ποτέ επάνω στη σκηνή.
Ο Λευτέρης Βογιατζής; Δεν έχω αισθανθεί ποτέ στη ζωή μου τέτοια εξάντληση με σκηνοθέτη. Ο Λευτέρης δεν δούλευε πάνω στον ρόλο. Δούλευε πάνω στη φθορά σου. Στην αναπνοή σου. Στην παραμικρή κίνηση του χεριού. Στον χρόνο ανάμεσα σε δύο λέξεις. Υπήρχαν βράδια που έφευγα από τις πρόβες σχεδόν άρρωστη. Με πονούσαν τα πόδια μου, το στομάχι μου, η φωνή μου. Κι όμως δεν μπορούσες να φύγεις. Γιατί καταλάβαινες ότι εκεί συνέβαινε κάτι σπάνιο: κάποιος προσπαθούσε να φτάσει τον άνθρωπο πέρα από την τεχνική του. Ο Λευτέρης απαιτούσε μια μορφή αλήθειας σχεδόν απάνθρωπη. Δεν τον ενδιέφερε να «παίξεις καλά». Τον ενδιέφερε να διαλυθείς αρκετά ώστε να απομείνει κάτι πραγματικό. Και αυτή η διαδικασία είχε κάτι βαθιά βίαιο αλλά και βαθιά ερωτικό. Σαν να σου αφαιρούσε σιγά σιγά όλες τις κοινωνικές άμυνες μέχρι να μείνεις γυμνός απέναντι στη σκηνή. Υπήρχαν στιγμές που αισθανόμουν ότι δεν ζω πια πραγματικά έξω από τις πρόβες. Ότι όλη η ζωή μου είχε μεταφερθεί σε υπόγεια θεάτρων, σε καμαρίνια, σε σκάλες, σε νυχτερινές διαδρομές μετά την εξάντληση.
Δεν έγινα ποτέ δασκάλα κανενός. Με κουράζουν αφόρητα οι άνθρωποι που μιλούν για την «αποστολή της τέχνης». Η τέχνη δεν σώζει κοινωνίες. Ούτε κάνει τους ανθρώπους καλύτερους. Το έχω δει πολύ καθαρά μεγαλώνοντας μέσα στο θέατρο. Άνθρωποι που παίζουν Τσέχωφ και Μπέκετ να συμπεριφέρονται σαν μικροί δικτάτορες στα καμαρίνια. Άνθρωποι που μιλούν για ανθρωπισμό και ύστερα κατασπαράζουν ο ένας τον άλλον για μια επιχορήγηση, μια κριτική, μια θέση εξουσίας. Η τέχνη ξεκινά από μια ανάγκη σχεδόν σωματική να μην καταρρεύσεις ολοκληρωτικά μέσα στη ζωή σου. Μέχρι εκεί. Όλα τα υπόλοιπα είναι συχνά φιλολογία ανθρώπων που φοβούνται να κοιτάξουν κατάματα τη δική τους εσωτερική ερημιά.
Κατέβηκα κι εγώ στην πλατεία με τους «Αγανακτισμένους». Για λίγο πίστεψα ότι ίσως γεννιέται κάτι αληθινό. Πολύ γρήγορα όμως είδα πάλι την ελληνική αρρώστια να επιστρέφει. Τη γοητεία της καταγγελίας χωρίς ευθύνη. Την απόλαυση του γκρεμίσματος χωρίς καμία δημιουργική πρόταση. Το πλήθος που εύκολα μετατρέπεται σε θέαμα εκτόνωσης. Σαν ένα τεράστιο μικροαστικό πανηγύρι αυτολύπησης με συνθήματα, σουβλάκια και ψευδαίσθηση επανάστασης. Η Ελλάδα συχνά δεν θέλει πραγματικά να αλλάξει. Θέλει να φωνάξει. Να εκτονωθεί. Να αισθανθεί για λίγο ηθικά ανώτερη πριν επιστρέψει ξανά στις ίδιες συνήθειες που κατήγγειλε.
Έχω κάνει κι εγώ αρπαχτές. Πήρα χρήματα για δουλειές σχεδόν ανύπαρκτες. Βούτηξα κι εγώ το δάχτυλο στο μέλι. Κανείς δεν μένει αμόλυντος μέσα σε αυτό το σύστημα δημόσιας εικόνας, ανάγκης και επιβίωσης. Και ίσως αυτό να είναι το πιο εξαντλητικό στοιχείο μεγαλώνοντας μέσα στο θέατρο. Όχι οι πρόβες. Όχι οι αποτυχίες. Αλλά η αίσθηση ότι διαρκώς διαπραγματεύεσαι τον εαυτό σου για να συνεχίσεις να υπάρχεις. Μερικά βράδια επιστρέφω σπίτι και μυρίζω επάνω μου καπνό, ιδρώτα σκηνής, υγρασία από παλιά θέατρα και αισθάνομαι ότι κουβαλώ πάνω στο σώμα μου όλη την εξάντληση αυτής της χώρας.
Τώρα που μεγαλώνω βλέπω όλο και καθαρότερα κάτι τρομακτικό. Ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να μιλούν, να εργάζονται, να εμφανίζονται δημόσια ενώ μέσα τους κάτι έχει ήδη αρχίσει να διαλύεται αθόρυβα. Το βλέπω στους ηθοποιούς, στους πολιτικούς, στους φίλους μου, στην ίδια την Αθήνα. Όλοι συνεχίζουμε να λειτουργούμε ενώ έχουμε ήδη κουραστεί βαθιά από τη ζωή μας. Και τελικά αυτό είναι το μόνο πράγμα που με συγκινεί ακόμη στο θέατρο. Ότι καμιά φορά, για λίγα δευτερόλεπτα πάνω στη σκηνή, αποκαλύπτεται αυτή η ρωγμή χωρίς ντροπή. Εκείνη η στιγμή όπου ο άνθρωπος δεν υποδύεται πια τίποτα και φαίνεται ξαφνικά ολόκληρη η κούρασή του. Εκεί αρχίζει η αλήθεια.
Λιγότερα

Τζ. Σωτηριάδης: Γιατί μια ομάδα ανταρτών ταπείνωσε την υπερδύναμη του πλανήτη

 

Κεντρικό δελτίο ειδήσεων 24/05/26 | OPEN TV

 

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ


ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ
 

Κώστας Ζαριδάκης: Και κάτι από τα παλιά και αγαπημένα!

 

ΑΝΟΙΞΕ ΜΟΥ ΑΠΟΨΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ . Κώστας Τσιαντής - Αρετή Κοκκίνου

 Μίξη -Συλλογή Τραγουδιών: ΑΝΟΙΞΕ ΜΟΥ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

«Ο ρόλος που μας επιφυλάσσει το Ισραήλ, οδηγεί σε εθνική καταστροφή»-Ν.Κοσματόπουλος

 

Πολιτικό τσίρκο με τη χώρα σε υπαρξιακό κίνδυνο

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης · ΑκολουθήστεΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΑΝ-ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗΣ

 


 
Ακολουθήστε

28 λ. 
Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ
ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΑΝ-ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗΣ
Η νεοελληνική παρακμή δεν είναι απλώς οικονομική κρίση, πολιτική ανεπάρκεια ή θεσμική δυσλειτουργία.
Είναι μια βαθύτερη ανθρωπολογική και υπαρξιακή κατάσταση κατά την οποία η κοινωνία μας έχει αρχίσει σιγά σιγά να χάνει την πίστη της στη συνέχεια της ζωής, του μέλλοντος και του ίδιου της του πολιτισμικού της νοήματος.
Είναι μια απάνθρωπη κατάσταση.
Είναι η σταδιακή αποσύνδεση/αποκοπή:
❌
του κόπου από το νόημα,
❌
της γνώσης από τη σοφία,
❌
της ελευθερίας από την κοινότητα,
❌
της επιτυχίας από την πληρότητα/νόημα,
❌
και της επιβίωσης από τη χαρά της ζωής.
Στη νεοελληνική παρακμή, δηλαδή, οι άνθρωποι συνεχίζουν να λειτουργούν, να εργάζονται, να καταναλώνουν, να μορφώνονται, να παράγουν, αλλά δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να εμπιστευτούν, να δεσμευτούν, να ερωτευτούν βαθιά, να κάνουν παιδιά, να πιστέψουν σε συλλογικά οράματα ή να αισθανθούν ότι υπάρχει ένα καλύτερο μέλλον που τους αξίζει πραγματικά.
Συνεπώς, πρόκειται για μια κοινωνία που εξαντλείται όχι μόνο υλικά αλλά ψυχικά. Μια κοινωνία όπου η απονοηματοδότηση γίνεται πολιτισμικό κλίμα, ο κυνισμός** μετατρέπεται σε άμυνα επιβίωσης και η ενσυναίσθηση αρχίζει να αποσύρεται από τον δημόσιο χώρο. To πρόβλημα δηλαδή είναι βαθιά ανθρωπολογικό.
Μέσα σ' αυτή τη συνθήκη ο λαός μας -που ιστορικά διέθετε βαθιά ανάγκη σχέσης, κοινότητας, συγκίνησης και νοήματος- αρχίζει να δυσκολεύεται να αναπαράγει ακριβώς αυτά τα στοιχεία που κάποτε τον κρατούσαν ζωντανό.
Και γι’ αυτό η παρακμή δεν βιώνεται πλέον μόνο ως φτώχεια ή πολιτική κρίση. Βιώνεται σαν υπαρξιακή κόπωση. Σαν αργή εξάντληση της ίδιας της επιθυμίας για ζωή, δημιουργία και ιστορική συνέχεια.
Αν πάρουμε στα σοβαρά αυτή τη διάγνωση της νεοελληνικής παρακμής, τότε η απάντηση δεν θα μπορούσε να είναι μόνο οικονομική, τεχνοκρατική ή δικαιϊκή. Δεν αρκεί απλώς περισσότερη ανάπτυξη, καλύτερο management, ψηφιακό κράτος, κράτος δικαίου, καλύτεροι δείκτες ή διακηρυκτικές "ευχές".
Γιατί το πρόβλημα είναι βαθύτερο: είναι κρίση νοήματος, σχέσης και ανθρωπολογικής συνοχής.
Άρα η πολιτική που θα αντιστοιχούσε σ’ αυτή τη διαπίστωση θα έπρεπε να είναι μια πολιτική επαν-ανθρωποποίησης της κοινωνίας.
Δηλαδή μια πολιτική που θα προσπαθούσε να αποκαταστήσει τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και την κοινότητα, τον κόπο και το νόημα, την εργασία και την αξιοπρέπεια, την οικογένεια και τη χαρά, την ελευθερία και τη συλλογικότητα, την ατομικότητα και τη φροντίδα.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι «Πώς θα ξαναγίνει η ζωή στην Ελλάδα ψυχικά κατοικήσιμη;»
Αυτό θα οδηγούσε σε μια πολιτική πιο κοινοτική, πιο ανθρωποκεντρική, πιο σχεσιακή, πιο φροντιστική, πιο πολιτισμική, πιο υπαρξιακή.
Μια πολιτική που θα έβλεπε την ψυχική υγεία, τη μοναξιά, τη γονεϊκή εξουθένωση, τη δημογραφική κατάρρευση, την απονοηματοδότηση και τη διάλυση της εμπιστοσύνης
όχι ως κεντρικά πολιτικά ζητήματα.
Και προφανώς μια τέτοια πολιτική δεν θα μπορούσε να βασίζεται στον νεοφιλελεύθερο ατομικισμό ούτε σε παλιές μορφές ιδεολογικού δογματισμού.
Μια τέτοια πολιτική θα χρειαζόταν έναν νέο Πολιτισμό Σχέσης. Μια φροντιστική Δημοκρατία.
Ίσως τελικά, για τη χώρα μας, η μεγάλη πολιτική πρόκληση του 21ου αιώνα να μην είναι μόνο η οικονομία ή η γεωπολιτική. Αλλά το αν η κοινωνία μας μπορεί ακόμη να "παράγει" ανθρώπους που θέλουν να αγαπήσουν, να κάνουν παιδιά, να εμπιστευτούν, να τρυφερέψουν, να συμπονέσουν, να δημιουργήσουν και να συνεχίσουν τον κόσμο και την Ιστορία μας.
Λιγότερα

**Σημείωση ΑΙ:
Κυνισμός: η στάση που θεωρεί ότι πίσω από κάθε ανθρώπινη πράξη κρύβεται συμφέρον, ιδιοτέλεια ή ματαιότητα. Η πεποίθηση ότι τα υψηλά κίνητρα είναι προσχήματα και ότι ο άνθρωπος, βαθιά μέσα του, κινείται από ωφελιμισμό ή φόβο.

🧩 Ακριβής εννοιολογικός ορισμός

Ο κυνισμός είναι η αρνητική ερμηνεία των προθέσεων των άλλων: η τάση να αποδίδεις σε κάθε πράξη ένα κρυφό, εγωιστικό κίνητρο, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει σαφής ένδειξη.

🏛️ Φιλοσοφική διάκριση (σημαντική)

Προσοχή: ο αρχαίος Κυνισμός (Διογένης, Κράτης κ.λπ.) δεν έχει σχέση με τον σημερινό κυνισμό. Ο αρχαίος Κυνισμός = άσκηση, λιτότητα, ελευθερία από κοινωνικές συμβάσεις, αλήθεια χωρίς φόβο. Ο σύγχρονος κυνισμός = δυσπιστία, ειρωνεία, απαξίωση, απογοήτευση. Δύο έννοιες σχεδόν αντίθετες.

🧭 Ψυχολογική διάσταση

Ο κυνισμός συχνά: Γεννιέται από πληγές, διαψεύσεις, προδοσίες. Λειτουργεί ως άμυνα: «αν δεν πιστέψω σε τίποτα, δεν θα πληγωθώ». Καταλήγει να γίνεται φίλτρο που σκοτεινιάζει τα πάντα.

📝 Συνώνυμα / συγγενείς όροι: απαισιοδοξία για τα κίνητρα των άλλων, ειρωνική δυσπιστία, απαξιωτική στάση, μηδενιστική ανάγνωση των προθέσεων, πικρή ρεαλιστικότητα (όχι ταυτόσημο, αλλά συχνά συγγενές)

🎨 Ποιητική διατύπωση

Ο κυνισμός είναι η σκιά που πέφτει όταν η ελπίδα κουράζεται. Για πιο φιλοσοφική ανάλυση (π.χ. Sloterdijk, Nietzsche). Ψάξε τη διαφορά κυνισμού / ειρωνείας / μηδενισμού.

146,000-Year-Old Discovery Rewrites the Story of Human Creativity By Field MuseumMay 22, 2026

146,000-Year-Old Discovery Rewrites the Story of Human Creativity By Field MuseumMay 22, 2026 

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)