Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης: ''ΚΑΠΟΔΙΧΑΣΜΟΣ''. ΑΠΆΝΤΗΣΗ-ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΌ ΑΙ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης Ακολουθήστε   3 ημ.   facebook.com/antonis.androulidakis.5

 "ΚΑΠΟΔΙΧΑΣΜΟΣ"
Ο Καποδίστριας, ο διχασμός και το ανεπούλωτο συλλογικό μας τραύμα.
Η πρόσφατη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Ιωάννη Καποδίστρια δεν αφορά, στην πραγματικότητα, ούτε την ίδια την ταινία ούτε καν την ιστορική ακρίβεια της κινηματογραφικής αφήγησης. Αφορά κάτι πολύ βαθύτερο. Τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να στέκεται απέναντι στην ίδια της την Ιστορία. Και κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο αδυνατεί να τη δει χωρίς τα φίλτρα ενός εμφυλιακού διχασμού που, παρά τις διακηρύξεις, δεν έληξε ποτέ.
Ο Καποδίστριας λειτουργεί ως ιστορικός καθρέφτης. Και αυτό που αντανακλάται μέσα του δεν είναι απλώς μια διαφωνία ερμηνειών, αλλά ένα ανοικτό, μη επεξεργασμένο ιστορικό συλλογικό τραύμα. Γι’ αυτό και η δημόσια συζήτηση δεν κινείται στη σφαίρα της σύνθεσης, αλλά εγκλωβίζεται σε δύο αντίθετα και εξίσου προβληματικά άκρα: από τη μία, η πλήρης απαξίωση του «δυνάστη» και του «αυταρχικού κυβερνήτη»· από την άλλη, η αγιοποίηση και η μετατροπή του σε άχραντο εθνικό σύμβολο. Και οι δύο στάσεις λένε περισσότερα για το παρόν μας παρά για τον ίδιο τον Καποδίστρια και το ιστορικό παρελθόν μας.
Οι κοινωνίες που έχουν επεξεργαστεί τα τραύματά τους μπορούν να δουν το παρελθόν τους με ψυχραιμία, αναγνωρίζοντας αντιφάσεις, όρια και ιστορικές συνθήκες. Αντίθετα, οι κοινωνίες που παραμένουν τραυματισμένες αντιμετωπίζουν την Ιστορία ως πεδίο μάχης. Εκεί, το παρελθόν δεν μελετάται, στρατολογείται. Δεν φωτίζει το παρόν, χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει σύγχρονες ιδεολογικές ταυτότητες ή αυταπάτες.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι μια τέτοια τραυματική φιγούρα. Όχι επειδή υπήρξε αλάνθαστος ή «τέλειος», αλλά ακριβώς επειδή ενσάρκωσε μια ανολοκλήρωτη δυνατότητα του νεοελληνικού κράτους. Ένα κράτος που γεννήθηκε μέσα από την Επανάσταση, αλλά δεν πρόλαβε ποτέ να συγκροτηθεί ως ενιαία και αυτόνομη πολιτική οντότητα. Η δολοφονία του πρώτου Κυβερνήτη από ελληνικά χέρια δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός, είναι μια συμβολική πράξη αυτοακύρωσης. Ένα τραύμα στη γέννηση του κράτους, το οποίο δεν επουλώθηκε ποτέ. Αν είναι ένα σύμβολο ο Καποδίστριας είναι το σύμβολο του Ανολοκλήρωτου, του ημιτελούς, του λειψού.
Από τότε, ο ελληνικός εμφύλιος δεν έληξε, απλώς άλλαξε μορφές. Μετακινήθηκε από τα πεδία των μαχών στη γλώσσα, στην Ιστορία, στην πολιτική κουλτούρα. Αναπαράγεται κάθε φορά που αδυνατούμε να συμφωνήσουμε έστω στα στοιχειώδη του συλλογικού μας παρελθόντος. Κάθε φορά που ακόμη και τα ήδη τετελεσμένα ιστορικά γεγονότα καλούνται να υπηρετήσουν τις ανάγκες της εκάστοτε παροντικής αφήγησης. Το τραυματικό παρελθόν βρίσκεται στην υπηρεσία της διαιώνισης του στο παρόν. Είναι ο "παγωμένος" χρόνος του Τραύματος.
Η ειρωνεία -και η τραγωδία μαζί- είναι ότι αυτή η ανακύκλωση του διχασμού συμβαίνει την ίδια στιγμή που τα λαϊκά στρώματα της χώρας, το ίδιο το "μεδούλι" του Τόπου, λεηλατούνται για ακόμη μία φορά από μια εξαρτημένη, κλειστή και διεφθαρμένη ολιγαρχία. Ενώ η κοινωνία αποδιαρθρώνεται, ενώ η εργασία απαξιώνεται, ενώ η χώρα χάνει την -όποια απέμεινε- παραγωγική της βάση, πληθυσμό και αυτονομία, εμείς εμφανιζόμαστε έτοιμοι να «πλακωθούμε» για το πώς πρέπει να ερμηνευτεί ο πρώτος Κυβερνήτης του ελληνικού κράτους.
Αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο πολιτισμικός εμφύλιος λειτουργεί διαχρονικά ως μηχανισμός αποσπασμού της προσοχής και διάλυσης κάθε ενοποιητικού «εμείς». Όσο το συλλογικό σώμα παραμένει διαιρεμένο γύρω από σύμβολα, τόσο δυσκολεύεται να συγκροτηθεί ως πολιτικό υποκείμενο στο παρόν. Ο Καποδίστριας, έτσι, δεν απειλεί την εξουσία που λυμαίνεται το Λαό μας. Αντίθετα, η διαμάχη γύρω από αυτόν τη διευκολύνει.
Μια ώριμη, μετατραυματική στάση δεν χρειάζεται ούτε αγιογραφίες ούτε κατεδαφίσεις. Χρειάζεται σύνθεση. Ο Καποδίστριας δεν ήταν άγιος, ούτε όμως και δυνάστης με τη σύγχρονη έννοια. Ήταν μια τραγική μορφή ενός κράτους που δεν είχε ακόμη κοινωνική βάση, θεσμική εμπέδωση και κοινή πολιτική συνείδηση. Η αναγνώριση αυτή δεν υπονομεύει τη δημοκρατία. Αντίθετα, τη θεμελιώνει σε ιστορική αυτογνωσία.
Όσο δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τον Καποδίστρια χωρίς να χωριζόμαστε σε στρατόπεδα, τόσο αποδεικνύουμε ότι το συλλογικό μας τραύμα παραμένει ενεργό και χρήσιμο για τους συστημικούς μηχανισμούς συλλογικού ελέγχου, πειθάρχησης και υποταγής.
Και όσο αυτό το τραύμα παραμένει ανοιχτό, η Ελλάδα θα δυσκολεύεται να συγκροτήσει ένα ενοποιητικό αφήγημα για το παρόν και το μέλλον της.
Η εθνική συμφιλίωση δεν είναι ζήτημα λήθης. Είναι ζήτημα αλήθειας, ωριμότητας και κοινής ευθύνης. Χωρίς αυτά, καμία κοινωνία δεν μπορεί να σταθεί όρθια.
Αντώνης Ανδρουλιδάκης

ΑΠΑΝΤΗΣΗ -ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΑΙ

1η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ

Το άρθρο του Ανδρουλιδάκη είναι καλογραμμένο, διεισδυτικό και συναισθηματικά φορτισμένο, αλλά δεν είναι άμοιρο τυφλών σημείων. Η κριτική του μπορεί να πάει σε πολλά επίπεδα: ιστορικό, πολιτικό, μεθοδολογικό, ρητορικό.

1. Υπερ-ψυχολογικοποίηση της Ιστορίας

Το άρθρο αντιμετωπίζει την ελληνική ιστορία σχεδόν αποκλειστικά ως τραύμα.
Αυτό είναι γόνιμο ως μεταφορά, αλλά προβληματικό ως ερμηνεία.

Τι δεν βλέπει:

  • Η ιστορία δεν είναι μόνο ψυχικό υπόστρωμα· είναι υλικές συνθήκες, θεσμοί, διεθνείς πιέσεις, ταξικές συγκρούσεις.
  • Ο Καποδίστριας δεν δολοφονήθηκε μόνο επειδή «το έθνος ήταν τραυματισμένο», αλλά επειδή υπήρχαν συγκεκριμένα συμφέροντα, τοπικές εξουσίες, διεθνείς ισορροπίες.

Το άρθρο μετατρέπει μια πολιτική-θεσμική σύγκρουση σε ψυχολογικό δράμα.

2. Απουσία ιστορικής πολυπλοκότητας

Ο συγγραφέας μιλά για «εμφύλιο που δεν τελείωσε ποτέ».
Αυτό είναι ποιητικό, αλλά ιστορικά μονοδιάστατο.

Τι παραλείπει:

  • Ο ελληνικός διχασμός δεν είναι ενιαίο φαινόμενο· έχει διαφορετικές αιτίες σε διαφορετικές εποχές.
  • Ο Καποδίστριας δεν είναι το «πρωταρχικό τραύμα» του κράτους.
    Προηγήθηκαν:
    • εμφύλιοι του ’21
    • τοπικισμοί
    • ξένες δυνάμεις
    • οικονομικά συμφέροντα
    • η δομή της οθωμανικής κοινωνίας

Το άρθρο εξιδανικεύει τον Καποδίστρια ως χαμένη ευκαιρία, χωρίς να αναγνωρίζει ότι το κράτος που επιχειρούσε να φτιάξει ήταν βαθιά συγκεντρωτικό, συχνά αντιπροσωπευτικά ελλειμματικό, και ότι η αντίδραση σε αυτό δεν ήταν μόνο «τραύμα», αλλά και πολιτική διαφωνία.

3. Απλουστευτική διχοτόμηση: “αγιογράφοι vs αποδομητές”

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η δημόσια συζήτηση παγιδεύεται ανάμεσα σε δύο άκρα.
Αυτό όμως είναι ρητορική υπερβολή.

Τι δεν βλέπει:

  • Υπάρχει πλούσια ιστοριογραφία για τον Καποδίστρια που δεν είναι ούτε αγιογραφική ούτε αποδομητική.
  • Υπάρχουν σοβαροί ιστορικοί που αναλύουν τον ρόλο του με πολυπρισματικότητα.
  • Η δημόσια συζήτηση δεν είναι τόσο διπολική όσο παρουσιάζεται· ο συγγραφέας κατασκευάζει το δίπολο για να το υπερβεί.

4. Υποτιμά την πολιτική agency των ιστορικών υποκειμένων

Το άρθρο παρουσιάζει τον λαό ως παθητικό θύμα ολιγαρχίας και «πολιτισμικού εμφυλίου».

Τι παραλείπει:

  • Οι κοινωνίες δεν είναι μόνο θύματα· παράγουν και αναπαράγουν τις συγκρούσεις τους.
  • Η πολιτική κουλτούρα δεν είναι επιβεβλημένη από πάνω· είναι συνεκτική επιλογή, συμφέρον, ταυτότητα.
  • Η σύγκρουση γύρω από τον Καποδίστρια δεν είναι απλώς «χειραγώγηση», αλλά και διαφορετικά οράματα για το κράτος.

Το άρθρο αφαιρεί την πολιτική ευθύνη από την κοινωνία.

5. Αντιφατική χρήση του “τραύματος”

Ο συγγραφέας λέει ότι:

  • το τραύμα είναι «παγωμένος χρόνος»
  • αλλά ταυτόχρονα «χρησιμοποιείται από την εξουσία»

Αυτές οι δύο ιδέες δεν συνδέονται επαρκώς.

Τι δεν βλέπει:

  • Αν το τραύμα είναι παγωμένο, πώς γίνεται να είναι τόσο λειτουργικό;
  • Αν είναι λειτουργικό, τότε δεν είναι παγωμένο, αλλά ενεργό πολιτισμικό σχήμα.

Η έννοια του τραύματος χρησιμοποιείται μεταφορικά, όχι αναλυτικά.

6. Απουσία αυτοκριτικής για τον ίδιο τον λόγο του

Το άρθρο καταγγέλλει τον διχασμό, αλλά χρησιμοποιεί διχαστική ρητορική:

  • «ολιγαρχία που λυμαίνεται τον λαό»
  • «λεηλασία των λαϊκών στρωμάτων»
  • «εξαρτημένη, διεφθαρμένη ελίτ»

Αυτή η γλώσσα:

  • αναπαράγει το ίδιο σχήμα «καλοί vs κακοί»
  • δεν βοηθά στη σύνθεση που ο ίδιος ζητά
  • μετατρέπει την ανάλυση σε ηθικολογική καταγγελία

7. Υπονοεί ότι η συμφιλίωση είναι ζήτημα “ωριμότητας”

Αυτό είναι προβληματικό.

Γιατί:

  • Η ιστορική συμφιλίωση δεν είναι ψυχολογική διαδικασία, αλλά πολιτική και θεσμική.
  • Δεν επιτυγχάνεται με «ωριμότητα», αλλά με:
    • θεσμούς
    • παιδεία
    • κοινωνική δικαιοσύνη
    • πολιτική συμμετοχή
    • ιστορική έρευνα

Το άρθρο μετατρέπει ένα πολιτικό πρόβλημα σε ηθικό-ψυχολογικό.

🧨 ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Το άρθρο είναι δυνατό ως ρητορικό κείμενο και ως πολιτισμική διάγνωση, αλλά:

  • υπεραπλουστεύει την ιστορία
  • ψυχολογικοποιεί την πολιτική
  • κατασκευάζει διπολικά σχήματα που υποτίθεται ότι καταγγέλλει
  • υποτιμά την πολυπλοκότητα των ιστορικών συγκρούσεων
  • μετατρέπει τον Καποδίστρια σε σύμβολο χωρίς να εξετάζει την πραγματική του πολιτική
  • αποδίδει υπερβολική ενότητα στο «τραύμα» και υπερβολική πρόθεση στην «ολιγαρχία»

Με άλλα λόγια:
Το άρθρο βλέπει πολύ καθαρά το σύμπτωμα, αλλά όχι τις δομές που το παράγουν.


2η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ

ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ: ΟΧΙ ΤΡΑΥΜΑ, ΑΛΛΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Μια απάντηση στη μεταψυχολογική ανάγνωση του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Η πρόσφατη συζήτηση γύρω από την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Ιωάννη Καποδίστρια δεν αποκαλύπτει κάποιο «ανεπούλωτο συλλογικό τραύμα», όπως υποστηρίζει ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης. Αντίθετα, αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο υγιές: ότι η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την ιστορία της και να διαφωνεί γι’ αυτήν. Η διαφωνία δεν είναι παθολογία· είναι δημοκρατική λειτουργία.

Η ανάγνωση του Ανδρουλιδάκη, όσο γοητευτική και αν είναι ρητορικά, πάσχει από μια θεμελιώδη αδυναμία: αντικαθιστά την ιστορία με ψυχολογία. Μετατρέπει πολιτικές συγκρούσεις, θεσμικές αδυναμίες και κοινωνικές αντιθέσεις σε «τραύματα», «παγωμένους χρόνους» και «συλλογικά ασυνείδητα». Έτσι όμως, η ιστορία χάνει την υλικότητά της και η πολιτική χάνει την ευθύνη της.

1. Ο Καποδίστριας δεν είναι σύμπτωμα. Είναι ιστορικό πρόσωπο.

Ο Καποδίστριας δεν υπήρξε «τραυματική φιγούρα» επειδή το έθνος ήταν ψυχικά αδιαμόρφωτο.

Υπήρξε πολιτική φιγούρα που συγκρούστηκε με:

  • τοπικές ελίτ
  • προεστούς
  • στρατιωτικούς αρχηγούς
  • διεθνείς δυνάμεις
  • οικονομικά συμφέροντα

Η δολοφονία του δεν είναι «συμβολική αυτοακύρωση», αλλά πολιτική πράξη μέσα σε ένα περιβάλλον όπου το κράτος δεν είχε ακόμη θεσμική νομιμοποίηση. Το να ερμηνεύουμε τέτοιες συγκρούσεις ως «τραύματα» είναι σαν να αφαιρούμε από την ιστορία την ίδια της την ουσία: την πολιτική σύγκρουση.


2. Ο διχασμός δεν είναι ψυχολογικό μοτίβο. Είναι πολιτική πραγματικότητα.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο εμφύλιος «δεν τελείωσε ποτέ».

Αυτό είναι ποιητικό, αλλά ιστορικά αφελές.

Οι διχασμοί του 1820, του 1915, του 1946, του 1965 και του σήμερα δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Έχουν διαφορετικές αιτίες, διαφορετικούς φορείς, διαφορετικά διακυβεύματα.

Το να τα ενοποιούμε όλα κάτω από μια ψυχολογική ομπρέλα «τραύματος» είναι μια μορφή ιστορικής ισοπέδωσης.


3. Η κοινωνία δεν είναι παθητικό θύμα. Έχει agency.

Στο άρθρο, ο λαός παρουσιάζεται ως:

  • λεηλατημένος
  • χειραγωγημένος
  • διαιρεμένος από «ολιγαρχίες»
  • ανίκανος να συγκροτήσει συλλογικό υποκείμενο

Αυτή η οπτική είναι βαθιά πατερναλιστική.
Οι κοινωνίες δεν είναι παιδιά που χρειάζονται θεραπεία.
Είναι πολιτικά σώματα που επιλέγουν, συγκρούονται, σχηματίζουν ταυτότητες, παράγουν ιδεολογία.

Η διαφωνία για τον Καποδίστρια δεν είναι «μηχανισμός αποπροσανατολισμού».

Είναι ζωντανή πολιτική μνήμη.


4. Η «σύνθεση» που προτείνεται είναι στην πραγματικότητα μονοδιάστατη

Ο Ανδρουλιδάκης ζητά «σύνθεση» αντί για «αγιογραφίες» και «κατεδαφίσεις».

Αλλά η δική του σύνθεση είναι ήδη προκαθορισμένη:

  • ο Καποδίστριας ως «τραγική μορφή»
  • το κράτος ως «ανολοκλήρωτο»
  • η κοινωνία ως «τραυματισμένη»
  • η ελίτ ως «ολιγαρχία»

Αυτή δεν είναι σύνθεση.
Είναι ιδεολογική αφήγηση που παρουσιάζεται ως ψυχολογική διάγνωση.


5. Η ιστορική συμφιλίωση δεν είναι ζήτημα “ωριμότητας”

Το άρθρο καταλήγει ότι η συμφιλίωση απαιτεί «ωριμότητα».

Αυτό είναι επικίνδυνα απλουστευτικό.

Η συμφιλίωση απαιτεί:

  • θεσμούς
  • παιδεία
  • ιστορική έρευνα
  • πολιτική συμμετοχή
  • κοινωνική δικαιοσύνη

Δεν είναι ψυχολογική διαδικασία, αλλά πολιτική και θεσμική.

Το να την ανάγουμε σε «ωριμότητα» είναι σαν να κατηγορούμε την κοινωνία ότι «δεν μεγάλωσε αρκετά».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το άρθρο του Ανδρουλιδάκη είναι καλογραμμένο, αλλά εγκλωβισμένο σε μια μεταψυχολογική ερμηνεία της ιστορίας που:

  • υποτιμά την πολιτική
  • υπεραπλουστεύει τις συγκρούσεις
  • αφαιρεί agency από την κοινωνία
  • μετατρέπει τον Καποδίστρια σε σύμβολο αντί για ιστορικό πρόσωπο
  • κατασκευάζει έναν ενιαίο «διχασμό» που δεν υπήρξε ποτέ ως τέτοιος

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται «θεραπεία».
Χρειάζεται ιστορική ακρίβεια, θεσμική σοβαρότητα και πολιτική αυτογνωσία.

Και πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να εμπιστευτεί ότι η διαφωνία δεν είναι τραύμα.

Είναι δημοκρατία. 1/1/2026

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)