Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

Γιάννης Λεκόπουλος, Όλα του κόσμου τα αντίο (HQ Official Audio Video)


Στίχοι Μάνος Ορφανουδάκης Μουσική Σταύρος Σταυρίδης

Οι λέξεις που κρατώ στα χείλη ντύνονται φως, ψυχή και ύλη και βγαίνουν στην κορφή της στέγης να τις κοιτάς καθώς θα φεύγεις. Θα γίνω χθες που το φοράς σαν ρουχαλάκι της φθοράς μ’ άρωμα στο γιακά κρυμμένο. Όσο θα καις, θα ξεθυμαίνω. Τα λόγια που κρατώ στο στόμα πέφτουν σαν δάκρυα στο χώμα και αντηχούν για μας τους δύο όλα του κόσμου τα αντίο.

Βασίλης Γισδάκης - Το παλιό μας σπίτι - (Α. Κοκκίνου - Ρ. Θεοδωράτου) - ...

Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

Μιχάλης Σταφυλάς

 Vasilis Siorokos 13 ώρ.  

Σαν σήμερα (1 Απρίλη 2018). 'Ηταν μια ξεχωριστή μέρα. Επισκεφθήκαμε με τον Δημήτρη Δέπο (νυν Πρόεδρο της Πανευρυτανικής 'Ενωσης), τον καταξιωμένο Ευρυτάνα συγγραφέα και λογοτέχνη, Μιχάλη Σταφυλά στο σπίτι του, όπου μας υποδέχθηκε με την σύζυγό του κ. Θέμις , επίσης λογοτέχνη . Μας φιλοξένησαν και για αρκετή ώρα συζητήσαμε αρκετά ενδιαφέροντα θέματα.
'Ενας ακούραστος εργάτης του πνεύματος, που παρά τα 99 του χρόνια, συνέχιζε να γράφει. Εξέδιδε κάθε μήνα την Πνευματική Ζωή , Διευθυντής στο περιοδικό της Πανευρυτανικής 'Ενωσης " Ευρυτανικά χρονικά", αρθρογραφούσε σε πολλές εφημερίδες, έχει εκδώσει πάνω από 110 βιβλία , με τελευταίο το ΠΕΡΙ ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Ο ΛΟΓΟΣ και προς μεγάλη μας έκπληξη ετοίμαζε και ένα ακόμη βιβλίο. Πάντα γεμάτος δύναμη , μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του.
Βγάλαμε μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες και τους ευχαριστούμε για την τιμή που μας έκαναν.
Ο Μιχάλης Σταφυλάς ταξίδεψε για την γειτονιά των αγγέλων στις 22 Μαϊου του 2018. Είχα την τύχη να ανήκω στους φίλους του. Τον θυμόμαστε πάντα με αγάπη. Ζει μαζί μας μέσα από τα βιβλία του και το τεράστιο πνευματικό του έργο.
Υ.Γ. Μεγάλη τιμή που μας ανατέθηκε από την οικογένεια του και αναλάβαμε την εκκαθάριση του τεράστιου αρχείου του , ο Ευρυτάνας Ηλίας Μπουμπουρής κι εγώ. Επίσης σημαντική για την εκκαθάριση του αρχείου , η συνδρομή της Δ/ντιας των ΓΑΚ Καρπενησίου, Μαρίας Παναγιωτοπούλου .
Στείλαμε αρκετό υλικό στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στην Γεννάδιο Βιβλιοθήκη, στην γενέτειρά του την Γρανίτσα ,όπου στείλαμε και την τεράστια βιβλιοθήκη( βαρύ επιπλο ) που χρησιμοποιούσε ο συγγραφέας.
Επίσης στείλαμε αρκετό υλικό, στο Δήμο Αγράφων για τη βιβλιοθήκη του, στη βιβλιοθήκη του Δήμου Καλλιθέας, στο Ίδρυμα Ερευνών, για την υπό ίδρυση βιβλιοθήκης στο χωριό Κερασοχωρίου Ευρυτανίας, στη βιβλιοθήκη της Λαμίας, στην υπό ίδρυση βιβλιοθήκης στο Χωριό Χούνη Αιτωλοακαρνίας, στο γηροκομείο Καρπενησίου, στο ίδρυμα Καφαντάρη στη Φραγκίστα, σε υπηρεσίες της Ευρυτανίας και συνεχίζουμε για το υπόλοιπο υλικό.
Η όλη διαδικασία της εκκαθάρισης αποτελεί σημαντική εμπειρία , αλλά και μεγάλη τιμή για εμάς, τόσο προς τον συγγραφέα Μιχάλη Σταφυλά, όσο και προς την οικογένειά του που μας εμπιστεύτηκε.
Όλες οι αντιδράσεις:
Εσείς, Χρήστος Κώτσιας, Χρηστος Δημας και 62 ακόμη

Ρωμέικα- Μουσικές Καταγραφές από ξένους περιηγητές.



Romeika Tragodias  15 λ.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΑΚΙΝΑΤΗ / Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Pexe Vrahni Mou Fisarmonika · Haris & Panos Katsimihas Zesta Pota

 Κυκλοθυμικός  16 ώρ. 


Σαν σήμερα πριν ακριβώς 40 χρόνια ο Μανώλης Ρασούλης έβγαλε στη δισκογραφία δυο δίδυμα αδέρφια που πρώτα μας κέρασαν ζεστά ποτά κι ύστερα άλλαξαν το ελληνικό τραγούδι για πάντα. Μαζί άλλαξαν και τον τρόπο που σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και ζούμε.
Ένα μικρό αφιέρωμα:
Μα μπορείς να κάνεις τώρα καριέρα στο καλό τραγούδι ως δίδυμο αδερφών; Ταβέρνα είσαι ή πουλάς πλακάκια μπάνιου; Το ταβάνι σου είναι τα Κατσαμπάκια, άντε οι Καλουτάδες κι οι Μπρόγιερ.
Κι όμως, ο Χάρης κι ο Πάνος, δυο αδέρφια από τα Νότια προάστια της Αθήνας κατάφεραν να σπάσουν κάθε στερεότυπο, κουβαλώντας μόνο την αλήθεια τους στις αποσκευές τους μπόρεσαν να σπάσουν την χρυσή κρούστα που είχε φτιάξει η προηγούμενη γενιά του Μίκη, του Μάνου, του Σταύρου, των λαϊκών και των ρεμπετών και να ανοίξουν έναν καινούργιο δρόμο στην ζωντανή παράδοση, στο ελληνικό τραγούδι, όπως ο διαμελισμένος κούρος που σκόρπισε στον αέρα γεννώντας τις Κυκλάδες μέσα στην τεχνητή λίμνη του σταδίου στο ολυμπιακό πρότζεκτ ο Παπαϊωάννου.
Μέσα σε αυτήν την κοιλιά μεγάλωσαν κι αυτοί, μεταβόλιζαν λαίμαργα τους ήχους και τις λέξεις από τους καλλιτεχνικούς τους προγόνους μέσα από τον ομφάλιο λώρο που ένωνε το παρελθόν με τις επείγουσες ανάγκες της εφηβείας τους. Ο δικός τους ομφάλιος λώρος είχε το σχήμα εκείνης της διαφημιστικής κιθάρας χωρίς χορδές που κρεμόταν σε έναν τοίχο στην ταβέρνα που πήγαιναν με τον πατέρα τους να φάνε τις Κυριακές. Την «βούτηξαν» κι από εκεί ξεκίνησαν όλα. Όλα έγιναν χειροποίητα, πήραν ένα νεκρό όργανο και του έδωσαν ζωή, όπως ο Ερμής έφτιαξε την πρώτη λύρα στην ιστορία από το καύκαλο μιας χελώνας και τα έντερα των βοδιών του Απόλλωνα. Κι έπειτα πάλι σαν πλανόδιοι μουσική και πολύ πριν φτιάξουν δικά τους τραγούδια μετέφεραν το ελληνικό τραγούδι στα πανεπιστήμια, στα κουτούκια, στις παρέες, στο Πάντειο, στο Δυτικό Βερολίνο.
Αυτό το μεράκι είναι το αποτύπωμα των Κατσιμιχαίων. Αυτή η τέλεια ισορροπία ανάμεσα στο βάθος της ποίησης και την ελαφρότητα του τραγουδιού, αυτό το κοκτέιλ που στράγγιξε τα βαθύτερα σκοτάδια του ανθρώπου μέσα σε ένα μπουκάλι δηκτικής εξωστρέφειας. Για αυτό κι ο πρώτος τους δίσκος ήταν τα «Ζεστά ποτά». Ο αγαπημένος δίσκος του Μάνου Χατζιδάκι. Ένα από τα μεγαλύτερα του κολλήματα. Για ένα διάστημα δε μπορούσε να ακούσει τίποτα άλλο. Τους έψαξε να τους βρει, πήρε τηλέφωνο στο σπίτι τους στο Μπραχάμι, τον έβρισαν κιόλας γιατί νόμιζαν ότι κάποιος τους έκανε πλάκα. Τελικά τους προσκάλεσε στον Μαγεμένο Αυλό κι έκανε μαζί τους ανάλυση στίχο στίχο από το κάθε τραγούδι του δίσκου. Ο Μάνος έβλεπε την αθανασία στη μουσική, γι αυτό και δεν τον τρόμαζε η επόμενη εποχή που ερχόταν, αλλά ήθελε να βυθιστεί μέσα της, να πάρει τη μυρωδιά της, να κλέψει λίγο από τα νιάτα της να μη γεράσει ποτέ. Και τα κατάφερε.
Χρωστάω πολλά στον Χάρη και στον Πάνο. Πήραν αυτές τις σιωπηρές σκέψεις από τα βάθη του ασυνείδητου που μαχαιρώνουν απαλά κι επίμονα την καρδιά μου από παιδί, μάζεψαν όλες αυτές τις μικρές αιμορραγίες και τους έδωσαν λέξεις, ήχο και περιεχόμενο. Ίσως και να τις ξόρκισαν λίγο.
Έπιασαν τον πρώτο μου έρωτα, όταν εγώ τρόμαζα και να την κοιτάξω και της είπαν «Θα τρόμαζες αν ήξερες πόσο σε αγαπούσα», σε κάθε επέτειο ενός μεγάλου χωρισμού έστριβαν ένα τσιγάρο και με κερνούσαν το «κι από όλα περισσότερο αυτό που με πειράζει είναι την απουσία σου πως πάω να συνηθίσω», στα χρόνια της βαθιάς μοναξιάς γυρίζαμε μαζί τα βράδια από τις μπύρες και σιγοτραγουδούσαν κάτω από την άσφαλτο
«Δε φταις εσύ για ό,τι έγινε, δε φταις εσύ.
Φταίω εγώ έτσι όπως είχα ξεχαστεί
τόσο καιρό τόσο πολύ καιρό
βαθιά στον εαυτό μου
κι είχα πια ξεχάσει ν’ αγαπιέμαι κι είχα πια ξεχάσει ν’ αγαπώ».
Όταν είπαμε εκείνο το άγριο αντίο κράτησαν σα μνήμη το χέρι της να σκύβει στο ταμπλό του αυτοκινήτου να αλλάξει τον σταθμό στο ραδιόφωνο κι έγραψαν «το μόνο που θυμάμαι πια είναι τα μακριά σου δάκτυλα», δικαίωσαν πεθαμένες αγάπες με έναν δωρικό επικήδειο «κι άμα σταθείς στα ίδια μέρη κι αν αγαπήσεις τις ίδιες μουσικές θα πει ότι τυχαία δε βρεθήκαμε θα πει ότι δε φύσηξε τυχαία ο άνεμος που σμίγει των ανθρώπων τις ζωές». Στις νύχτες της ζήλιας έβρισκαν πάντα την πιο χρήσιμη ατάκα που έχει ακούσει ποτέ ματαιωμένος εραστής, της άξιζε μια καλύτερη αγκαλιά. Υπήρξαν και πολύ σκληροί. Με σταύρωσαν πολλές φορές με κάθε στίχο από τα κορίτσια της συγγνώμης κι ενηλικιώθηκα με τις συγγνώμες στη μητέρα που δεν την παντρεύτηκα και στον πατέρα που δεν έγινα τουλάχιστον πρωθυπουργός.
Περάσαμε μαζί διάφορες ιστορίες, αστείες, συγκινητικές, καψούρικες. Είδαμε τον Φάνη να καθαρίζει και τελικά να τον δολοφονεί η φιλεύσπλαχνή κοινωνία με τις αλλεργίες της στο κίτρινο χαρτί, είδα το Μάρκο να κλέβει την Άννα, τα ήπιαμε μια βραδιά στο Λούκι με το Νίκο Ζιώγαλα και την ομορφιά της κοπέλας να μεγαλώνει και τελικά να γίνεται σκόνη, μαζί με τη Λένα Παπά ξεκλείδωσαν το δωμάτιο του Άλκη Αλκαίου και ταξιδέψαμε σε λίγα τετραγωνικά όλον τον κόσμο. Την επομένη μας πήρε ο Άλκης και ταξιδέψαμε στην πλατεία Ασωμάτων για να μάθουμε πως τελικά είμαστε όλοι μετανάστες και μετά στη Σαλονίκη, στην Περαία ρωτήσαμε για αυτή που δε ρώτησε ποτέ για εμάς, φτάσαμε ως την Κερύνεια για μιας αγάπης μαχαιριά, μου γνώρισαν τα κορίτσια τους στα μπιστρό της Δυτικής Γερμανίας. Όλα τόσο συμπυκνωμένα, τόσο έντονα, τόσο πεζά. Μα η Αμέρικα μακραίνει στην άλλη όχθη της Σελήνης.
Τα αδέρφια ήταν εκεί και στις πορείες, στους χαμένους αγώνες, είχαν το θράσος στο στόμα και την ελπίδα στην καρδιά. Και για το πείσμα των γουρουνιών θα αντέχαν. Έγραψαν πολιτικά τραγούδια όχι που να αφορούν την επικαιρότητα και να γίνουν σουξέ στα φεστιβάλ, αλλά σα μηνύματα σε μπουκάλια στη θάλασσα της ιστορίας. Μίλησαν για το σύνδρομο του σκύλου που ακόμα κι όταν σε λύσουν, θα φοβάσαι να φύγεις, θα τρέμεις, θα έχεις μια ψυχή αδειασμένη για ένα κομμάτι ψωμί. Περπάτησαν μέσα από την μοναξιά του σχοινοβάτη για να φτάσουν στις άλλες μέρες. Αναρωτήθηκαν με τον Μάνο Ελευθερίου ποιος την ζωή μας κυνηγά. Γύρισαν τις πλάτες τους στο μέλλον. Σατίρισαν τους μεγαλόστομους «επαναστάτες» των κλειστών συνελεύσεων και των καφετεριών με τη «συνέλευση των ποντικών», έβγαλαν τη γλώσσα στα λόγια τα μεγάλα που ύστερα σηκώνονται και φεύγουν. Μα πιο πολύ από όλα αυτοί που δεν φώναξαν ποτέ την Αριστεροσύνη τους, όταν γκρεμιζότανε ο κόσμος σιγοτραγούδησαν στα άδεια σπίτια των ονείρων:
Κύριε Κάρολε μην τους παρεξηγείς
αν δεν κατάλαβαν ποτέ
τι πήγαινε να πει η λέξη υπεραξία
δεν φταις εσύ δε φταινε αυτοί δε φταίει η θεωρία
ήτανε γράμματα ψιλά μπροστά στη λέξη ελευθερία
Πάντα θαύμαζα τους καλλιτέχνες που μέσα σε πολύ λίγα χρόνια παρουσίας έχτισαν ένα δικό τους σύμπαν. Είναι λίγοι, Ξυλούρης, Λοΐζος, οι Κατσιμιχαίοι. Είναι απωθημένο που δεν τους έχω δει ποτέ από κοντά όπως θα έπρεπε κι ίσως να μην τα καταφέρω και ποτέ τελικά. Έχουν περάσει πολλά, τα σκοτάδια τους, τα σκοτάδια μας. Όμως δεν ξέρω νιώθω ότι κάτι υπάρχει ακόμα, κάτι μας ζητάει να μείνουμε ακόμα κοντά τους κι ως φυσική παρουσία:
Παίξε βραχνή μου φυσαρμόνικα
Παίξε μου την Παλόμα
Μη φύγετε κι ας είναι αργά
Ας πιούμε κάτι ακόμα
Παίξε γι' αυτούς που ήρθανε
Η νύχτα κρατάει ακόμα

Τρίτη 1 Απριλίου 2025

Κώστας Μαστροκώστας: "Η εκδίκηση της Μόνικα"

 


Η εκδίκηση της Μόνικα": Σαν σήμερα 1 Απριλίου 1971, η Μόνικα Ερτλ εκτελεί τον δολοφόνο του επαναστάτη Τσε Γκεβάρα, Ρομπέρτο Κιντανίγια, στο Αμβούργο, όπου υπηρετούσε ως γενικός πρόξενος της Βολιβίας.

Η Έρτλ ήταν κόρη του Χανς Ερτλ, ο οποίος ήταν κινηματογραφιστής των ναζί και μετά το τέλος του πολέμου διέφυγε στην Βολιβία μαζί με την οικογένεια του. Αρνήθηκε κάθε σχέση με τις απόψεις που υπήρχαν στην οικογένεια της και αφιέρωσε την ζωή της στο κομμουνιστικό κίνημα.

Βαθιά επηρεασμένη απο την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα, εντάχθηκε στον Εθνικό απελευθερωτικό στρατό (ELN) της Βολιβίας, οργάνωση που είχε ηγέτη τον Γκεβάρα πριν τον θάνατο του και συνεργάστηκε με τους συντρόφους του Τσέ για να κυνηγήσουν και να τιμωρήσουν τους δολοφόνους του.

Εκεί γνώρισε και τον τον Ίντι Περέδο. Ο Περέδο δολοφονήθηκε απο τον αρχιβασανιστή του καθεστώτος της Βολιβίας Κιντανίγια,ο οποίος έβγαλε και φωτογραφίες δίπλα στο πτώμα. Ο Κιντανίγια-απο τους δολοφόνους του Τσε-ήταν μάρτυρας και στον ακρωτηριασμό των χεριών του πτώματος του. Για να τον φυγαδεύσει, το καθεστώς τον τοποθέτησε πρόξενο της Βολιβίας στο Αμβούργο.

1/4/1971, χτύπησε η πόρτα στο γραφείο του Κιντανίγια.Μία όμορφη Γερμανίδα ήθελε να τον δει για μια βίζα.Της έδωσε και κάρτα,σε περίπτωση που ήθελε να τον συνοδεύσει για ποτό.

Έβγαλε από την τσάντα της ένα πιστόλι, τον σημάδεψε λέγοντάς του: "Victoria o Muerte senior?" και τον πυροβόλησε τρείς φορές. Άφησε πίσω της την τσάντα της, ένα πιστόλι, την περούκα που φορούσε και ένα χαρτί που έγραφε "Ελευθερία η Θάνατος-ELN".

Παρά το γεγονός ότι η χούντα της Βολιβίας την επικήρυξε και η CIA την είχε στο στόχαστρο, γύρισε στην Βολιβία και άρχισε να σχεδιάζει χτυπήματα ενάντια σε ναζί που είχαν διαφύγει, όπως ο Κλάους Μπάρμπι, ο "χασάπης της Λυών".

12/5/1973, δολοφονήθηκε απο ειδικές δυνάμεις, εκπαιδευμένες απο την CIA. Ήταν 36 ετών.

Η σορός της δεν παραδόθηκε ποτέ στην οικογένεια της. Το σημείο ταφής της παραμένει άγνωστο.

ΠΗΓΗ https://www.facebook.com/profile.php?id=100024542140662  

Μ. Κοττάκης: Ο πρωθυπουργός κήρυξε μόνος του την κούρσα διαδοχής του

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)